Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ: "ΤΟ ΑΧΤΙ" ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΕΝΙΟΥ

Τη Δευτέρα, 4 Ιουλίου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Φαρφουλάς” η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Ξένιου, που φέρει τον τίτλο “Το Άχτι”.

Ν’ αντικρύσει το πρόσωπό του στον καθρέφτη
της δίφυλλης ντουλάπας;
Να πάει πάλι φέτος το καλοκαίρι στο «Ζέφυρο»
στα Πετράλωνα να δει την ίδια ταινία;
Να βάλει το πορτρέτο της στην κορνίζα;
N’ αφήσει αυτό το κάτι να επιπλέει στη µπανιέρα;
Να µείνει να φροντίζει τον τάφο της µητέρας του
ή να γυρίσει στη µακρινή πατρίδα;
Να κλείσει τ’ αυτιά του στα ουρλιαχτά
των σκύλων στο στρατόπεδο;
Να πετάξει την ασπίδα του
και ν’ αυτοµολήσει στις τάξεις του εχθρού;
Να πάψει να σκέφτεται;
Ή να µείνει µε το άχτι;




Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Νέα κυκλοφορία: "Ψυχή στην Κούλουρη" της Γιούλης Αναστασοπούλου


Στη Σαλαμίνα το ‘89, το φέρι-μποτ λέγεται μουσκεμένη παντόφλα και ο φάρος, τσιμεντένιος φύλακας. Ο πύραυλος είναι παγωτό απ΄το διάστημα και η μαρέγκα μια άσπρη ρέγγα.
Δεν πρόκειται όμως για υπαρκτές λέξεις, λέξεις που κάνει να πούμε φωναχτά. Αντίθετα είναι λέξεις που λέμε σιγανά, λέξεις κρυφές και είναι οι λέξεις του Άγη, ενός δωδεκάχρονου μαθητή.
Το καλοκαίρι του ‘89 ο ΄Άγης θα γνωρίσει το Μπάμπη, το μνηστήρα της μαμάς. Και έπειτα η μαμά θα θελήσει να τον πάρει από την Κούλουρη για να εγκατασταθούν στο Πέραμα, στην αντίπερα όχθη που εκείνος μισεί...


Στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 2011, το παρθενικό βιβλίο της Γιούλης Αναστασοπούλου, εμπνεύστριας της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ, είναι γεγονός.



Η νουβέλα "Ψυχή στην Κούλουρη" κυκλοφορεί από αύριο στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ κι αποτελεί τόσο εκπλήρωση των συγγραφικών στόχων της Γιούλης, όσο αντικείμενο περηφάνειας για όλα τα μέλη της ομάδας. Είναι το βιβλίο που σηματοδοτεί την μ.Γ. (μετά Γομολάστιχα) περίοδο των επών μας, το πρώτο μας προϊόν. Σε κάθε περίπτωση ένα πανέμορφο, νοσταλγικό, ιδιαίτερο βιβλίο, με ψυχολογικό βάθος, που αξίζει να διαβάσετε.

Μπράβο Γιούλη μας! (ήδη τρίβω τα χέρια με την ικανοποίηση εκείνου που γνωρίζει πως θα υπάρξει και συνέχεια)

                                                                      *****
Την Τετάρτη 29/6/11 και ώρα 19.00 θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου της Γιούλης Αναστασοπούλου "Ψυχή στην Κούλουρη" εκδόσεις Αλεξάνδρεια, στο βιβλιοπωλείο Τσαμαντάκη, Καραολή & Δημητρίου 43 στον Πειραιά.

Για το βιβλίο θα μιλήσει η Λέσχη Δημιουργικής Γραφής Γομολάστιχα και θα παιχτεί το βιβλιοκλίπ της νουβέλας.

Σας περιμένουμε εκεί!

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Τρία στιγμιότυπα


Π. Μ. Ζερβός
1. Τί μὲ ἀκολουθεῖ;
Τί μὲ ἀκολουθεῖ; Τί βρίσκεται στὸ διάβα μου καὶ πατᾶ πάνω στὰ χνάρια μου;
Κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ ποιός μὲ ἀκολουθεῖ· νὰ ἀποδώσω, δηλαδή, μιὰν ἀνθρώπινη παρουσία καὶ ταυτότητα στὴν σκιὰ ποὺ βρίσκεται πίσω μου. Ὅμως γιατί βιάστηκα νὰ ὑπαινιχθῶ πὼς ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ ἴσως δὲν εἶναι ἄνθρωπος; Ποιά ὑποσυνείδητη διεργασία καὶ ποιός κρυφὸς φόβος ξεπήδησαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς σκέψης μου; Θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐρευνήσω.
Ἂς τὸ ἐπαναδιατυπώσω σωστά, λοιπόν: Ποιός μὲ ἀκολουθεῖ; Ποιός ἔχει καρφώσει τὸ βλέμμα του στὴν πλάτη μου; Καὶ τί γυρεύει;
Ὁ συλλογισμός μου εἶναι λάθος· λάθος ἐξ ἀρχῆς: γιατί ἐπιμένω νὰ νομίζω πὼς κάποιος μὲ ἀκολουθεῖ; Στὸ κάτω-κάτω, εἶμαι σ’ ἕναν ὄχι ἔρημο (ἂν καὶ οὔτε πολυσύχναστο) δρόμο καὶ εἶναι φυσιολογικὸ νὰ τὸν διασχίζουν πολλοὶ περαστικοί.
Ναί, ἀλλὰ τώρα εἶναι μόνον ἕνας.

2. Στὸ κατώφλι
Στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μου βρίσκω ἕνα μενταγιόν χωρὶς ἁλυσιδίτσα, γυμνό. Τὸ πιάνω στὰ χέρια μου. Τὸ περιεργάζομαι. Τὸ σχέδιό του μοῦ εἶναι γνωστό, σὰν νὰ τό ’χω ξαναδεῖ κάποτε.
Σὲ ποιόν ἀνήκει; Καὶ πῶς βρέθηκε στὸ κατώφλι μου;
Τὸ βάζω στὴν τσέπη. Ἀφοῦ τὸ βρῆκα, εἶναι δικό μου, ἀποφασίζω.
Τὴν νύχτα, μὲ κλειστὰ τὰ μάτια, ἀναλογίζομαι τὰ πεπραγμένα τῆς ἡμέρας καὶ τί ἔχω νὰ κάνω τὴν ἑπομένη. Ἀρχίζω νὰ βυθίζομαι στὸν ὕπνο. Λίγο προτοῦ ἀποκοιμηθῶ, μιὰ σκέψη σὰν ψίθυρος περνάει ἀπ’ τὸ μυαλό μου:
Τὸ μενταγιὸν εἶναι ἐκείνης. Τὸ φοροῦσε μὲ τὸ νυφικό της φόρεμα τὴν ὥρα ποὺ τὴν κηδεύαμε.


3. Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια
Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια, θυμίζω στὸν ἑαυτό μου. Παίρνω τὴν σακούλα, τὴν δένω, βγαίνω ἀπ’ τὸ σπίτι.
Ξημέρωμα. Δὲν ἔχει φωτίσει ἀκόμη καλὰ-καλά, οἱ δρόμοι καὶ τὰ στενὰ εἶναι σκοτεινά, καθὼς τὰ δημόσια φῶτα ἔχουνε σβήσει. Οἱ σκιὲς στοὺς τοίχους ἀπ’ τὰ διερχόμενα αὐτοκίνητα μεγεθύνονται.
Πετάω τὰ σκουπίδια σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ μεταλλικὸ κάδο. Πηγαίνω πρὸς τὴν στάση τοῦ λεωφορείου.
Λίγα βήματα πιὸ πέρα, ἀκούω ἕνα θόρυβο. Προέρχεται ἀπὸ τὸν κάδο. Γυρίζω πίσω. Ἡ σακούλα μου μὲ τὰ σκουπίδια σαλεύει. Θά ’ναι κάποιο μαμμούνι ἢ κανὰ ποντίκι ποὺ εἶχε τρυπώσει καὶ δὲν τό ’χα δεῖ, σκέφτομαι. Ὅμως ἡ σακούλα μοιάζει σὰν νὰ κινεῖται ὁλόκληρη, σὰν ν’ ἀνασαίνει.
Ἡ ἰδέα μου θά ’ναι, συμπεραίνω βιαστικά. Εἶναι καὶ μισοσκόταδο...
Τρέχω γιὰ νὰ προλάβω τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν δουλειά μου.





Αὐτὰ τὰ τρία στιγμιότυπα (“σφηνάκια” τὰ ἀποκαλῶ χαριτολογώντας) τὰ ἔγραψα ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ ἱστολόγιο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐδῶ καὶ καιρὸ εἶχα τὴν ἐπιθυμία νὰ γράψω τέτοια στιγμιότυπα, στὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχειροῦσα νὰ σχηματίσω μιὰν ἀτμόσφαιρα ἀπειλῆς, ἂν ὄχι φρίκης, ἀλλὰ δὲν ἤξερα πῶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό. Ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ διαβάζετε αὐτὰ τὰ μικρὰ κείμενα, δὲν εἶμαι σίγουρος ἂν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶχα στὸν νοῦ μου.
Στὴν Λέσχη, ὅταν τὰ ὑπέβαλα πρὸς σχολιασμό, ἐκφράστηκε αὐτὴ ἡ ἐπιφύλαξη. Ὡστόσο, κανένα σχόλιο δὲν ἔγινε – σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα μου κείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἄκουγα ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανείς. Κατὰ γενικὴ ὁμολογία, πάντως, κανεὶς ἀπ’ τὴν Λέσχη δὲν ἔνοιωσε τρόμο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο μὲ βάζει σὲ σκέψεις.

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα


"...Το Γενάρη του ογδόντα εφτά είπα «δεν πάει άλλο!» Αποφάσισα ν’ αγοράσω το σπίτι και να παντρευτώ τη Μαγδαληνή. Λέει η πεθερά μου τότε στη γυναίκα μου: "Θα πάρει το σπίτι και θα μάς πετάξει έξω!" Αλλά τι να περιμένεις από μια γυναίκα που έχει δεχτεί να κοιμηθεί στο πάτωμα δίπλα στον άντρα της την ώρα που εκείνος απαύτωνε μια παστρικιά; «Δεν είναι τέτοιος ο Λεωνίδας», τής απάντησε με πρωτοφανή ετοιμότητα η Μαγδαληνή, κι έτσι της έκλεισε το στόμα. Προσωρινά, όμως. Έδωσα μια προκαταβολή στην αρχή του Γενάρη. Μετά το γάμο, που έγινε εικοσιπέντε Φεβρουαρίου, αρχές Μάρτη, έγινε το συμβόλαιο της αγοράς του σπιτιού όπου θα μέναμε με το γιο της. Η κόρη της κι ο φρέσκος σύζυγός της, που ήταν στο επάγγελμα πλακάς, πήγανε και ψάξανε στού διαόλου τη μάνα να βρουν να μείνουν. Πού είναι το Στάδιο στην Καλογρέζα; Ε, εκεί, εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα από το σπίτι μας, άν είναι δυνατόν, τη στιγμή που η δουλειά της ήτανε στο κέντρο! Όλα αυτά βέβαια για ν’ αποφύγει την υπηρεσία των γηρατειών. Ο Απρίλης, πριν το Πάσχα, μάς βρίσκει να μάς πεθαίνει μέσα στο σπίτι η πεθερά μου, που τη φρόντιζε η Μαγδαληνή ως τότε. Στο εξής θ' αναλάμβανε το χήρο πατέρα της, χωρίς την παραμικρή υποστήριξη από τα αδέλφια της. Κι εγώ τάβλεπα όλα αυτά και δεν μιλούσα... Χρειαζόταν να πάει νοσοκομείο ο πατέρας; "Μαγδαληνή πάρτον στο νοσοκομείο!" Έπρεπε να περάσει από τα δικά της τα χέρια κι αυτό. Δεν μιλούσα. Ανασκουμπωνόταν η Μαγδαληνή, τον έβαζε τον πατέρα σε ταξί, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Όλα η Μαγδαληνή.

H αδελφή της η Πίτσα είχε πείσει τον άντρα της να φέρει τον γέρο πατέρα του στη μονοκατοικία που τούχε νοικιάσει στην Κάτω Κηφισιά, με το πρόσχημα πως τάχατες θαρχόταν να τον κοιτάξει η παλιά του νύφη. Εκεί λοιπόν μαθαίνω πως η δαιμόνια κουνιάδα μου είχε εγκαταστήσει στο σπίτι, μαζί με τον προς εκμετάλλευσιν πεθερό, ένα γλύπτη και ζωγράφο, τον Παρμενίωνα, που υποδυόταν δυστυχώς τον πολιτικό, και μάλιστα ήταν πιο ακραίος και από τον Παπαδόπουλο. Σκέψου αυτόν τον άνθρωπο να τής ζωγραφίζει έναν τεράστιο πίνακα με στοιχεία της αρχαίας μυθολογίας: για να τρώει μόνο ένα πιάτο φαί, και να ισχυρίζεται αυτή η αστοιχείωτη πως τάχατες έχει μανία με τη ζωγραφική. Λέω μέσα μου «Ετούτον αυτή η σκρόφα τον έχει σπιτώσει για κάποιο λόγο!» Αυτός ο περίεργος ο Παρμενίων με επισκεπτόταν σπίτι μου δήθεν για να πιεί έναν καφέ, στην ουσία όμως για να με πείσει να γίνω φασίστας. Μού έλεγε το λοιπόν κουτσομπολιά ό,τι έβλεπε εκεί μέσα. Ότι τής έλεγε ο παππούς: «Γιατί κόρη μου μού φέρεσαι έτσι; Αφού υπέγραψα γιατί με πιέζεις;» Ότι τού είχε αλλάξει τα ράμματα του ανθρώπου να υπογράψει τη διαθήκη, δια της βίας. Ότι σηκωνόταν κι έφευγε από τη δουλειά της κι ερχόταν και κοιμόταν στα πόδια της μάνας της και του πατέρα της. Μετά δυο μέρες ερχόταν να τού φτιάξω καφέ αυτός ο Παρμενίων και έλεγε: "Πονάει η καρδιά μου να τον βλέπω χεσμένο και να μην τον καθαρίζει!". Συχνά το γέρο τον καθάριζε αυτός ο ίδιος, ο ζωγράφος ο φασίστας δηλαδή. Ένα βράδυ του ίδιου χειμώνα μού λέει πάλι: «Πονάει η καρδιά μου να βλέπω το γέρο να τον σέρνει χεσμένο στην αυλή και να τον καθαρίζει χειμωνιάτικα με τη μάνικα!»

Όλο τού πόναγε η καρδιά του αυτού του μαλάκα. Αστεία αστεία όμως πιο πολύ τον πόνεσε τον γέρο ο φασίστας από οποιονδήποτε άλλον. Για να μην πω ότι ήταν ο μόνος που τον πόνεσε. ‘Ολοι οι άλλοι μεθόδευαν την εξόντωσή του. Είναι κι αυτό ένα απ' τα συμπτώματα που έλεγα της εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης που είχε επιφέρει ο πόλεμος ή η ανέχεια. "Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το χόρτο", που λέει κι ο Σεφέρης.

Δεν έμαθα ποτέ πότε ακριβώς και πώς πέθανε αυτός ο ταλαίπωρος γέρος. Όμως κάτι μού έλεγε πως ο επόμενος στόχος θα ήμουν εγώ. Πώς τον Οιδίποδα τον πέταξε ο Πολυνείκης στο δρόμο, τυφλό και ανήμπορο; Περίπου με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να είχαν βαλθεί να ξεκάνουν το γέρο αυτό άνθρωπο, φροντίζοντας να φανεί ο θάνατός του φυσικός. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς, αλλά δεν κατέληγα εύκολα σε συμπεράσματα, θέλεις γιατί ήμουν ανώριμος, θέλεις γιατί μ' έπαιρνε από κάτω η καθημερινότητα.

Πάντως, με όλες αυτές τις υπόνοιες να πλανώνται, τη μέρα που πέθανε η πεθερά μου ήλθε η ξαδέλφη του πατέρα μου η Νεφέλη, που ήταν γιατρός, για να δώσει το χαρτί να κηδευτεί η πεθαμένη. Η Νεφέλη βάζει καθρεφτάκι να δει άν θαμπώνει η ανάσα της πεθεράς μου και διαπιστώνει κλινικό θάνατο. Γυρνάει και με ρωτάει μάνι μάνι:
-Τι περιουσία έχει η μακαρίτισσα;
Τής κάνω τότε :
- Ούτε γυμνοσάλιαγκας! Το βρακί της και το σάβανο στο φέρετρο!
-Και τι εισοδήματα έχει;
-Έ, τη σύνταξη μόνο του ΟΓΑ.
Η Νεφέλη είχε ήδη αρχίσει να γράφει το πιστοποιητικό θανάτου.
- Γιατί ρωτάς ;
Η απάντησή της με άφησε με το στόμα ανοιχτό:
-Α, γιατί άν είχε κάποια περιουσία θα τήν έστελνα για νεκροψία!

Αυτά είπε η Νεφέλη. Βλέπεις, η πεθερά μου πέθανε κι αυτή μέσα στο σπίτι και γινόταν ο αναπόφευκτος συνειρμός. Ποιός γιατρός–σκέφτηκα εγώ- υπέγραψε το πολυπόθητο χαρτί για το θάνατο εκείνου του πάμπλουτου γέρου; Και ποια συμβολαιογράφος συνέταξε τη διαθήκη του; Ποιοι μάρτυρες παρέστησαν στο άνοιγμα αυτής της διαθήκης; Και πώς όλα αυτά σχετίζονταν με την ιστορία της δικής μου περιουσίας;"

(ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ "Ένα Τριάρι για τον Οιδίποδα")

Νίκος Ξένιος

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Κολώνα του σπιτιού

του Σοφοκλή Ρόκου

Άργησε να σηκωθεί σήμερα κι έπρεπε να του ετοιμάσει το πρωινό του στην ώρα του. Ποιος τον άκουγε έτσι και ξυπνούσε και δεν ήταν όλα έτοιμα. Εχτές που την είχε πάρει ο ύπνος έφτασε να ξυπνήσει εκείνος κι αυτή να μην έχει ακόμη σηκωθεί, τότε κι εκείνος άρχισε να μουγκρίζει δυνατά και να χειρονομεί με τα δάχτυλα και να κοπανάει τα κάγκελα του κρεβατιού του και όταν τελικά εκείνη σηκώθηκε και είδε τα μάτια του τα πεταμένα έξω φοβήθηκε πως θα πάθαινε κι άλλο εγκεφαλικό που θα τον αποτέλειωνε πια. Άσε που θα τον άκουγε κι η γειτονιά έτσι που μούγκριζε, τι θα ‘λεγαν οι άνθρωποι, ότι δεν τον φροντίζει αρκετά. Κι όμως εκείνη δέκα χρόνια τώρα στρατιωτάκι υπάκουο στα μουγκρητά του, κάθε του νεύμα και διαταγή, πετάγεται ακόμη και τη νύχτα από τον καναπέ της- κρεβάτι δεν αξιώθηκε το σώμα της από τότε που αρρώστησε εκείνος, μην τύχει και την πάρει βαριά ο ύπνος και κάτι του συμβεί και δεν τον συντρέξει. Τον είχε όμως πεντακάθαρο, όλοι το ‘λεγαν μοσχομύριζε το απολειφάδι του και μερικές μέρες από την πάστρα και την περιποίηση τα μάτια του άστραφταν και κάτι σα χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του, τρόμαζαν οι παρευρισκόμενοι, ας μη χαμογελούσε καλύτερα. Πάντως εκείνην την παίνευαν, εσύ-τον-κρατάς-στη-ζωή-κυρά-Βούλα και άλλες-στη-θέση-σου-θα-‘παίρναν-μια-νοσοκόμα-και-θα-ξεμπέρδευαν, καμάρωνε μέσα της κι ας ήταν αγράμματη και δεν την ήθελαν οι δικοί του, γιατί τού ‘πεφτε φτωχιά και παρακατιανή και πολύ μικρότερή του, τότε του ‘λεγαν ότι θα του τα φοράει, τους τα βούλωσε τώρα τα στόματα. Μερικές φορές τα βράδια καθόταν και τον χάζευε, κάτασπρος σα χάρτινος της φαινόταν , το χαρτί όπου έγραψε όλη της τη ζωή, παιδιά δεν έκαναν, μια φορά που κατάφερε να την γκαστρώσει, το ‘χάσαν, αδύναμη σύλληψη είχε πει ο γιατρός, δεν ήταν για να ζήσει το μωρό, της αγόρασε το διαμέρισμα εκείνη τη χρονιά, ας είναι καλά ο καημένος, την εξασφάλισε. Περνούσαν ήσυχα οι δυο τους, πριν αρρωστήσει, δεν έβγαιναν σχεδόν ποτέ, εξόν σε καμιάν επίσκεψη και στην εκκλησία τις Κυριακές, αυτό εξ άπαντος. Κάποτε του είχε ζητήσει να την αφήσει να μάθει να οδηγεί, να της πάρει κι ένα μικρό αυτοκινητάκι να πηγαίνουν καμιά βόλτα τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, το αρνήθηκε εκείνος επίμονα, έτσι όπως οδηγούν στις μέρες μας οι άνθρωποι θα τους σκότωναν σίγουρα ή θα τους σακάτευαν και θα ‘μεναν για πάντα στο κρεβάτι, άσε καλύτερα, φύλαγε τα ρούχα σου να ‘χεις τα μισά. Δεν πρόφτασε κουβέντα να της πει τη νύχτα του εγκεφαλικού, από μόνη της τον είχε εκείνη έννοια, σαν κάποιο χέρι να τη σκούντησε, σήκω ο Νίκος δεν είναι καλά, είχε πεταχτεί θυμάται απ’ τον ύπνο, του έσωσε τη ζωή, και των δυο τους έσωσε τη ζωή. Δεν ξεμύτησε ούτε εκείνη από τότε απ’ το σπίτι, κάποτε που του ‘φεραν οι συγγενείς του μια νοσοκόμα και τον άφησε μαζί της για να πάει λαϊκή, έκλαιγε και μούγκριζε τόσο εκείνος, που η νοσοκόμα τον παράτησε και τη γύρευε στους πάγκους με τα λαχανικά. Δεν τον ξανάφησε πια. Άναψε το μικρό ματάκι της κουζίνας, έβαλε πάνω το μπρίκι, να φτιάξει πρώτα καφέ για την ίδια κι έπειτα να ζεστάνει το γάλα του, έσουρε τις παντόφλες της ως το μπάνιο, κάθισε στη λεκάνη μ’ ανοιχτή την πόρτα, μην ξυπνήσει και δεν τον ακούσει. Δεν ακουγόταν ακόμη, θα τα ετοίμαζε όλα πρώτα, το γάλα, τις φρυγανιές και το χυμό, μετά θα πήγαινε στο δωμάτιό του, μην τον ενοχλήσει πριν την ώρα του, δε θα ‘ταν ακόμη οχτώ, αυτός ήταν ακριβής, πάντα στην ώρα του ξύπναγε. Η ματιά της έπεσε στο ρολόι του τοίχου, δέκα και μισή, αν είναι δυνατόν, η καρδιά της πήγε να σπάσει, Θεέ μου παρακοιμήθηκε, τι ‘ταν και τούτο πάλι, τρόμαξε, τα πόδια της σα να πάγωσαν κι αμέσως μετά να ‘λιωσαν। Σηκώθηκε από την λεκάνη τρέμοντας, ανέβασε τα βρακιά της όπως-όπως, θολωμένο το κεφάλι, σκουντούφλησε στην πόρτα της κάμαράς του, τα κατάφερε μπήκε, όρμησε στο κρεβάτι του, τον έπιασε από το γιακά τον πεντακάθαρο της πυτζάμας του Νίκο-μίλα-μου-Νίκο-μου-άντρα-μου-κολώνα-μου.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Kόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό

του Νίκου Ξένιου



Στην εξοχή ο ύπνος είναι βαρύς. Εκείνο το βράδυ όμως είδα εφιάλτη. Περπατώντας με τα πολλά του ποδαράκια ήλθε ο ήρωας της Μεταμόρφωσης του Κάφκα στον ύπνο μου και με τη δική του φωνή μούδωσε να καταλάβω. Όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός, μού είπε, είναι προέκταση του χεριού. Του χεριού και όχι του ποδιού. Ήξερα πως είναι εφιάλτης, αλλά με μιαν αντίληψη, σαν να είχα πάρει ναρκωτικά. Ίσως το γεύμα που ο Γκριγκόρι Σάμσα ζητούσε να του παραθέσω νάταν αρκετό για να με αλυσοδέσουν, κι ας τον είχα απομονώσει σ’ένα σταύλο της Ιωλκού, έξω από το Βόλο. Το χέρι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, καθορίζει την κατασκευή των εργαλείων του, το ποιόν της διατροφής του, συνέχισε να λέει ο Γκριγκόρι σπώντας θραύσματα τις λέξεις. Κι έχανε τη στερεότητά της η φράση σαν παξιμάδι μουλιασμένο, υγραινόταν το σιχαμένο αυτό ηχείο ανατριχιάζοντας ταυτόχρονα σύσσωμο κι αποκαλύπτοντας τον εσωτερικό κοιλιακό του χώρο, τόσο τρωτό και συνάμα τόσο μυώδη.
Ο τσέχος σκαθαροζούμης με κοιτούσε με απέχθεια. Μέσα από τους απερίγραπτους βόθρους και τα κανάλια των πόλεων είχε περάσει στα αστικά σαλόνια της λογοτεχνίας και μετά είχε ξαναγυρίσει στο φυσικό του περιβάλλον. Προσκρούοντας, ένα αιώνα τώρα, σε αιχμηρά αντικείμενα έχανε κομμάτια του κριτσανιστού του κορμιού από δω κι από κει. Σίχαμα! Όμως θεραπευόταν κάθε πληγή του με μια ταχύτητα πρωτοφανή. Το τι έτρωγε να μην το θίξω καλύτερα. Οι γαστριμαργικές μου συνήθειες των τελευταίων εκατό χρόνων...προσπαθούσε να μου πει, αλλά εγώ δεν τον άφηνα, γιατί όπως και να το κάνουμε είχα συνηθίσει το πρωϊνό μου να είναι απολαυστικό, να τέρπει τον ουρανίσκο, κι αυτός ήταν τόσο, τόσο...πώς να το πω;
Για όσην ώρα τον κρατούσα εκεί απέναντί μου, ούτε δευτερόλεπτο δεν μου πέρασε η ιδέα πως πρόκειται για ήρωα του Μπάροουζ ή του Κάφκα. Και τι να λέμε τώρα, ποιος δεν τάχει σκεφτεί αυτά, ουδεμία σχέση με το είδος του, που ως γνωστόν επιβιώνει στις πιο αντίξοες συνθήκες. Δεν είχα φροντίσει, όπως θάκανε κάθε καλός οικοδεσπότης, να προμηθευτώ τα κατάλληλα για την περίπτωσή του εδέσματα. Μέσα σε μισή ώρα μου είχε παραθέσει ένα κατάλογο τέτοιων εδεσμάτων, γιατί όσο θα καταβρόχθιζα βουλιμικά το δικό μου πρόγευμα αυτός δεν θα ζήλευε ούτε θα πεινούσε. Θα πρέπει νάτρωγε μόνο χόρτα, άν είναι δυνατόν. Έπαιζε βιολί με μια κεραία του πάνω στις διάφανες καφετιές φτερούγες του και τραγουδούσε: «La cucaracha, la cucaracha…» Η λογική του εφιάλτη. Πρασινάδες και πράσινα άλογα. Και χόρτα. Εκτός ορίων πολιτισμού.

Πώς άντεξα τις διηγήσεις του για την Πράγα στην εποχή της αποθέωσης της γραφειοκρατίας, διαδηλώσεις, χέρια με κλόμπς, και να λέει οι ολοκληρωτικές κυβερνήσεις είχαν προβλέψει για μας. Μόνο τα κλίματα των περιοχών όπου έστελναν τους πολιτικούς εξορίστους δεν μας ευνοούσαν. Τον κοιτούσα με βδελυγμία αλλ’ αυτό κατά περίεργο τρόπο δεν τον προσέβαλλε, όπως δεν τον προσέβαλλε η αντίδραση της ίδιας του της μάνας τότε. Πιάνοντας τη σκέψη μου σχολίασε Τι ξέρουν οι επαρχιώτες από υγρασία; Άλλο να μου το λέει και άλλο να το βλέπω το κλίμα σ’αυτή τη σκοτεινή πολιτεία, τριάντα χρόνια αργότερα στο υπέδαφος του Βερολίνου και στο δίκτυο υπονόμων του Παρισιού κι έπειτα εδώ κάτω, στη Μεσόγειο. Μα εγώ είχα κολλήσει στην απορία πώς της βάσταξε της μάνας του να του φερθεί έτσι. Παιδί της ήσουν στο κάτω κάτω!
Ξάφνου έστρεψε όλο το κορμί του του αστακού κινώντας ταυτόχρονα όλα τα ποδαράκια προς τα πίσω και τεντώνοντας τις κεραίες του. Με κοίταξε πλάγια Ό,τι πετάξεις πέταξες, κι έκανε στο χώρο τον ήχο που κάνει ένα πουλί μέσα σε στενόχωρο κλουβί που φοβάται μην πιαστούν τα νύχια του και κρεμαστεί στα κάγκελα, έπειτα κατρακύλησε με εκπληκτική ταχύτητα στην οροφή κι άρχισε από ψηλά να πλέκει εγκώμια για τους οχετούς και τις σωληνώσεις. Το μικρό δωμάτιο που χρησίμευε σαν σταύλος αντήχησε από τα λόγια του όπως μου τα εκσφενδόνιζε από ψηλά, κοιτώντας με ανάποδα: Ό,τι πετάξεις πέταξες πετάνε τα πιο σημαντικά! βιβλία κι εφημερίδες με πρωτοσέλιδα το κόκκινο μελάνι το πετάνε το κόκκινο. Το κόκκινο! στρίγκλισε φουρφουρίζοντας τις προτιμήσεις του, ενώ στριμωχνόταν και χωρούσε το καφετί ελαστικό κορμί στη χαραμάδα πάνω από τον εξαεριστήρα και πάει, έγινε άφαντος.

Ξυπνώντας από τον εφιάλτη με το αρθρόποδο της κεντρικής Ευρώπης σκέφτηκα: -Δεν είναι θέμα ύπαρξης ή μη πολιτισμού. Ούτε τίνος πολιτισμού. Τέλος, δεν αφορά κάν τη σύγκρουση Φύσης και Πολιτισμού!
Όπως σηκωνόμουν, κουτούλησα κατά λάθος στην πόρτα της παλιάς ντουλάπας με τον καθρέφτη, που ήταν παρατημένη μισάνοιχτη. Φοβόμουν ν’ αντικρύσω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Όπως έγερνε κι έκλεινε η πόρτα προς στιγμήν ανακουφίστηκα γιατί είδα το μούσι μου, τα χείλη μου και το δεξί μου μάτι. Απαράλλακτα. Πήγα να συνέλθω να σκεφτώ Ευτυχώς , αλλά όχι. Δεν πρόλαβε να γείρει κι άλλο το φύλλο της ντουλάπας και με οδύνη
(Πώς η μνήμη μου σβύστηκε γαμώτο μες στον ύπνο!)
με οδύνη αντίκρυσα τη χαίτη, άκουσα το ποδοβολητό και όπως έκλεινε η ντουλάπα καθρεφτίστηκε η αλογίσια μου ουρά να κυματίζει σφηνωμένη στα τεράστια καπούλια μου,είδα και το χλωρό σανό πεταμένο στο δάπεδο, Θεέ μου , χλιμίντρισα και θυμήθηκα

Από την εποχή που οι αστικοί μύθοι δεν επαρκούν πια

είμαι και πάλι Κένταυρος.


(Όταν πρωτόγραψα αυτή την ιστορία την προόριζα για άσκηση λόγου: το ζήτημα ήταν να ξεκινήσει κανείς από τη ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ του Κάφκα και να γράψει κάτι παραπέρα. Το θέμα και το ύφος του κειμένου ξένισαν την ομάδα. Ανεξάρτητα από το βαθμό κατανόησης ή τη συναισθηματική μέθεξη στα τεκταινόμενα, όλοι είχαν την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα κείμενο αντιπροσωπευτικό του στυλ μου. Προσωπικά θεωρώ ότι εκφράζει απλώς ένα συμβολικό στυλ που κατά καιρούς υιοθετώ. Επίσης, το θεωρώ δύσκολο κείμενο. Με λίγα λόγια, δεν θα το πρότεινα στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Όλα αυτά όμως δεν είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι συνιστούν αρετές για τη συγγραφή ενός διηγήματος. Ωστόσο, το αγαπώ αυτό το κείμενο, γι' αυτό και το έβαλα πρώτο στη συλλογή διηγημάτων μου "Το Άχτι", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Φαρφουλάς".)

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Η μέρα της νοικοκυράς

Σήμερα το πρωί δεν ένιωθε καλά. Κάθε πρωί τώρα τελευταία ξύπναγε με κάποια αδιαθεσία, κάτι σα βαρυστομαχιά, σαν αναγούλα, αλλά εμετό δεν έκανε. Μέχρι σήμερα, γιατί σήμερα το πρωί και ενώ ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει , ξέρασε όλο του το πρωινό στο πάτωμα.
Σηκώθηκε σχεδόν τρέμοντας και σκέφθηκε την πιθανότητα να ‘ναι έγκυος. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει μια απερίγραπτη ευτυχία, ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να κάνει στην αγαπημένη του Ματίλντα.
Είχαν παντρευτεί έναν όμορφο ανθισμένο Απρίλη σ’ ένα ερημοκκλήσι στην Αμοργό. Οι δικοί του δεν την ήθελαν τη Ματίλντα γιατί ήταν φτωχιά, τον είχαν αποκληρώσει κι είχε να τους δει δυο χρόνια, αλλά η γυναίκα του ήταν εργατική και τίμια κι εκείνος την αγαπούσε και δεν του έλειπε καθόλου το πλουσιόσπιτο του κι ας ζούσε σ’ ένα διαμερισματάκι στην Κυψέλη ανάμεσα σε Πολωνούς και μαύρους γείτονες. Ήταν ευτυχισμένος δίπλα της, δεν τον πήρε για τα λεφτά του, αδιαφορούσε για την τεράστια προίκα του, απλά ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον και τώρα, για φαντάσου, είχε στα σπλάχνα του το παιδί της.
Μα ας μην βιάζεται να χαρεί, έπρεπε πρώτα απ’ όλα να βεβαιωθεί. Έπρεπε να κάνει όσο γινόταν πιο γρήγορα το τεστ κοπράνων. Είχε βέβαια εδώ και κάμποσες μέρες μια καθυστέρηση στην αφόδευση αλλά δεν ήταν και σίγουρος ότι αυτό σήμαινε εγκυμοσύνη, μπορεί να ήταν από το άγχος. Ήθελε τόσο πολύ ένα παιδί.
Σε λιγότερο από μισή ώρα βρισκόταν στο μικροβιολογικό εργαστήριο με ένα ελάχιστο δείγμα πρωκτικού υγρού που κατάφερε να αποσπάσει και το παρέδιδε στον μουτρωμένο υπάλληλο. Σε δυο ώρες το πολύ θα ήξερε.
Μέχρι τότε είχε δουλειές με φούντες, έπρεπε να ετοιμάσει ένα δείπνο αντάξιο της περίστασης, περιμένοντας τη Ματίλντα από την οικοδομή. Θα της ετοίμαζε μουσακά που τον λάτρευε, ίσως και τούρτα, είχε φυλαγμένα λίγα χρήματα απ’ αυτά που του έδινε κάθε μέρα για το φαί, εκείνη έκανε και υπερωρίες για να μην του λείψει τίποτα και φυσικά ούτε ν’ ακούσει για να βγει να δουλέψει κι αυτός να βοηθήσει την κατάσταση.
Ο άντρας μου δε θέλω να δουλεύει, να βγαίνει από το σπίτι και να του βάζει χέρι η μια και η άλλη. Εγώ τη δουλειά δεν τη φοβάμαι, μπορώ να σε ζήσω, βασιλιά θα σ’ έχω.
Και πράγματι δεν είχε κανένα παράπονο και τώρα όλα θα της τα ανταπέδιδε μ’ ένα παιδάκι.
Τη φανταζόταν να κάθεται απέναντί του με το λαμπερό της χαμόγελο και το θεληματικό της πηγούνι και να τον κοιτά απορημένη.
Πες μου λοιπόν ποια είναι η έκπληξη που μού ‘λεγες;
Όχι, μετά το γλυκό
Ωωω, θα με σκάσεις...
Θα τη βασάνιζε πολύ πριν της το πει, άλλωστε τα νάζια του ήταν πάντα το δυνατό του σημείο, πάντα μ’ αυτά την κατάφερνε να κάνουν τελικά αυτό που ήθελε εκείνος.
Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν και λίγο, μήπως τα οικονομικά τους δεν το επέτρεπαν, μήπως είχε άλλα σχέδια εκείνη στο μυαλό της, κι αν ήθελε πρώτα να πάρουν εκείνο το αυτοκίνητο που ονειρευόταν και το κοιτούσε συνεχώς στα περιοδικά;
Έδιωξε αμέσως τις κακές σκέψεις απ’ το μυαλό του, φυσικά και θα το χαιρόταν, θα τον φιλούσε, θα τον άρπαζε στα δυνατά της μπράτσα και θα τον πήγαινε αγκαλιά στο κρεβάτι τους, έκανε άραγε ή δεν έπρεπε λόγω του μωρού;
Το τηλέφωνο, ναι ήταν το τηλέφωνο, τώρα επιτέλους θα σιγουρευτεί. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, το χέρι έτρεμε αλλά η χαρά του δεν περιγράφεται, όταν άκουσε ότι ναι, ήταν τελικά θετικό, περίμενε μωρό, το μωρό της αγαπημένης του Ματίλντας.
Ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος, ήθελε να φωνάξει, να το πει στον κόσμο όλο, ήταν τόσο περήφανος. Ανυπομονούσε να έρθει το απόγευμα να γυρίσει η Ματίλντα. Θα ήταν φυσικά η πρώτη που θα το μάθαινε. Ή όχι;
Ένας άνθρωπος του ήρθε αμέσως στο μυαλό, ο μόνος που θα καταλάβαινε την ευτυχία αλλά και την αγωνία που τον έτρωγε τούτη την άγια στιγμή που θα τη θυμόταν για πάντα στη ζωή του και θα την διηγιόταν και στο γιο του, γιατί δεν το συζητούσε γιο θα έκανε. Ο μόνος άνθρωπος που ήξερε τι θα πει να κουβαλάς μια ζωή στα σπλάχνα σου, μια ζωή που είναι η ένωση η δικιά σου με την καλή σου. Πόσο αυτό αλλάζει και καθορίζει τη ζωή σου. Σχημάτισε αμέσως, σχεδόν τρέμοντας, έναν αριθμό στο τηλέφωνο.
Πατέρα, εγώ είμαι...

Όταν ο Σοφοκλής έφερε το διήγημα αυτό στην ομάδα η βασικότερη αντίρρηση ήταν ότι είναι επιφανειακό κι εξυπνακίστικο. Εκείνος πάντως πιστεύει πως αξίζει τον κόπο να δει κανείς, ότι το να φέρνεις παιδιά στον κόσμο γεννώντας τα, αναγκαστικά καθορίζει σε πολλά σημεία και την κοινωνική σου συμπεριφορά. Όλα λοιπόν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς.