Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νουβέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νουβέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Νέα κυκλοφορία: "Ενα τριάρι για τον Οιδίποδα" του Νίκου Ξένιου



...Σε μια στιγμή -σε όλους συμβαίνει- γύρισε και την κοίταξε και του φάνηκε σαν ένας ξένος άνθρωπος. Αυτό που συμβαίνει στον καθένα έπειτα από πολύχρονη σχέση με τον ίδιο άνθρωπο, που γυρνάς και κοιτάς τον άλλον και σκέφτεσαι για κλάσματα δευτερολέπτου: «Τι σκόπευα να κάνω εγώ στη ζωή μου; Το και το. Τι έκανα τελικά; Εκείνο, και το άλλο». Και που όλ’ αυτά παρελαύνουν με ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας απ’ το μυαλό σου κι αφαιρείσαι για μισό λεπτό και ξανασκέφτεσαι: «Τι θέλω εγώ μ’ αυτήν τη γυναίκα;».

Τότε εκείνη κατάλαβε: ο Λεωνίδας το είδε στο έντρομο βλέμμα της, στη στάλα ιδρώτα που κύλησε κάτω από τ’ αυτί της. Ήταν κοντούλα και μπόρεσε να τη δει αυτήν τη μικρή σταγόνα κάτω απ’ το φως του λαμπτήρα. Μα προπάντων είδε τη στιγμιαία, τελείως στιγμιαία απόγνωση στο βλέμμα της και κατάλαβε πως κι εκείνη είχε καταλάβει. Αφού έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, δεν έχασε την ψυχραιμία του: «Στάσου. Στάσου έτσι όπως είσαι και χαμογέλα μου», της είπε. «Γιατί;» απόρησε η Μαγδαληνή. «Γιατί είσαι πολύ όμορφη σήμερα», είπε ψέματα ο Λεωνίδας.

Μετά από τη συλλογή διηγημάτων "Το Αχτι" που του χάρισε και την υποψηφιότητα για το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού "Διαβάζω", ο Νίκος Ξένιος επιστρέφει με τη νέα του δουλειά που κυκλοφορεί -επίσης- από τις εκδόσεις Φαρφουλάς. Μια νουβέλα για την ανθρώπινη φύση, για την ομορφιά και την αθλιότητά της και μια νουβέλα για την αθανασία. Ενα βιβλίο αληθινό κόσμημα, ορόσημο της συγγραφικής του ωριμότητας, το αγαπημένο μου, πλέον, του Νίκου Ξένιου. Νίκο, καλή επιτυχία!

Ο Νίκος Ξένιος γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει κι εργάζεται. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Οδός Πανός, Φαρφουλάς και Anteprima. Συμμετείχε στις ομαδικές συλλογές διηγημάτων Ιστός ’95 (εκδ. Ιστός) και Γράψε Σβήσε (εκδ. Φαρφουλάς), στον επιστημονικό τόμο Greek Magic (ed. Routledge), στο Λεξικό Θεατρικών Όρων (εκδ. ΚΟΑΝ), στην Ελληνική Γραμματική για Ρωσόφωνους (εκδ. Πελασγός) και στον τόμο Θέατρο και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση (εκδ. Ζαχαρόπουλος). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Το Τέταρτο, Αρχαιολογία και Τέχνες, Ουτοπία, Τόπος Επίκοινος, Θεατρογραφίες, Dioniso (Συρακούσες) και Théâtres du Monde (Avignon).

Η συλλογή διηγημάτων του Το άχτι κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Φαρφουλάς και προκρίθηκε ως υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Απόσπασμα από τη νουβέλα "Ψυχή στην Κούλουρη" Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


-Τι τάξη πας, Άγη;
-Πέρσι πήγαινα Πρώτη Γυμνασίου, άρα;
-Μάλιστα, άρα Δευτέρα. Και είσαι καλός μαθητής;
-Δεν ξέρω.
-Τι πάει να πει δεν ξέρεις;
-Πάει να πει πως δεν μπορώ εγώ να πω για μένα.
-Α! Είσαι έξυπνο παιδί, σαν τη μάνα σου.
-Και τον πατέρα μου. Θέλει δυο για να γίνει, έλεγε η γιαγιά.
-Ναι, ναι… Σωστά το λες.
-Πόσο μεγάλο είναι τα ταξί σου;
-Α! Πολύ μεγάλο, Μερσεντές, ξέρεις από Μερσεντές; Είναι πολύ ωραίο αμάξι.
-Δεν έχει όμως ταπετσαρία.
-Τι;
Καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα και μάλιστα στην άκρη και κοιτούσε συνέχεια την λουλουδάτη ταπετσαρία τους. Θα την χαλάσει ο χοντρός την καρέκλα, σκέφτηκε ο Άγης, και είδε περιττά στρώματα λίπους σε δίπλες να την καταπιέζουν, ενώ εκείνη άφηνε χαρακτηριστικές στριγγές σε κάθε κούνημα του χοντρού.
Έψαξε τη μάνα του, είχε πεταχτεί στην κουζίνα να φέρει καφέ και γλυκό του κουταλιού, κυδώνι με αμύγδαλο – κι αυτό το αγαπημένο του, λοιπόν; Ποιος του έφταιγε τώρα; Λες και γινόταν επίτηδες για να τον αντιπαθήσει, κι αυτός καθόταν ατάραχος στην πολυθρόνα, ούτε μια σταγόνα στην γκρι φαβορίτα του, χάθηκε κι αυτή η μάνα να ΄χε κάνει γλυκό κάστανο; Αυτό ήταν μια αηδία, θα του το ’δινε ευχαρίστως να το πάρει και στο σπίτι – ή μάλλον στο ταξί του, αφού αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να έμενε σε σπίτι. Τόσο βρόμικος τού φάνηκε και τόσο ταλαιπωρημένος, όμως δεν ένιωθε κανένα οίκτο γι’ αυτόν, αντιθέτως του ’ρθε να γελάσει στη σκέψη πως ο κύριος Μπάμπης είχε για σπίτι ένα κίτρινο κατασκεύασμα από παλιοσίδερα. Τον φαντάστηκε στριμωγμένο στο πίσω κάθισμα να προσπαθεί να βολέψει τα χοντρά του πόδια στην πίσω πόρτα. Να κοιτάει το ταβάνι και να ονειρεύεται τα μπορντό λουλούδια και τις ριγωτές γραμμές της ταπετσαρίας της μαμάς.
Ταπετσαρία (η), ουσιαστικό= Ο χαρτονένιος κόσμος του τοίχου.
Αλλά δεν υπάρχει ταπετσαρία, αντί γι’ αυτή τον σκέφτεται να παρατηρεί μόνο τη μαυρίλα απ΄ τα τσιγάρα των επιβατών και να χάσκει σα χάνος. Να γυρνοβολάει για να κοιμηθεί χωρίς επιτυχία, η ζώνη του να πιάνεται στο μαδημένο σαλόνι και να αποκαλύπτει μια τούφα από το μουσταρδί αφρολέξ.
Αφρολέξ (το), ουσιαστικό= Λέξη από αφρό.
-Ο καφές σου, Μπάμπη, το καϊμάκι δε μου πέτυχε αυτή τη φορά!
Ο μικρός τής έριξε μια γρήγορη ματιά και ύστερα κάρφωσε το βλέμμα στα δάχτυλα του Μπάμπη∙ ήταν τριχωτά και σκαμμένα.
Τα είδε να ξεκλειδώνουν το κίτρινο πορτ-μπαγκάζ. Εκεί υπάρχει καταχωνιασμένο ένα μπρίκι, θέλει να ψήσει καφέ. Το τραβάει ενώ χώνει όπως όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο στο παντελόνι του με το ζόρι. Μετά ανοίγει το ντουλαπάκι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και βγάζει ένα διπλό μάτι κουζίνας. Το κάθισμα του συνοδηγού δεν υπάρχει, είναι ξηλωμένο, στη θέση του φιγουράρει ένα μικρό μακρόστενο τραπέζι. Παίρνει το μάτι και το ακουμπά πάνω στο τραπεζάκι, μετά αδειάζει ένα μικρό εμφιαλωμένο νερό στο μπρίκι και τo ανάβει.
-Πολύ ωραίος, κυρία Άνδριάννα μου, μέσα στη ζάχαρη είναι!
Καμία απάντηση. Ο Άγης τον παρατηρεί να ψάχνει τη σκιά της μάνας του στο φως της κουζίνας, το μόνο που βλέπει είναι οι ατμοί που ανεβαίνουν στον απορροφητήρα...

Η παρουσίαση της "Ψυχής στην Κούλουρη"

 
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Τσαμαντάκης στον Πειραιά.

Στο videowall, το βιβλιοκλιπ της νουβέλας με σκηνές από το βιβλίο που θα αναρτηθεί σε μερικές μέρες στο youtube.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους , με τιμήσατε πραγματικά με την παρουσία σας και τις πολύ ιδιαίτερες ερωτήσεις σας που άναψαν την συζήτηση.

Καλό μας καλοκαίρι με πολύ διάβασμα!

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα


"...Το Γενάρη του ογδόντα εφτά είπα «δεν πάει άλλο!» Αποφάσισα ν’ αγοράσω το σπίτι και να παντρευτώ τη Μαγδαληνή. Λέει η πεθερά μου τότε στη γυναίκα μου: "Θα πάρει το σπίτι και θα μάς πετάξει έξω!" Αλλά τι να περιμένεις από μια γυναίκα που έχει δεχτεί να κοιμηθεί στο πάτωμα δίπλα στον άντρα της την ώρα που εκείνος απαύτωνε μια παστρικιά; «Δεν είναι τέτοιος ο Λεωνίδας», τής απάντησε με πρωτοφανή ετοιμότητα η Μαγδαληνή, κι έτσι της έκλεισε το στόμα. Προσωρινά, όμως. Έδωσα μια προκαταβολή στην αρχή του Γενάρη. Μετά το γάμο, που έγινε εικοσιπέντε Φεβρουαρίου, αρχές Μάρτη, έγινε το συμβόλαιο της αγοράς του σπιτιού όπου θα μέναμε με το γιο της. Η κόρη της κι ο φρέσκος σύζυγός της, που ήταν στο επάγγελμα πλακάς, πήγανε και ψάξανε στού διαόλου τη μάνα να βρουν να μείνουν. Πού είναι το Στάδιο στην Καλογρέζα; Ε, εκεί, εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα από το σπίτι μας, άν είναι δυνατόν, τη στιγμή που η δουλειά της ήτανε στο κέντρο! Όλα αυτά βέβαια για ν’ αποφύγει την υπηρεσία των γηρατειών. Ο Απρίλης, πριν το Πάσχα, μάς βρίσκει να μάς πεθαίνει μέσα στο σπίτι η πεθερά μου, που τη φρόντιζε η Μαγδαληνή ως τότε. Στο εξής θ' αναλάμβανε το χήρο πατέρα της, χωρίς την παραμικρή υποστήριξη από τα αδέλφια της. Κι εγώ τάβλεπα όλα αυτά και δεν μιλούσα... Χρειαζόταν να πάει νοσοκομείο ο πατέρας; "Μαγδαληνή πάρτον στο νοσοκομείο!" Έπρεπε να περάσει από τα δικά της τα χέρια κι αυτό. Δεν μιλούσα. Ανασκουμπωνόταν η Μαγδαληνή, τον έβαζε τον πατέρα σε ταξί, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Όλα η Μαγδαληνή.

H αδελφή της η Πίτσα είχε πείσει τον άντρα της να φέρει τον γέρο πατέρα του στη μονοκατοικία που τούχε νοικιάσει στην Κάτω Κηφισιά, με το πρόσχημα πως τάχατες θαρχόταν να τον κοιτάξει η παλιά του νύφη. Εκεί λοιπόν μαθαίνω πως η δαιμόνια κουνιάδα μου είχε εγκαταστήσει στο σπίτι, μαζί με τον προς εκμετάλλευσιν πεθερό, ένα γλύπτη και ζωγράφο, τον Παρμενίωνα, που υποδυόταν δυστυχώς τον πολιτικό, και μάλιστα ήταν πιο ακραίος και από τον Παπαδόπουλο. Σκέψου αυτόν τον άνθρωπο να τής ζωγραφίζει έναν τεράστιο πίνακα με στοιχεία της αρχαίας μυθολογίας: για να τρώει μόνο ένα πιάτο φαί, και να ισχυρίζεται αυτή η αστοιχείωτη πως τάχατες έχει μανία με τη ζωγραφική. Λέω μέσα μου «Ετούτον αυτή η σκρόφα τον έχει σπιτώσει για κάποιο λόγο!» Αυτός ο περίεργος ο Παρμενίων με επισκεπτόταν σπίτι μου δήθεν για να πιεί έναν καφέ, στην ουσία όμως για να με πείσει να γίνω φασίστας. Μού έλεγε το λοιπόν κουτσομπολιά ό,τι έβλεπε εκεί μέσα. Ότι τής έλεγε ο παππούς: «Γιατί κόρη μου μού φέρεσαι έτσι; Αφού υπέγραψα γιατί με πιέζεις;» Ότι τού είχε αλλάξει τα ράμματα του ανθρώπου να υπογράψει τη διαθήκη, δια της βίας. Ότι σηκωνόταν κι έφευγε από τη δουλειά της κι ερχόταν και κοιμόταν στα πόδια της μάνας της και του πατέρα της. Μετά δυο μέρες ερχόταν να τού φτιάξω καφέ αυτός ο Παρμενίων και έλεγε: "Πονάει η καρδιά μου να τον βλέπω χεσμένο και να μην τον καθαρίζει!". Συχνά το γέρο τον καθάριζε αυτός ο ίδιος, ο ζωγράφος ο φασίστας δηλαδή. Ένα βράδυ του ίδιου χειμώνα μού λέει πάλι: «Πονάει η καρδιά μου να βλέπω το γέρο να τον σέρνει χεσμένο στην αυλή και να τον καθαρίζει χειμωνιάτικα με τη μάνικα!»

Όλο τού πόναγε η καρδιά του αυτού του μαλάκα. Αστεία αστεία όμως πιο πολύ τον πόνεσε τον γέρο ο φασίστας από οποιονδήποτε άλλον. Για να μην πω ότι ήταν ο μόνος που τον πόνεσε. ‘Ολοι οι άλλοι μεθόδευαν την εξόντωσή του. Είναι κι αυτό ένα απ' τα συμπτώματα που έλεγα της εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης που είχε επιφέρει ο πόλεμος ή η ανέχεια. "Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το χόρτο", που λέει κι ο Σεφέρης.

Δεν έμαθα ποτέ πότε ακριβώς και πώς πέθανε αυτός ο ταλαίπωρος γέρος. Όμως κάτι μού έλεγε πως ο επόμενος στόχος θα ήμουν εγώ. Πώς τον Οιδίποδα τον πέταξε ο Πολυνείκης στο δρόμο, τυφλό και ανήμπορο; Περίπου με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να είχαν βαλθεί να ξεκάνουν το γέρο αυτό άνθρωπο, φροντίζοντας να φανεί ο θάνατός του φυσικός. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς, αλλά δεν κατέληγα εύκολα σε συμπεράσματα, θέλεις γιατί ήμουν ανώριμος, θέλεις γιατί μ' έπαιρνε από κάτω η καθημερινότητα.

Πάντως, με όλες αυτές τις υπόνοιες να πλανώνται, τη μέρα που πέθανε η πεθερά μου ήλθε η ξαδέλφη του πατέρα μου η Νεφέλη, που ήταν γιατρός, για να δώσει το χαρτί να κηδευτεί η πεθαμένη. Η Νεφέλη βάζει καθρεφτάκι να δει άν θαμπώνει η ανάσα της πεθεράς μου και διαπιστώνει κλινικό θάνατο. Γυρνάει και με ρωτάει μάνι μάνι:
-Τι περιουσία έχει η μακαρίτισσα;
Τής κάνω τότε :
- Ούτε γυμνοσάλιαγκας! Το βρακί της και το σάβανο στο φέρετρο!
-Και τι εισοδήματα έχει;
-Έ, τη σύνταξη μόνο του ΟΓΑ.
Η Νεφέλη είχε ήδη αρχίσει να γράφει το πιστοποιητικό θανάτου.
- Γιατί ρωτάς ;
Η απάντησή της με άφησε με το στόμα ανοιχτό:
-Α, γιατί άν είχε κάποια περιουσία θα τήν έστελνα για νεκροψία!

Αυτά είπε η Νεφέλη. Βλέπεις, η πεθερά μου πέθανε κι αυτή μέσα στο σπίτι και γινόταν ο αναπόφευκτος συνειρμός. Ποιός γιατρός–σκέφτηκα εγώ- υπέγραψε το πολυπόθητο χαρτί για το θάνατο εκείνου του πάμπλουτου γέρου; Και ποια συμβολαιογράφος συνέταξε τη διαθήκη του; Ποιοι μάρτυρες παρέστησαν στο άνοιγμα αυτής της διαθήκης; Και πώς όλα αυτά σχετίζονταν με την ιστορία της δικής μου περιουσίας;"

(ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ "Ένα Τριάρι για τον Οιδίποδα")

Νίκος Ξένιος