Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιούλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιούλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Τι θέλει αυτη η γριά και λέει παραμύθια; Τι γυρεύει;
Ακούω τι φωνή της μες τον ύπνο μου, ύπνος είναι, αλλά ξέρω πως δεν κάνω λάθος. Λέει ιστορίες στο μικρό παιδί, για καλό τις λέει;
Κάθονται και οι δυο μπροστά στο τζάκι και έξω κάνει κρύο τσουχτερό.Σουρουπώνει.
Το παιδί δεν μπορεί να φύγει. Αλλά και να μπορούσε δεν ξέρει τον τρόπο, γιατί ένα παιδί δεν ξέρει πώς να φύγει απο τη γιαγιά του.
Σπίθες από την φωτιά πέφτουν πάνω στα μαλλιά τους. Δεν τις βλέπουν, μόνο εγώ τις βλέπω, εγώ που είμαι παντογνώστης του ονείρου. Τρίζουν τα μικρά του δόντια, τα μάτια της αστράφτουν.
Ζέστη ζέστη, ιδρώτας, και τρομερά λόγια, λόγια που σέρνονται ύπουλα σαν οχιά μέσα απο χαμόκλαδα.
Το παιδί ανακάθεται στο σκαμνί, τα χείλη του είναι ξερά, σκαμένα.
Μια καμπάνα από μακριά, ήχος που φτάνει ξεθωριασμένος ˙ μερικές νιφάδες ακουμπούν στο τζάμι, όμορφες νιφάδες, θα μαλακώσουν την μιλιά της;
Ενα τσουκάλι σιγοβράζει στο καμινέτο, γίδα βραστή. Θα το μασήσει πρώτα εκείνη και μετά θα το δώσει στο μικρό διαβολάκο. Ετσι τον λέει, όχι απέξω της αλλά με τη γλώσσα της ψυχής της. Να το αλέσει στο στόμα της. Έτσι πρέπει. Θα το γυρίσει πολλές πολλές στροφές στο μαρασμένο ωχρό στόμα να πάρει τη μυρωδιά της. Μην πνιγεί το παιδάκι, για καλό το κάνει.
-Αγριεψέ τον τώρα, πες του για το στοιχείο της παράγκας.
Δένει πιο σφιχτά το τσεμπέρι της, μασάει, μασάει καλά, δυο και τρεις φορές, τραβάει το αλεσμένο κρέας απ΄τη γλώσσα και το μπουκώνει στο παιδί.
«Ανοιξε καλά το στόμα! Τήρα κει; Βλέπεις εφτού»; Δείχνει με το παχύ της δάχτυλο έξω απ΄το παράθυρο στην μαύρη σκοτεινή παράγκα. «Εκεί χάμω είναι το στοιχείο, μόλις βγεις από τούτη δω την πόρτα σε περιμένει».

Γιούλη Α.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

No fear

Ποιός του είπε να κόψει τις φλέβες του; Κανείς.
Αλλά πάντα ξεροκέφαλος ήταν. Όπως τότε που δεν έκλεινε το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου. Του το΄χε πει η μάνα του: θα πλευριτώσεις Λευτέρη, αλλά η φωνή της πάντα χανόταν στο θόρυβο του δρόμου˙ όπως και τα περισσότερα που του έλεγε αυτή η κοντοστούπα γυναίκα, η μισοριξιά. Μισοριξιά, αλλά, από αυτή είχε βγει αυτός σχεδόν τρία κιλά παιδί, ροδαλός σαν το χρώμα της ρόμπας της˙ το μοναδικό δώρο που πήρε εκείνη από τον πατέρα του, μία ρόζ ρόμπα που φορούσε στην εγκυμοσύνη της και που έριχνε στην πλάτη της αργότερα όταν τον είχε μικρό, ενώ συγύριζε˙ ποτέ όταν ξεσκόνιζε, δεν ήθελε να την μαγαρίζει.
Θα θύμωνε τώρα πολύ η μάνα του. Τά’χε αχρηστεύσει όλα: Τα μπλε πατάκια του μπάνιου, την πετσέτα σώματος και μία χειρός. Κολύμπαγαν στο ποτισμένο αίμα. Και αυτός καθόταν με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια αφημένα πάνω στους ζεστούς μηρούς που σχημάτιζαν ρυάκια ώς τους αστραγάλους. Κι όμως δεν φοβόταν.
Κάποτε φοβόταν.

-Πού τα βρήκες αυτά τα παλιοπεριοδικά; Λέγε !
-Μαμά! Μη τα κάψεις!
-Έλα εδώ!
-Όχι στο υπόγειο!
-Να εδώ, οι πουτάνες πάνε στη φωτιά. Και οι άνδρες που τις πηδάνε πάνε στη φάκα. Τις βλέπεις τις φάκες Λευτέρη; Κάτσε εδώ τώρα.

 Δεν είναι που τον περπατάνε τα ποντίκια, δεν είναι που φορά κοντά παντελόνια και νοιώθει τις ουρές τους στις γάμπες του, ούτε το ότι βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι, είναι που δεν θέλει να της δώσει την ικανοποίηση πως φοβήθηκε. Γιαυτό τραγουδάει. Τραγουδάει το Do you believe in magic των Τhe Lovin’ Spoonful , ώρες ολόκληρες, από μέσα του, αλλά μόνο από μέσα του, μην τον ακούσει και σιγοτραγουδάει, δεν κάνει να τον ακούσει γιατί θα καταλάβει πως φοβάται.
Και αργότερα όταν τα κοντά παντελονάκια δεν του κάνουνε πια αλλά ούτε και τα στενά τζην είναι για την ηλικία του, βρίσκει τον εαυτό του μπροστά από μια μεγάλη βιβλιοθήκη με δίσκους, πολλούς δίσκους και στην μέση οι Lovin’ Spoonful, όλη η δισκογραφία τους κάτω από παλιά περιοδικά με γυναίκες της φωτιάς, αυτές που θα΄καιγε η μάνα του στο υπόγειο. Παίρνει το δίσκο και τον βάζει στο παλιό πικαπ.
Την πρώτη φορά που τον έπαιξε είχε κλειδαμπαρωθεί στο μπάνιο, πάλι αυτό το αναθεματισμένο κομμάτι είχε στο κεφάλι του˙είχε τυλίξει τα πατάκια της μάνας του σε μια σακούλα να μην τα βρει, γιατί το σπέρμα του είχε εκσφενδονιστεί παντού. Δεν ήξερε τότε να το κουμαντάρει. Είχε φάει τόσο ξύλο με την παντόφλα της, αυτήν με το λεπτό τακουνάκι και την μαλακιά θαλασσί φούντα. Δεν είχε πονέσει και δεν είχε φοβηθεί, ποτέ δεν φοβόταν. Ούτε όταν του είπε πως αυτό που κάνει δεν πρέπει, γιατί το σπέρμα τελειώνει. Ποτέ δεν φοβόταν, απλώς την περίμενε να σταματήσει να μιλάει. Την περίμενε να τελειώσει.
Do you believe in magic?
Καθώς την περίμενε να τελειώσει μπήκε σε ενα μεγάλο γραφείο, κτηματομεσιτικό, κληρονομιά από θείο, με την πελατεία έτοιμη και στο κέντρο της Αθήνας. Η ροζ ρόμπα της μάνας του στις δόξες της. Πλυμμένη, φρεσκαρισμένη, να του εύχεται καλή σταδιοδρομία με τα δυο κοκκαλωμένα της χέρια μέσα από τα ροζ μανίκια.
Όταν πιάστηκε για τα καλά, άρχισε να μην πηγαίνει στο γραφείο, έκανε ένα σπίτι, έβαλε μπρος για εξοχικό, είπε μια χρονιά να παντρευτεί αλλά το ανέβαλε τελευταία στιγμή ˙ είχε πάντα δυο γκόμενες, μια για χύμα καταστάσεις και μία πιο στενοραμμένη που τον έβαζε σε τάξη. Και μετά άρχισε τα ταξίδια. Πρώτα Ευρώπη και μετά Αμερική και Άπω Ανατολή. Πουθενά δεν ένοιωσε φόβο, ούτε όταν τρύπησε το πέος του για να κρεμάσει σκουλαρίκι, ούτε όταν του΄παν πως η βελόνα ήταν μολυσμένη, ούτε όταν τον χτύπησαν με λοστό για να τον ληστέψουν αφηνοντάς του μια περίτεχνη ουλή στο φρύδι που απλώς τον έκανε πιο ελκυστικό στις γυναίκες, ούτε όταν εισήχθει με περίεργη λοίμωξη σε κέντρο υγείας ενός χωριού στη μέση του πουθενά κοντά στο Μπαγλαντές και δεν μιλούσε καν τη γλώσσα με το γιατρό που κρατούσε το λεπίδι.  Τίποτα δεν μπορούσε να του προξενήσει τον παραμικρό τρόμο.
Εκτός από σήμερα, εκτός από αυτό το μαχαίρι κουζίνας που βρήκε στο πατρικό του, σχεδόν σκουριασμένο, το μαχαίρι για τις ντομάτες, με τα λεπτά δοντάκια, που έχασκε λιγάκι η λαβή του από τη βάση και κάθε τόσο κοβότανε η μάνα του ενώ καθάριζε λαχανικά.
Μπορεί να φωνάξει. Η αδελφή του μένει δίπλα, ένας τοίχος, κούφιος, αν φωνάξει θα τον ακούσει. Εκείνοι όλα τα ακούγανε πάντα, ο,τι έλεγε η αδελφή του για τη μάνα τους που την μισούσε επειδή την έδενε χειροπόδαρα στην καρέκλα για να φάει. Υπερβολική η αδελφή του, απλώς την έδενε, δεν είχε δοκιμάσει ποτέ το υπόγειο η αδελφή του γιαυτό, είχε μαλακώσει η μάνα του όταν είχε την αδελφή του, είχε μείνει χήρα τότε. Ίσως αν είχε δοκιμάσει το υπόγειο να μην γκρίνιαζε τόσο πολύ, ίσως να΄χε γίνει σαν αυτόν. No fear.
Έτσι και τώρα ακούγονται όλα σαν να΄ταν τότε. Ακούγεται η λεπτή φωνή της αδελφής του να κανονίζει την κηδεία της μάνας τους. Μόλις χθες έφυγε η μανα του, η ρόμπα της κρέμεται ακόμα στο οφίς, μαζί με τα καπέλα του πατέρα και τα παπούτσια τους στη σειρά κάτω απ΄τον καθρέφτη.
Μπορεί να φωνάξει αλλά δεν θα το κάνει. Σκέφτεται: Για να φωνάξει κανείς πρέπει να φοβάται και εκείνος δεν φοβάται. Νόμισε πως θα φοβηθεί βλέποντας τους πίδακες του αίματος να εκσφενδονίζονται στους τοίχους, νόμιζε πως θα τρομάξει αφήνοντας τα μπούτια του να γλιστρήσουν στο πηχτό αίμα στα πλακάκια, η τελευταία του λύση είναι να σκεφτεί πως έχει λερώσει τα πατάκια της μάνας. Αλλά ούτε αυτό το φοβάται πια. Δεν θα φωνάξει. Έμαθε να μην φοβάται ποτέ.

Γ.Α

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Επτά γυναίκες συγγραφείς


Επιμ. Κώστας Αγοραστός
BOOK PRESS

Τα τελευταία χρόνια μια νέα γενιά γυναικών συγγραφέων έκανε την εμφάνισή της στο εγχώριο λογοτεχνικό προσκήνιο, καταφέρνοντας να αποσπάσει βραβεία, να αποκτήσει φανατικούς αναγνώστες και ν’ αναγνωριστεί από το συνάφι των συγγραφέων και κριτικών ως μια γενιά με προσδοκίες, ιδιαίτερη «φωνή» και σύγχρονη θεματολογία.
Θέσαμε σε επτά από αυτές τέσσερις ερωτήσεις επιχειρώντας να τις γνωρίσουμε καλύτερα και να εντοπίσουμε τόσο τις κοινές τους αναφορές όσο και τις διαφοροποιήσεις τους. 
ΒΑΣΙΑ ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ
Οι ιδιότητες της καλής συγγραφέως και της μεταφράστριας αξιώσεων μοιάζουν να συμπλέουν και να εξελίσσονται αρμονικά στο πρόσωπο της Βάσιας Τζανακάρη. Με το πρώτο της βιβλίο, Έντεκα μικροί φόνοι (εκδ. Μεταίχμιο) μας εισήγαγε στον κόσμο των τραγουδιών του Νικ Κέιβ με έναν ιδιαίτερο τρόπο, φωτίζοντας τους σκοτεινούς χαρακτήρες του Κέιβ και δίνοντάς τους λογοτεχνική οντότητα. Με το Τζόνι και Λούλου (εκδ. Μεταίχμιο) ήταν η πρώτη που μίλησε για την κρίση, την ανεργία, τα αδιέξοδα της γενιάς της και το πώς είναι να ζεις σε μια μεγαλούπολη που σε διώχνει από παντού. Με φόντο μια ιστορία αγάπης, η Τζανακάρη αποτύπωσε με ακρίβεια όλο αυτό που συμβαίνει ακόμη και σήμερα.  
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
Ρεαλιστικές ιστορίες στη σκοτεινή πλευρά της ζωής, όπου οι ήρωες προσπαθούν να βρουν δικαιοσύνη.
Γράφω άρα…
Γράφω αρα... διαβάζω πολύ, γράφω άρα παρατηρώ τους ανθρώπους, γράφω άρα κρατάω σημειώσεις διαρκώς, γράφω άρα ξυπνάω νωρίς το πρωί, ανοίγω μια λευκή σελίδα στον υπολογιστή και τη γεμίζω - κι ας μην την ξανανοίξω ποτέ.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Όσο και αντρική. Και όσο γυναικεία προκύπτει απ' το όνομά μου. Δεν μπορώ ως συγγραφέας να μπω στη λογική της γυναικείας ή αντρικής γραφής, όπως δεν το κάνω ούτε ως αναγνώστρια. Οι ήρωές μου μιλάνε με τη δική τους φωνή κι ο κόσμος τους περιγράφεται μέσα απ' τη δική μου ματιά, που είναι μεν γυναικεία, αλλά είναι και πολλά άλλα πράγματα. Δεν έχω έναν ασφαλή ορισμό για το τι συνιστά γυναικεία γραφή. Αν κάποιος διαβάζοντας ένα κείμενό μου καταλαβαίνει ότι το γράφει γυναίκα, μού αρκεί να τον έχω πείσει ότι διαβάζει κάτι καλό. Επειδή η ερώτηση πιθανόν να υπονοεί τη λεγόμενη γυναικεία λογοτεχνία, θεωρώ ότι στη θέση του “γυναικεία” θα έπρεπε να μπει μια άλλη λέξη, εφόσον κάποιος θέλει να βάλει ταμπέλα σε ιστορίες που αποτυπώνουν ένα συγκεκριμένο lifestyle το οποίο στην πραγματική ζωή δεν αφορά όλες τις γυναίκες. Φαντάζεστε στη μουσική να λέγαμε ότι ακούμε ποπ, ροκ, τζαζ, κλασική, κάντρι και... γυναικεία μουσική; Προφανώς θα μιλήσουμε για γυναίκες-μουσικούς, αλλά θα το κάνουμε για την αισθητική και τις ιδέες τους.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Γράφω διηγήματα και παράλληλα δουλεύω ένα μυθιστόρημα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ
Με δύο βιβλία στο ενεργητικό της, δυο πολύ ενδιαφέρουσες νουβέλες (Προδοσία και Εγκατάλειψη, Κρέας από Σταφύλι, εκδόσεις Πόλις), η Σκαλίδη μας εισάγει σ’ έναν κόσμο όπου η πάλη των ηρώων με το κοινωνικό κατεστημένο τους βρίσκει ηττημένους και μόνους ν’ αναμετριώνται με τις προσωπικές τους αντοχές.
Δημοσιογράφος και ακούραστη αναγνώστρια η Σταυρούλα Σκαλίδη, με το χαμηλό προφίλ της, εκπέμπει θετική ενέργεια, αισιοδοξία και αυξημένες προσδοκίες για το επόμενό της βιβλίο.
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
«Προδοσία και εγκατάλειψη» και «Κρέας από σταφύλι», αφηγήσεις από-δρασης, ιστορίες ωμοφαγίας.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Να ορίσουμε πρώτα το τι εννοούμε «γυναικεία». Στο εξωτερικό ο όρος «γυναικεία λογοτεχνία» σημαίνει πρωτοπορία, τόλμη, στην Ελλάδα ακριβώς το αντίθετο, συντηρητισμό και χρήμα λόγω ευπώλητων.
Σε ό,τι με αφορά, θέλω η γραφή μου να γεννάει, να είναι γόνιμη και να απευθύνεται σε όλους ανεξαρτήτως φύλου· άμα αγκαλιάζουν οι λέξεις μου ζεστά ανθρώπους κι αφήνουν κάπου να ανασάνει η ψυχή τους, άμα σκύβουν πάνω τους και τους κάνουν να νιώθουν ασφαλείς ώστε να πάνε παρακάτω, να ξεφοβηθούν τον εαυτόν τους, ή ακόμα κι άμα τους τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια με ένα ελαφρώς ειρωνικό αλλά εγκάρδιο χαμόγελο, τότε, ναι, είμαι καλυμμένη περί γυναικείας υπόστασης της γραφής.
Γράφω άρα…
Αναρωτιέμαι, αγωνιώ, αναδιατάσσω τον κόσμο μέσα κι έξω μου, αμφιβάλλω, χαλάω και ξαναφτιάχνω τις ισορροπίες ανάμεσα στην πραγματικότητα, την αλήθεια και την προσωπική οπτική. Γράφω άρα «λέω» τον εαυτό μου, τον ψάχνω ανάμεσα στους άλλους, γίνομαι ο Άλλος.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Αναπόφευκτα.
ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ
Ο συγγραφικός κόσμος της Μαρίας Ξυλούρη, είναι βέβαιο, πώς μόλις τώρα άρχισε να ξεδιπλώνεται. Με το Rewind (εκδ. Καλέντης) μας συστήθηκε ως μια φωνή βαθιά και ιδιαίτερη. Με το Πώς τελειώνει ο κόσμος (εκδ. Καλέντης) προσπάθησε ν’ αποτυπώσει την ψυχολογία μιας παρέας φοιτητών, η οποία σημαδεύεται από ένα δραματικό γεγονός. Οι σκέψεις, οι αμφιβολίες, οι έρωτες, ερωτήματα γύρω από τη σπουδαιότητα του θανάτου και της εκούσιας εξαφάνισης είναι κάποιοι από τους προβληματισμούς των ήρωων της.
Η Μαρία Ξυλούρη αγαπάει τα περίεργα βιβλία. Τις ειδικές εκδόσεις. Τα ευφάνταστα τυπωμένα βιβλία, την αγγλόφωνη πεζογραφία. Η Μαρία Ξυλούρη αγαπάει τον Στρατή Τσίρκα, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Και τις γάτες.
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
Σκοτεινά μυθιστορήματα με έμφαση στους χαρακτήρες.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Ειλικρινά δεν ξέρω. Επιπλέον, φοβάμαι ότι σε πολλές περιπτώσεις ο χαρακτηρισμός «γυναικεία γραφή» δεν προκύπτει από το ίδιο το βιβλίο, αλλά από το γυναικείο όνομα στο εξώφυλλο, που δημιουργεί ένα φίλτρο στην ανάγνωση. Και βέβαια η φράση παραπέμπει, τους περισσότερους τουλάχιστον, σε αυτό που αποκαλούμε «ροζ λογοτεχνία» (κι όμως, ακόμα και άντρες γράφουν σε ροζ αποχρώσεις, ή έστω σε γαλάζιες).
Για να το θέσω αλλιώς: θα κάνατε την αντίστοιχη ερώτηση σ’ έναν άντρα; Θα τον ρωτούσατε αν θεωρεί τη γραφή του αντρική;
Γράφω άρα...
...άρα πρώτα και κύρια ρωτάω.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Δουλεύω μερικά διηγήματα και δύο νουβέλες. Όμως είναι ακόμα σχετικά νωρίς για να πω περισσότερα.
ΛΟΥΙΖΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Σε μια παλαιότερη συνέντευξή της στη Book Press η Λουίζα Σπηλιωτοπούλου μας είχε πει: «H πιο αλάνθαστη μέθοδος για να μάθεις να γράφεις είναι να διαβάζεις, να διαβάζεις όσο πιο πολύ μπορείς». Η Σπηλιωτοπούλου πρωτοεμφανίστηκε το 2006 στη συλλογή «Με τον Βιζυηνό αλλά και χωρίς αυτόν» (εκδ. Πατάκη) αποσπώντας το πρώτο βραβείο με το διήγημά της Schlaf Sick. Το πρώτο της βιβλίο «Άσπρο Σκοτάδι» (εκδ. Πατάκη) είναι μια άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων. Γραφή με έντονη μουσικότητα και ιδιαίτερο ρυθμό, τα κείμενα της Σπηλιωτοπούλου ξεχωρίζουν για την ήρεμη δύναμη που αποπνέουν.
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
Δεκαεπτά παράξενες ιστορίες στριμωγμένες μέσα σε σύντομες, ασθματικές προτάσεις που σιγά σιγά και κάπως αναπάντεχα μετατρέπονται σε ακατάσχετη λογοδιάρροια.  Η γλώσσα απλή, ενίοτε σκληρή. Ο ρυθμός έντονος, με αρκετή μουσικότητα. Διάθεση μελαγχολική, σκοτεινή, ελάχιστα αποκαλυπτική.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Δεν είμαι σίγουρη ακριβώς για το τι «κρύβεται» πίσω από τον όρο γυναικεία γραφή. Αν πάντως θεωρήσουμε γυναικεία μία γραφή παραπάνω από το επιθυμητό ευαίσθητη, λίγο μελό, περιγραφική, ελαφρώς κουρασμένη ή κουραστική, μη σφιχτοδεμένη, τότε σίγουρα θα προτιμούσα αν κάποιος διάβαζε τα κείμενά μου χωρίς να γνωρίζει το φύλο του συγγραφέα στη θέση μου να φανταζόταν έναν  νεαρό ή και λίγο μεγαλύτερο σε ηλικία κύριο.
Γράφω άρα...
Γράφω άρα… διαβάζω. Όσο πιο πολύ διαβάζεις, αλλά και βρίσκεις το χρόνο να χωνέψεις και να επεξεργαστείς, να κάνεις κτήμα σου και εμπειρία σου τις εμπειρίες και τις λέξεις των άλλων, μόνο τότε μπορείς να δώσεις φωνή στις δικές σου λέξεις. Διαφορετικά, οι λέξεις αυτές, ιστορίες ολόκληρες, πιθανώς να μείνουν για πάντα κρυμμένες σαν σκέψεις.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Επιστροφή στην πραγματικότητα… Δεν έχω πάψει να γράφω, δεν έχω όμως κάτι στα σκαριά αυτήν την περίοδο. Ελπίζω σε μία δημιουργική ανατροπή.
ΓΙΟΥΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Με την πρώτη της νουβέλα Ψυχή στην Κούλουρη (εκδ. Αλεξάνδρεια) η Γιούλη Αναστασοπούλου επιχειρεί να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του έφηβου Άγη και την εξέλιξή της μέσα στα χρόνια που ακολουθούν. Η Αναστασοπούλου καταθέτει με εντιμότητα τον δικό της ήρωα στη μακρά λογοτεχνική παράδοση του Μυθιστορήματος Ενηλικώσης (bildungsroman).
Όλα τα κείμενα της Αναστασοπούλου, πριν δημοσιευθούν, περνούν από την αυστηρή κρίση της ομάδας «Γομολάστιχα», της οποίας είναι ιδρυτικό μέλος.
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
Μάλλον κλίνω προς το ρεαλισμό με τάσεις αφαίρεσης και στη νουβέλα και στο διήγημα.
Αν πρέπει να συστήσω τον Άγη από την Κούλουρη, τον ήρωα της πρώτης μου νουβέλας, θα έλεγα πως είναι ένας ξεχωριστός έφηβος βαλμένος σ’ έναν όχι και τόσο ξεχωριστό κόσμο. Θα έλεγα ακόμα πως ισως δεν είναι ένα πολύ εύκολο βιβλίο και χρειάζεται λίγη προσήλωση για να περάσει κανείς στον κόσμο του Άγη, μόλις όμως το καταφέρει, νομίζω πως το βιβλίο διαβάζεται εύκολα και σε σύντομο χρόνο.
Στα διηγήματα υπάρχει άλλη λογική, άλλη θεματολογια, συνήθως πρόκειται σχεδόν για αυτόματη γραφή. Στη μικρή φόρμα μπορεί καί να στοιχηματίσω στη συγγραφή μιας σουρεάλ ιστορίας ή και ιστορίας μυστηρίου, ενώ στο μεγάλο κείμενο παραμένω πιστή στο ρεαλισμό.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Νομίζω οτι μπορεί κανείς ν’ αναγνωρίσει στη γραφή μου καί κάποια γυναικεία ματιά, αλλά εάν έπρεπε να μιλήσω για φύλο στη γραφή μου, θα κατέληγα πως είναι προ-φυλική. Δεν αναφέρομαι σε εφηβική γραφή αλλά στην αναζήτηση του αρσενικού καί του θηλυκού μέσα στους ήρωες. Δηλαδή γράφω για τον άνθρωπο πριν παγιώσει το φύλο του.
Γράφω άρα…
Ενηλικιώνομαι και μαζί μ’ εμένα μεγαλώνουν και οι ιδέες που συνήθως συνωστίζονται στο κεφάλι μου. Όταν φτάνουν στην κατάλληλη ηλικία, ευτυχώς το εγκαταλείπουν.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Μετά το «Ψυχή στην Κούλουρη» γράφτηκε μία δεύτερη νουβέλα η οποία βρίσκεται υπό διόρθωση, ενώ παράλληλα εκδόθηκαν τέσσερα μικρά διηγήματα στην συλλογή της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής Γομολάστιχα: Γράψε-Σβήσε, μου πήδηξες την ιδέα, από τις εκδόσεις Φαρφουλάς.
Αυτόν τον καιρό δοκιμάζω τις αντοχές μου στο μυθιστόρημα με το οποίο δεν έχω αναμετρηθεί ξανά. Το νέο μου κείμενο αποτυπώνει μια γειτονιά του Πειραιά στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα.
ΜΑΡΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ

Η Μαρία Φακίνου με το πρώτο της βιβλίο, Το καπρίτσιο της κυρίας Ν. (εκδ. Καστανιώτη) συγκέντρωσε καλές κριτικές και φανατικούς αναγνώστες. Μεταφράζει, συμμετέχει επιλεκτικά σε συλλογές διηγημάτων και μόλις ολοκλήρωσε το δεύτερό της μυθιστόρημα, με τίτλο Η αρχή του κακού (εκδ. Καστανιώτη).
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
Κείμενα μη ρεαλιστικά, χωρίς συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, με αφορμή μια πραγματικότητα.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Έχω την αίσθηση ότι οι έννοιες «γυναικεία γραφή/λογοτεχνία» έχουν κάπως εξισωθεί τα τελευταία χρόνια με τον όρο «ροζ λογοτεχνία» η οποία δεν είναι καθόλου αποκλειστικό γυναικείο «προνόμιο». Στην Ελλάδα, μάλιστα, έχουν ευδοκιμήσει πολλοί άντρες συγγραφείς ροζ μυθιστορημάτων. Αρχικά, λοιπόν, κάνω μέσα μου αυτόν τον διαχωρισμό: γυναικεία γραφή δεν σημαίνει ροζ γραφή. Αλλά και πάλι δεν είμαι ευχαριστημένη. Υπάρχει αντρική γραφή; Και αν ναι, γιατί δεν ρωτούν τους άντρες συγγραφείς πόσο «αντρική» θεωρούν τη γραφή τους; Διαθέτει κάτι ιδιαίτερο η «γυναικεία» γραφή ώστε ν’ αποτελεί από μόνη της ολόκληρη κατηγορία και θεματολογία; Φυσικά. Όμως, θα απέφευγα να χρησιμοποιήσω τη λέξη «γραφή». Αντ’ αυτής θα έλεγα «οπτική». Κάποιος ο οποίος αναλαμβάνει να αφηγηθεί μια ιστορία, αναπόφευκτα φέρει στο λόγο και στη ματιά του έμφυλα χαρακτηριστικά τα οποία έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις κοινωνικές και ιστορικές συγκυρίες, όσο και από τα προσωπικά βιώματα. Η οπτική του –η οποία σαφώς επηρεάζεται από το φύλο του- είναι που αποτυπώνεται στη γραφή του, φέροντας εκείνα τα ατομικά χαρακτηριστικά που την κάνουν μοναδική, και όχι το αντίστροφο.  [Υπάρχει το πολύ κατατοπιστικό επί του θέματος δοκίμιο «Η Δι-εκδίκηση της Barbie», σε επιμέλεια Χριστιάνας Λαμπρινίδη]. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ τη γραφή μου γυναικεία. Οι βασικοί ήρωες του πρώτου βιβλίου μου αλλά και μετέπειτα κειμένων έχουν υπάρξει όλοι άντρες, τώρα που το σκέφτομαι, άρα έχω υιοθετήσει εκεί μια πιο αντρική, ας πούμε, εκφορά λόγου. Ωστόσο, η «οπτική» μου είναι σαφώς γυναικεία, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται από τις κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες αλλά και τα βιώματά μου σε αυτήν την ιστορική περίοδο όπου έτυχε να ζω.
Γράφω άρα…
Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Εδώ και αρκετό καιρό προσπαθούσα να ολοκληρώσω ένα δεύτερο μυθιστόρημα.
ΣΤΕΡΓΙΑ ΚΑΒΒΑΛΟΥ
Το πρώτο πράγμα που προσέξαμε ήταν το εξώφυλλο του πρώτου βιβλίου της Στέργιας Κάββαλου, Αλτσχάιμερ Trance (εκδ. Τετράγωνο). Όσοι έμειναν σε αυτό έχασαν μια πληθωρική προσωπικότητα και μια γραφή που παλεύει να χωρέσει, την αγωνία, την αγάπη, την ευαισθησία, τις συγκρούσεις και τον πόθο ανάμεσα σε πολλές τελείες.
Η Στέργια Κάββαλου σιγά σιγά μας φανερώνει τα πολλά της συγγραφικά πρόσωπα. Εκτός από τα διηγήματά της, γράφει παιδικά βιβλία και μεταφράζει από τα Γαλλικά.
Αν σας ζητούσα να «συστήσετε» τα κείμενά σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει, πώς θα τα περιγράφατε;
Aπό τα κείμενα ακούγεται σίγουρα hard core μουσική, το χρώμα τους είναι μαυροκόκκινο των άκρων με μπλε-μοβ απόχρωση εμμονικού θανάτου και βαθιάς σκέψης. Οι προτάσεις δεν βιάζονται καθόλου να μεγαλώσουν αλλά είναι εκεί περιμένοντας την επόμενη επίσκεψή σου. Γιατί τη θέλουν τη δεύτερη ευκαιρία τους. Τον θέλουν τον χρόνο τους και βιάζονται να σε ζαλίσουν με τις παρορμητικές τους αλήθειες.
Πόσο «γυναικεία» θεωρείτε τη γραφή σας;
Oι πρώτες αντιδράσεις -από το Αλτσχάιμερ Trance τουλάχιστον- μίλησαν για μια γραφή πιο unisex. Πράγμα που ήταν μια όμορφη έκπληξη. Δεν ξέρω πόσο συνειδητά ή όχι μπαίνει το φύλο και το ηχόχρωμά του στις ιστορίες-οπτικές αλλά η φράση "γυναικεία λογοτεχνία" μάλλον ακούγεται άσχημα στο νου και στην απόχρωση της σελίδας. Το αφήγημα "αρνητικό 13" από την άλλη, το οποίο και γράψαμε μαζί με τη Μαίρη Γεωργίου, ενώ θα περίμενε κανείς να διαβαστεί περισσότερο από γυναίκες, είχε καλύτερη αποδοχή στον άνδρα αναγνώστη. Σαν να περιείχε κώδικες ανακάλυψης... και ναι, τις γυναίκες δεν τις αφορούν μονάχα αγάπες, αδιέξοδοι έρωτες και χαλάσματα. Αλλά κάθετί που συγκλονίζει και συγκινεί. Άμα ανοίγεις τις θεματικές σου, αυτόματα διευρύνεις και το κοινό. Με το όνομα, το ένστικτο και την εμπειρία να σφραγίζει άλλοτε δειλά κι άλλοτε έντονα, τα θηλυκά σου στοιχεία σ' έναν κόσμο φριχτά και νομοτελεικά ουδέτερο.
Γράφω άρα…
Γράφω άρα έχω την επιθυμία-ψευθαίσθηση ότι ανακαλύπτω τη μυστική ζωή που υπάρχει στο κεφάλι μου. Μια ζωή που κατέχει λίγη περισσότερη αλήθεια από εκείνη της κάθε μέρας. Κι ύστερα έρχεται η άλλη απόπειρα-ψευδαίσθηση, εκείνη του μοιράσματος. Που ελπίζει σε λιγότερη μοναξιά.
Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Γράφω ποίηση που υποψιάζομαι ότι θα εκδοθεί μέσα στο φθινόπωρο, ολοκληρώνω μια συλλογή πάλι με διηγήματα, ενώ είναι υπό έκδοση η νουβέλα μου "αντίστροφα-love will tear us apart". Και το καλύτερο, με την έννοια του δικού μου αγαπημένου, κάποιες παιδικές ιστορίες για τους μικρούς μας συνενόχους.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Δέκα επεισόδια



Το πρώτο επεισόδιο ήταν αφορμή για να πάω σπίτι της.
Η ξένη σειρά που είχε κατεβάσει στον υπολογιστή της είχε βραβευτεί από διεθνή οργανισμό που βραβεύει τηλεοπτικές σειρές: Βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών, κοστουμιών και φωτογραφίας. 
Δεν είχε ετοιμάσει κάτι, απλώς έβαλε ένα ποτό και καθίσαμε μπροστά στην οθόνη.
Αρχικά πήραμε θέση σαν σε επίσκεψη και μετά βουλιάξαμε στον καναπέ σε μια προσπάθεια να βολέψουμε την ακαμψία των κορμιών μας ˙ αλλάξαμε στάση σώματος και εκείνη την στιγμή πρωτοαγγιχτήκαμε, για την ακρίβεια ακούμπησαν οι αγκώνες μας.
Στο δεύτερο επεισόδιο βλέπαμε κιόλας την ξένη σειρά κάτω από μια χνουδωτή πράσινη κουβέρτα. Τα παπούτσια μας ήταν πεταμένα κάτω απο το τραπέζι του σαλονιού και υπήρχαν στάχτες εδώ και εκεί καθώς όπως παρατήρησα ήταν πολύ απρόσεχτη όταν έστριβε τον καπνό της.
Λίγο πριν το τέλος του επεισοδίου, εκεί που οι ορδές των βαρβάρων παρήλαυναν σε έναν άγονο τόπο, έτριψε τις πατούσες στις πάνω στις δικές μου.
Εκείνο το βράδυ έμεινα εκεί.
Το τρίτο επεισόδιο το είδαμε σε συνέχειες, περιφερόμενοι, πότε στην κρεββατοκάμαρα, πότε στο μπάνιο, και πότε στην κουζίνα, χωρίς ρούχα, αλλά μονίμως σκεπασμένοι με καρό κουβέρτες που σέρνονταν σε όλο το σπίτι παρασύροντας τις στάχτες της.
Το τέταρτο επεισόδιο το περάσαμε χωμένοι στα άδυτα του κόκκινου καναπέ όπου νομίσαμε πως είχαν χαθεί τα μικροσκοπικά γυαλιά της, ενώ οι οπλές των αλόγων που κουβαλούσαν τους γενναίους πολεμιστές που κράδαιναν τα σπαθιά τους, περνούσαν με βηματισμό μπροστά μας, χωρίς εκείνη να μπορεί να δει την μεγαλοπρέπειά τους λόγω της μυωπίας της.
Μετά από αυτό το επεισόδιο είχα κιόλας μάθει πού είναι τα ποτήρια του νερού και πού ο καφές και μπορούσα να εξυπηρετηθώ μόνος μου. Μάλιστα πρόσεξα πως είχα μία διπλωμένη πετσέτα στο μπάνιο.
Ο σκηνοθέτης μου φάνηκε παρανοικός όταν στο πέμπτο επεισόδιο δεν δίστασε να σκοτώσει τον πρωταγωνιστή και μάλιστα με βίαιο τρόπο. 
Και οι δυο αναφωνήσαμε πως ήταν πολύ πρωτοπόρο αλλά και παρακινδυνευμένο.
Εκεί είδα τη σκιά. Μια σκιά που έλεγε κάτι σαν: Και τώρα; Τι θα κάνουμε μέχρι το τέλος ; Έχουμε μόνο άλλα πέντε επεισόδια.
Το έκτο επεισόδιο το είδε σχεδόν μόνη, έπρεπε να μιλήσω στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Χάθηκα στο μπαλκόνι για περίπου σαράντα λεπτά, -ανάμεσα στις μπιγκόνιες και τις ορτανσίες -, το επεισόδιο πάντα διαρκούσε πενήντα πέντε λεπτά ακριβώς.
Το έβδομο επεισόδιο το είδαμε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, κρατούσαμε σφιχτά ο ένας τα χέρια του άλλου και είχαμε μπλέξει τα πόδια μας γιατί η κουβέρτα ήταν κοντή και περίσσευαν. Τα χέρια μας ήταν ζεστά και τα πόδια μας κρύα. Νομίζω πως όλο το βράδυ ένοιωθα αυτές τις αυξομειώσεις θερμοκρασίας στα άκρα μου.
Δύο επεισόδια πριν το τέλος, ο δεύτερος ήρωας που είχε πέσει σε κώμα ξυπνούσε απρόσμενα και ζητούσε εξηγήσεις.
Εκείνο το βράδυ δεν έμεινα σπίτι της.
Γύρισα στο δικό μου και μιλήσαμε όλη τη νύχτα με μηνύματα. 
Ποτέ δεν είχε γίνει αυτό, ποτέ δεν μιλούσαμε με μηνύματα αφού γυρνούσα σπίτι, ήταν κάπως αυτονόητο το γιατί.
Εκείνο το βράδυ της έστειλα μερικές μεγάλες κουβέντες. Το΄ξερα πως ήταν μεγάλες όταν τις έγραφα αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να τις γράφω, μάλιστα κοιτούσα το μήνυμα για μερικά λεπτά πριν το στείλω αλλά τελικά πατούσα την αποστολή, δεν ήξερα γιατί είχα την επιθυμία να γράψω κάτι σπουδαίο.
Την επόμενη μέρα δεν μιλήσαμε καθόλου.
Ούτε την μεθεπόμενη.
Μετά από τρείς ημέρες έλαβα ένα μήνυμα πως ήθελε να δεί το ένατο επεισόδιο και εγώ της απάντησα να το κάνει συμπληρώνοντας μία γλυκειά φατσούλα στο τέλος του μηνύματος. Δεν μου απάντησε τίποτα. Μια μέρα μετά μου είπε πως το είδε.
Ένα βράδυ Πέμπτης αποφασίσαμε να δούμε το τελευταίο επεισόδιο.
Επεισόδιο δέκα:
Πέφτουν οι τίτλοι τέλους μαζί και η αναγγελία πως  ο επόμενος κύκλος θα ερχόταν στις οθόνες μας τον Απρίλιο. Ανάβω τσιγάρο. Μου λέει πως δεν είχε προσέξει πως καπνίζω. Της γνεύφω θετικά. Τι θα κάνουμε; ρωτάει με μισάνοιχτα χείλη, δεν ξέρω απαντώ φυσώντας το καπνό σε στραβά κυκλάκια.
Ηταν βέβαια μια πολύ καλή σειρά, προσθέτω, η καλύτερη που έχω δει ποτέ. Και είχε τόση ένταση, συμπληρώνει, με καθήλωσε η κάθε σκηνή, είχα καιρό να δω κάτι τέτοιο. Γιατί τον Απρίλη; λέει με γκριμάτσα, πάει πολύ μακριά ο Απρίλης. Ναί, είναι μακριά της λέω και σκέφτομαι πως τον Απρίλη οι άνθρωποι δεν βλέπουν σειρές κάτω από κουβέρτες, ούτε πίνουν λικέρ, ούτε φοράνε κάλτσες. Τον Απρίλη θα έχει ανοίξει ο καιρός, μονολογεί. Συμφωνώ μαζί της και ξαναφυσώ πιό μακριά τον καπνό μου.
Δεν κατέβασε ποτέ τον δεύτερο κύκλο, ούτε και εγώ το ζήτησα.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Λουόμενοι (δυο εικόνες)


Τον αλείφει κρέμα στα μπράτσα. Του βάζει άλλες δυο γενναίες χούφτες στα μάγουλα. Κοιτάζει ξανά και ξανά στο πρόσωπό του. Απλώνει μια τελευταία σαν κουτσουλιά στη μύτη του. Ο μικρός-κοντά στα δώδεκα-, δεν μιλά και δεν σαλεύει, μόνο μοιάζει να απολαμβάνει το αγγιγμά της ή να περιμένει αυτό κάποτε να τελειώσει.
Εκείνη επανέρχεται με μια πορτοκαλάδα-φυσικό χυμό στο χέρι και μπαίνει ως τα μπούτια στην θάλασσα. Και τα μπούτια της φυσικός χυμός, χυμός που κατακάθισε. Και το ένα και το άλλο φλοιός πορτοκαλιού, ολοστρόγγυλα πορτοκάλια που έχουν πέσει χάμω. Στήθος δεν έχει, δυο τριγωνάκια απλά καλύπτουν το σημείο εκτοξεύοντας ιριδίζουσες γαλάζιες λάμψεις στη θάλασσα. Γαλαζιο το μαγιό πάνω κάτω, το κάτω μικροσκοπικό, μόλις που χωράνε τα οβάλ ηλιοκαμμένα οπίσθια και τα μπούτια πορτοκάλια συνθλίβονται στο περπάτημα προς τη θάλασσα. Έχει πέτρες η παραλία και η μάνα ξέρει πως κάνει άθλο περπατώντας στα ρηχά με το χυμό στο χέρι, αλλά πρέπει να φτάσει το παιδί της.
Μετά έξω και δυο. Σκουπίζονται. Μάνα και γιός. Η κόρη της κρατάει μούτρα γιατί νωρίτερα η μάνα της έφερε τον άλλο χυμό στο στόμα, της έχωσε το καλαμάκι στα χείλη, να πιει- η κόρη στα δεκατέσσερα-, έχει σκεπαστεί με την πετσέτα θαλάσσης και δεν θέλει να βλέπει κανένα, έχει ρίξει τα μαλλιά της στο πρόσωπο να σκεπάζει τα μάτια, να έχει οπτική επαφή αλλά κανείς να μην το ξέρει.
Ο γιός κάθεται πλάτη με τη μάνα, η κόρη έχει γυρίσει την πλάτη σε όλους, η μάνα που και που γυρνάει και τον παρατηρεί. Ο πατέρας είναι μια ομπρέλα πιο κει και παίζει τάβλι. Η μάνα βάζει λάδι στους ώμους της, φτιάχνει τα αλυσιδάκια του χεριού της, πιάνει τα μαλλιά της μια σφιχτή αλογοουρά-τα κάνει όλα αυτά ενώ τον σπρώχνει με την γερή της πλάτη-, βάζει λιπγλος και φοράει τα μεγάλα άσπρα γυαλιά της. Το σώμα της κουνιέται αυτάρεσκα, ο τρόπος που γυρίζει την πλάτη, το τίναγμα του κεφαλιού, το πως σμίγγει τα χείλη ενώ μιλάει. Ο μικρός ζαβλακωμένος στο πέρα-δώθε, αμίλητος, καμία προσπάθεια να την απωθήσει, καμία ελπίδα να ξυπνήσει μέσα του το τέρας της εφηβείας, αυτό με τον τρομαχτκό παλμό που χτυπάει στη φλέβα του λαιμού και να της ουρλιάξει: γάμησε μας ρε μάνα κάνε πιο κει.
Εκείνη γυρίζει ξανά και ξανά και τον παρατηρεί, ψάχνει αν θέλει κάτι, τον ρωτάει, τον χαιδεύει στα μαλλιά και στην πλάτη. Μετά γυρνάνε πλάτες πάλι και κάθονται έτσι μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε. Εκείνη τρώγεται με την άμμο στα πόδια της. Ξάφνου σηκώνεται και πάει στην απέναντι ομπρέλα, σκύβει στο αυτί του άνδρα της και ψιθυρίζει, λέει λέει ώρα πολλή και εκείνος αφήνει το τάβλι και την ακολουθεί ζαβλάκωμένος στο αυτοκίνητο. Αργούν πολύ και η πλάτη του μικρού μένει μετέωρη.
******
Η γιαγιά είναι ξερακιανή και χρειάζεται σιδέρωμα. Πως χωράει η γιαγιά σε αυτό το μπικίνι; Είναι η σούπερ γιαγιά, η όμορφη νέα που έχει φυλάξει την εικόνα της σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στο συρτάρι της γκαρσονιέρας στο Περιστέρι. Τα εγγονάκια της παίζουν γύρω της. Της ρίχνουν στα μαλλιά με νεροπίστολο, το ένα ασπριδερό και κοκκινομάλλικο, μαλλιάκια φωτιά, κοραλένια και τ’άλλο το κορίτσι απλό, αδύνατο, καστανό, ένα κορίτσι πέντε ετών που δεν σου αποτυπώνεται στη μνήμη. Το αγοράκι όμως ηλιαχτίδα, χαρά θεού, γελιο δροσερό γαργαριστό, ποδαράκια στρουμπουλά που κυκλώνουν τη γιαγιά του με το μαύρο μπικίνι και την αυστηρή στέκα.
Τα χειλη της γιαγιάς μια γραμμή από μαόνι. Και πάνω απ΄το χείλος ρυτίδες, τερατόμορφα ζαρώματα που μαζεύονται και απλώνουν στις πιτσιλιές του μικρού. Τώρα έχει το παιδι κοντά της, εκείνο κάθεται ακίνητο. Νομίζεις πως ξέχασα τι είπες για μένα; του λέει κοιτώντας του κατάματα.
Εκείνο δεν αντιδρά.
Αλλα θα σου δείξω εγώ μόλις πάμε σπίτι. Εγώ δεν ξεχνάω, με κατάλαβες; Συμπληρώνει ενώ συνεχίζει να το κοιτά.
Ο μικρός-είναι δεν είναι τεσσάρων-, δίνει ένα πήδο και καλπάζει με το κουβαδάκι του γεμάτο νερό γύρω από την ομπρέλα. Μετά πιάνει την αδελφή του στο κατόπι. Να θου πω, λέει λαχανιασμένος, θεθ να παίκθουμε εθύ πριγκίπιθα και εγώ ο καλόθ που θε θώζει;
Κανει δυο γυροβολιές και ύστερα πέφτει στην αγκαλιά της γιαγιάς του και της χαιδεύει τον σβέρκο.
Χρόνια μετά, σε μια γκαρσονιέρα στο Γκύζι, ο μικρός-μεγάλος πια-, στέκεται μπροστά από μια σιδερώστρα και πατάει με δύναμη τα ασπρόρουχα. Αλλά αυτά που αγαπά πιο πολύ να πατά είναι όπως λέει τα μαύρα.

*Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σαν σφηνάκια και εστάλησαν απευθείας στο μπλογκ। Περιμένω λοιπόν τα σχόλια των συναγωνιστών εδώ।
Γιούλη Αναστασοπούλου


Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Απόσπασμα από τη νουβέλα "Ψυχή στην Κούλουρη" Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


-Τι τάξη πας, Άγη;
-Πέρσι πήγαινα Πρώτη Γυμνασίου, άρα;
-Μάλιστα, άρα Δευτέρα. Και είσαι καλός μαθητής;
-Δεν ξέρω.
-Τι πάει να πει δεν ξέρεις;
-Πάει να πει πως δεν μπορώ εγώ να πω για μένα.
-Α! Είσαι έξυπνο παιδί, σαν τη μάνα σου.
-Και τον πατέρα μου. Θέλει δυο για να γίνει, έλεγε η γιαγιά.
-Ναι, ναι… Σωστά το λες.
-Πόσο μεγάλο είναι τα ταξί σου;
-Α! Πολύ μεγάλο, Μερσεντές, ξέρεις από Μερσεντές; Είναι πολύ ωραίο αμάξι.
-Δεν έχει όμως ταπετσαρία.
-Τι;
Καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα και μάλιστα στην άκρη και κοιτούσε συνέχεια την λουλουδάτη ταπετσαρία τους. Θα την χαλάσει ο χοντρός την καρέκλα, σκέφτηκε ο Άγης, και είδε περιττά στρώματα λίπους σε δίπλες να την καταπιέζουν, ενώ εκείνη άφηνε χαρακτηριστικές στριγγές σε κάθε κούνημα του χοντρού.
Έψαξε τη μάνα του, είχε πεταχτεί στην κουζίνα να φέρει καφέ και γλυκό του κουταλιού, κυδώνι με αμύγδαλο – κι αυτό το αγαπημένο του, λοιπόν; Ποιος του έφταιγε τώρα; Λες και γινόταν επίτηδες για να τον αντιπαθήσει, κι αυτός καθόταν ατάραχος στην πολυθρόνα, ούτε μια σταγόνα στην γκρι φαβορίτα του, χάθηκε κι αυτή η μάνα να ΄χε κάνει γλυκό κάστανο; Αυτό ήταν μια αηδία, θα του το ’δινε ευχαρίστως να το πάρει και στο σπίτι – ή μάλλον στο ταξί του, αφού αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να έμενε σε σπίτι. Τόσο βρόμικος τού φάνηκε και τόσο ταλαιπωρημένος, όμως δεν ένιωθε κανένα οίκτο γι’ αυτόν, αντιθέτως του ’ρθε να γελάσει στη σκέψη πως ο κύριος Μπάμπης είχε για σπίτι ένα κίτρινο κατασκεύασμα από παλιοσίδερα. Τον φαντάστηκε στριμωγμένο στο πίσω κάθισμα να προσπαθεί να βολέψει τα χοντρά του πόδια στην πίσω πόρτα. Να κοιτάει το ταβάνι και να ονειρεύεται τα μπορντό λουλούδια και τις ριγωτές γραμμές της ταπετσαρίας της μαμάς.
Ταπετσαρία (η), ουσιαστικό= Ο χαρτονένιος κόσμος του τοίχου.
Αλλά δεν υπάρχει ταπετσαρία, αντί γι’ αυτή τον σκέφτεται να παρατηρεί μόνο τη μαυρίλα απ΄ τα τσιγάρα των επιβατών και να χάσκει σα χάνος. Να γυρνοβολάει για να κοιμηθεί χωρίς επιτυχία, η ζώνη του να πιάνεται στο μαδημένο σαλόνι και να αποκαλύπτει μια τούφα από το μουσταρδί αφρολέξ.
Αφρολέξ (το), ουσιαστικό= Λέξη από αφρό.
-Ο καφές σου, Μπάμπη, το καϊμάκι δε μου πέτυχε αυτή τη φορά!
Ο μικρός τής έριξε μια γρήγορη ματιά και ύστερα κάρφωσε το βλέμμα στα δάχτυλα του Μπάμπη∙ ήταν τριχωτά και σκαμμένα.
Τα είδε να ξεκλειδώνουν το κίτρινο πορτ-μπαγκάζ. Εκεί υπάρχει καταχωνιασμένο ένα μπρίκι, θέλει να ψήσει καφέ. Το τραβάει ενώ χώνει όπως όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο στο παντελόνι του με το ζόρι. Μετά ανοίγει το ντουλαπάκι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και βγάζει ένα διπλό μάτι κουζίνας. Το κάθισμα του συνοδηγού δεν υπάρχει, είναι ξηλωμένο, στη θέση του φιγουράρει ένα μικρό μακρόστενο τραπέζι. Παίρνει το μάτι και το ακουμπά πάνω στο τραπεζάκι, μετά αδειάζει ένα μικρό εμφιαλωμένο νερό στο μπρίκι και τo ανάβει.
-Πολύ ωραίος, κυρία Άνδριάννα μου, μέσα στη ζάχαρη είναι!
Καμία απάντηση. Ο Άγης τον παρατηρεί να ψάχνει τη σκιά της μάνας του στο φως της κουζίνας, το μόνο που βλέπει είναι οι ατμοί που ανεβαίνουν στον απορροφητήρα...

Η παρουσίαση της "Ψυχής στην Κούλουρη"

 
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Τσαμαντάκης στον Πειραιά.

Στο videowall, το βιβλιοκλιπ της νουβέλας με σκηνές από το βιβλίο που θα αναρτηθεί σε μερικές μέρες στο youtube.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους , με τιμήσατε πραγματικά με την παρουσία σας και τις πολύ ιδιαίτερες ερωτήσεις σας που άναψαν την συζήτηση.

Καλό μας καλοκαίρι με πολύ διάβασμα!

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Νέα κυκλοφορία: "Ψυχή στην Κούλουρη" της Γιούλης Αναστασοπούλου


Στη Σαλαμίνα το ‘89, το φέρι-μποτ λέγεται μουσκεμένη παντόφλα και ο φάρος, τσιμεντένιος φύλακας. Ο πύραυλος είναι παγωτό απ΄το διάστημα και η μαρέγκα μια άσπρη ρέγγα.
Δεν πρόκειται όμως για υπαρκτές λέξεις, λέξεις που κάνει να πούμε φωναχτά. Αντίθετα είναι λέξεις που λέμε σιγανά, λέξεις κρυφές και είναι οι λέξεις του Άγη, ενός δωδεκάχρονου μαθητή.
Το καλοκαίρι του ‘89 ο ΄Άγης θα γνωρίσει το Μπάμπη, το μνηστήρα της μαμάς. Και έπειτα η μαμά θα θελήσει να τον πάρει από την Κούλουρη για να εγκατασταθούν στο Πέραμα, στην αντίπερα όχθη που εκείνος μισεί...


Στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 2011, το παρθενικό βιβλίο της Γιούλης Αναστασοπούλου, εμπνεύστριας της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ, είναι γεγονός.



Η νουβέλα "Ψυχή στην Κούλουρη" κυκλοφορεί από αύριο στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ κι αποτελεί τόσο εκπλήρωση των συγγραφικών στόχων της Γιούλης, όσο αντικείμενο περηφάνειας για όλα τα μέλη της ομάδας. Είναι το βιβλίο που σηματοδοτεί την μ.Γ. (μετά Γομολάστιχα) περίοδο των επών μας, το πρώτο μας προϊόν. Σε κάθε περίπτωση ένα πανέμορφο, νοσταλγικό, ιδιαίτερο βιβλίο, με ψυχολογικό βάθος, που αξίζει να διαβάσετε.

Μπράβο Γιούλη μας! (ήδη τρίβω τα χέρια με την ικανοποίηση εκείνου που γνωρίζει πως θα υπάρξει και συνέχεια)

                                                                      *****
Την Τετάρτη 29/6/11 και ώρα 19.00 θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου της Γιούλης Αναστασοπούλου "Ψυχή στην Κούλουρη" εκδόσεις Αλεξάνδρεια, στο βιβλιοπωλείο Τσαμαντάκη, Καραολή & Δημητρίου 43 στον Πειραιά.

Για το βιβλίο θα μιλήσει η Λέσχη Δημιουργικής Γραφής Γομολάστιχα και θα παιχτεί το βιβλιοκλίπ της νουβέλας.

Σας περιμένουμε εκεί!

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

To ασανσέρ

Το ασανσέρ πρωτογράφτηκε σαν άσκηση γραφής. Κοινοποιήθηκε στην Λέσχη τον Ιανουάριο του 2011 στο φιλόξενο και γεμάτο εδέσματα σπίτι της Κατερίνας.
Γιούλη Αναστασοπούλου


Του είπε πως θα ξαναγυρίσει αλλά αντί γιαυτό βρέθηκε να γύριζει το κλειδί στο σπίτι το δικό της. Έκανε εμετό- έβαλε δάχτυλο όπως της είχε πει η Νίκη για να φύγει η χολή - πήρε τηλέφωνο την Ελένη να της πει πως θα πάει καράτε και έβαλε τη φόρμα της. Έφαγε δυο μεγάλες φέτες ψωμί με μερέντα, έβαλε μάσκαρα και λιπ-γκλος και τον είδε πίσω της να την περιγελά που βαφόταν για να παει στο γυμναστήριο. Τον έδιωξε μόλις έπλυνε το πρόσωπο της˙ μετά ήπιε το ροζ χάπι για τους ιλλίγους και ξεκίνησε. Έδωσε κλωτσιές, έφαγε μπουνιές, γύρισε σπίτι και ήπιε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί. Εφτά παρά τέταρτο ξύπνησε για να πάει στην τράπεζα˙ τα τελευταία δέκα χρόνια το ίδιο δρομολόγιο, σήμερα είχε θέατρο, καλή παράσταση, η Ελένη την έπρηζε να πάει, είχε και τη συνάντηση με τους παλιούς συμμαθητές, αν δεν πήγαινε θέατρο ήταν και αυτό κάτι για να γεμίσει τη μέρα και μετά να πέσει ξερή για να σηκωθεί το πρωί. Σχεδόν ξέχασε πως θα πέρναγε από πειθαρχικό σήμερα, είχε ετοιμάσει ολόκληρη επιστολή και την άφησε σπίτι, πόσο χαζή μπορεί να ήταν; Όταν ονειροβατούσε ήτανε πολύ άχρηστη σκέφτηκε, είχε προσέξει και το τελευταίο κόμμα, έτοιμη, κατευθείαν για το γραφείο Προσωπικού, η απολογία της: γιατί αργεί συστηματικά ένα τέταρτο το πρωί, οι συνάδελφοί της ήταν μαλάκες που έρχονταν στην ώρα τους; αυτό καλούνταν να απαντήσει, κάθε μέρα η κυρία Καλλίρη αργεί ένα τέταρτο, κάθε μέρα. Γιατί; Γιατί έχει ψυχολογικά θέματα, υπάρχει κάποιο χαρτί γιατρού; Όχι υπάρχουν τα θέματα μόνο.
Και; Και..αποπομπή η μετάθεση δυσμενής, αυτό. Κανένα πρόβλημα, όσο γίνεται πιο μακριά απο αυτόν , να ξεχάσει, να ξεχάσει τη μυρωδιά της αρρώστιας πάνω της και πάνω του, τα γέρικα κύτταρα, μικρό κοριτσάκι και να αφήνεις να σε καβαλάει ο παλιόγερος˙ αυτός που αγαπάς παλιόγερος, όχι Πέτρος ή Στάθης, οι μεγάλοι δεν έχουν ταυτότητα, την σβήνει ο χρόνος, μπαίνουν όλοι στο ίδιο κλαμπ για οικονομία.
Να γυρίσει, προλαβαίνει; Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, ταλαιπωρία, μετά καπάκι μάθημα ιδιαίτερο με τον Μανώλη, να θυμηθεί τα phrasal verbs και να πει στη μάνα του να την πληρώσει. Στο chat χθες μπήκε ένας παντρεμένος, τον λέγανε λυκάνθρωπο, πνίγηκε στα γέλια, την κάλεσε για τηλεφωνικό σεξ, λίγο πριν τελειώσει πήρε και έβαλε στον κόλπο της ένα ταμπόν και το τράβαγε από το κορδονάκι, δεν κατάλαβε τιποτα, ξενέρωσε.
Πριν φτάσει στην τράπεζα κάλεσε στο κινητό του, πάλι τον βρήκε να γκρινιάζει, η μάνα του είχε χάσει τα pampers της και είχε αναστατώσει όλο το σπίτι, δεν είχε πάλι λεφτά, δεν πήρε το ταξί πόναγε η καρδιά του και ήταν ρέστος, του το΄πε στεγνά, προχθές ψωνίστηκε με Αλβανό, τον Χάκι, κάνει προσπάθειες να τον τελειώσει μέσα της τελειώνοντας με άλλους, έτσι του είπε ακριβώς, την είπε καριόλα, πουτάνα και το ‘κλεισε. Έκατσε στο γραφείο της, στην πρώτη γουλιά καφέ αποφάσισε να γυρίσει πίσω, δεν ήθελε παιδί τελικά ένα καπρίτσιο ήταν, δεν θέλει κλαμπάκια και καφέδες όλη την ώρα, θέλει μια αγκαλιά, την αγκαλιά του, τέλος, να το παραδεχτεί να τελειώνουν. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για τα πολλά.
Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, οι φωνές φτάνουν μέχρι το τέλος του διαδρόμου, φτιάχνουν και τα ασανσέρ, όλη μέρα χωρίς ασανσέρ, πάνω-κάτω, να πάρει τις σκάλες. Το εσωτερικό παράθυρο είναι ανοιχτό, εκεί περνάει το ασανσέρ-κακό παράθυρο πρέπει να κλείσει μπορεί κάποιος να χτυπήσει, ποιός το άφησε ξεκλείδωτο; Οι μάστορες. Κακό αυτό κακό, σκέφτεται όπως τα νήπια, της αρέσει, νιώθει μια κάποια ανεμελιά, θυμάται την μπλε ποδιά της και καραμέλες κόκκινες που καίνε.
Πάει κοντά στο παράθυρο και σκύβει στο ανοιγμά του˙ ξέρει τί κατεβαίνει, το ακούει απλά θα βάλει το κεφάλι της κάνοντας πως θέλει να κοιτάξει στο φωταγωγό και δεν θα πάει ούτε μπρος ούτε πίσω...