Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

"άργησες..." του Δημήτρη Μποσκαίνου




(Στη Μνήμη του Κ.ΚΑΒΑΦΗ)

Αθήνα 03-05-2013
Το δωμάτιο μονόκλινο με όλες τις ανέσεις… καλό κατευόδιο .

Τι να πεις στον ετοιμοθάνατο οροθετικό; Στον ομοφυλόφιλο σαρανταπεντάρη που έσβηνε στον ‘Ευαγγελισμό’ από την ασθένεια της εποχής μας.

Αδιαφορία και Ρατσισμός, Μίσος κι Εγκατάλειψη, όλα μαζί βαπτισμένα AIDS.

Aργόσβηνε ως τα Καβαφικά κεριά κι έκανε από μόνος του το συνειρμό.

Όχι όμως κάθε κερί και μια μέρα, με τις ζωές που χάνονται τα παρομοίασε.

‘Σταγόνα η Ζωή στη δίνη του Χρόνου’ σκέφτηκε και μέσα στη θανατική του θλίψη μια αμυδρή , εσώτερη ανατριχίλα του ζέστανε ξαφνικά την κοιλιά. Αγάπη. Πόσο στ αλήθεια Αγάπησε κι Αγαπήθηκε. Τίποτε άλλο δεν είχε νόημα. Σε λίγο θα τέλειωνε κι αυτό όπως όλα τα ωραία μέσα σε αυτή την Παρωδία.

Έκλεισε τα μάτια του που χαν στερέψει από δάκρυα και υγρασία κι ευθύς το μυαλό του τον ταξίδεψε…

Στα μύχια της ψυχής, στο ζόφο των αναμνήσεων, στο κρίμα του τέλους των.

Αλεξάνδρεια (λίγα χρόνια πριν, Καλοκαίρι)

Το μεσημεριάτικο λιοπύρι έσκιζε την πέτρα στα δυο.

Άνυδρα τα πετρόχτιστα σπίτια στην αγορά με το κίτρινο της αμμόπετρας να κατισχύει, μπλέκονταν τόσο όμορφα χρωματικά με το κόκκινο, το μελιτζανί και το λευκό από τις αυτοσχέδιες τέντες -κουρελούδες που ‘ταν τα σκίαστρα των πάγκων στο παζάρι. Μυρωδιές , αισθήσεις, εικόνες και φασαρία.

Πιασμένοι από το χέρι κι ερωτευμένοι με τη Στιγμή και το Πάντα, απέριττα ντυμένοι στα λευκά, σεργιανούσαν παρασυρμένοι στη μέθη της Νιότης τους και τη πληρότητας της καρδιάς τους.

Δύο σώματα ενωμένα σε μια ψυχή, δυο παιδιά που δεν νοιάστηκαν στιγμή για τα βλέμματα και τους ψιθύρους των περαστικών ούτε για τις μανάδες που’ κλειναν τα μάτια των παιδιών στο διάβα τους.

Χάζευαν κοραλλένια κοσμήματα και φορούσαν ο ένας στον άλλο γιρλάντες, πετούσαν στον αέρα κι έλουζαν ο ένας τα μαλλιά του άλλου με μπαχάρια, παρά τις φωνές και τις αντιδράσεις του χοντρού μικροπωλητή.

Λάτρευαν να Ζουν.

Πριν νυχτώσει, με τη ζέστη να ιδρώνει ακόμα τα καλοσμιλεμένα τους κορμιά μπήκαν αγκαλιά στα λουτρά της Πόλης, ανανέωσαν αιώνιους όρκους μ ένα βλέμμα τους και φιλήθηκαν, αδιαφορώντας για τις δυσθυμίες των ντόπιων που βγήκαν όπως -όπως από το χαμάμ ν αποφύγουν το μίασμα.

Το βράδυ γλυκός έρωτας γαλήνεψε τη σκέψη και την ένταση της ημέρας καθώς το μαβί σκοτάδι που ‘μπαινε από παντού, έβρισκε εμπόδιο τα λευκά σεντόνια και την κουνουπιέρα.

Ο καιρός κύλησε.

H άμμος στην κλεψύδρα σώθηκε κι  έφυγε πια από τα ρούχα, το βλέμμα τη θύμηση.

Τέλειωσαν όλα τόσο εύκολα και τυχαία, όσο  τυχαία κάποτε ξεκίνησαν.

Κάποιος τον πληροφόρησε ότι ο Γλαύκος πέθανε μόνος στην Αλεξάνδρεια, ότι γύρισε εκεί για να τελειώσει. Να θυμηθεί και να σβήσει. Βαφτίστηκε και σαβανώθηκε μόνος του, άρχισε και τελείωσε εκεί που αγάπησε κι αγαπήθηκε.

Έκλαιγε για μήνες, δεν μπορούσε να το χωνέψει.

Οι εφιάλτες τον περίμεναν στην πρώτη στροφή κάθε που γλάρωνε το βλέμμα από εξάντληση. Σε λίγο καιρό ούτε τα φάρμακα τον βοηθούσαν πια να κοιμηθεί.

Ζωντανός Νεκρός περιφέρονταν από δω κι από κει… να θυμηθεί… γιατί του ήταν αδύνατο να ξεχάσει

Φαί και νερό ίσα να βαστιέται.

Αρρώστησε.

Πάνω που οι γιατροί ετοιμάζονταν να τον παραπέμψουν σε ψυχίατρο, κάποιος διέγνωσε σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, προχωρώντας με δική του πρωτοβουλία το ειδικό τεστ.

Έκαναν και δεύτερο τεστ που σε αντίθεση με το πρώτο βγήκε αρνητικό.

Δεν ήξεραν τι είχε, τα ψυχοφάρμακα δεν σταματούσαν την κάθοδο, ενώ σημάδια που εμφανίστηκαν σε πόδια και χέρια κι ύστερα σε όλο το σώμα, έκαναν τους γιατρούς να μείνουν στην αρχική διάγνωση από το πρώτο τεστ.

Δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το Σύνδρομο Έντονης Αγάπης, Πάθους κι Αποκλίνοντος Ερωτισμού.

Καλυτέρα από το τίποτα (θα σκέφτηκαν)… και βλέπουμε

Δεν ξύπνησε ποτέ από εκείνο το λυτρωτικό τελευταίο του Ύπνο.

Το νέο μαθεύτηκε με ταχύτητα φωτός και αρκετοί στο νοσοκομείο είπαν ‘Πέθανε ο πούστης από το 103’ κρυφογελώντας.

Οι πιο καλόψυχοι, χαμήλωσαν το βλέμμα και χωρίς χαρακτηρισμούς ψέλλισαν απλά…

‘Έφυγε νέος’

Δημήτρης Μποσκαίνος

Υ.γ.

Την ώρα που οι γιατροί έγραφαν τα απαραίτητα πάνω από το  παγωμένο σώμα του,  ένας άυλος εαυτός του σηκώθηκε και πέρασε από μέσα τους με κατεύθυνση προς την πόρτα… Ο Γλαύκος τον περίμενε εκεί, το ίδιο αέρινος κι αχνός, σ ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης, φορώντας εκείνα τα ίδια λευκά, με χέρια και πόδια σταυρωμένα σε στάση αναμονής , με χαμόγελο… εκείνο το ίδιο αιώνιο χαμόγελο.

-Άργησες.


Ο Δημήτρης Μποσκαίνος είναι 41 ετών, ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα. Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβλήματα... Το γράψιμο είναι αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα.

Ιστορίες του θα διαβάσετε στο προσωπικό του blog: http://paraxenesistories.wordpress.com/