Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΕΜΠΑΙΓΜΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ, κριτικές για το "Ενα τριάρι για τον Οιδίποδα" του Νίκου Ξένιου

Οι εμπαιγμοί της ύπαρξης εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ : Τρίτη 09 Οκτωβρίου 2012 Ο Λεωνίδας, πρωταγωνιστής της νουβέλας αυτής, το λέει και το ξαναλέει: «Δεν υπήρξε άλλος τραγικός μύθος που ν' απασχόλησε τόσο πολύ τους φιλολόγους, τους δραματουργούς και τους φιλοσόφους, όπως ο μύθος του Οιδίποδα». Ξεκινώντας με την τραγωδία του Οιδίποδα και περνώντας στη δική του ζωή, ο Λεωνίδας παρέχει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μας μιλήσει για την ατέρμονη προσπάθεια των ανθρώπων να αποφύγουν ή μάλλον να αντεπεξέλθουν στους διάφορους εμπαιγμούς της ύπαρξης, στους εμπαιγμούς που ο καθένας επιφυλάσσει για τον ίδιο του τον εαυτό. "Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα" "Ένα μικρό βιβλίο που κλείνει μια νουβέλα. Ο συγγραφεύς γεννήθηκε στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζη και εργάζεται. Η συλλογή διηγημάτων του "Το άχτι" ήταν υποψήφια το 2011 για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το περιοδικό "Διαβάζω". Η νουβέλλα του, που είναι το δεύτερο αυτοτελές βιβλίο του, κάνει ίσως υπερβολική χρήση της τεχνικής της αναδρομής, αλλά κατορθώνει να αποδώση την πορεία της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτείας κατά τα τελευταία περίπου 60 έτη, με τους ήρωες να αντιπαλαίουν με τα συναισθήματά τους και την ζωή."

Χαρίκλεια Δημακοπούλου, "Εστία", 6.10.2012

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Νέα κυκλοφορία: "Ενα τριάρι για τον Οιδίποδα" του Νίκου Ξένιου



...Σε μια στιγμή -σε όλους συμβαίνει- γύρισε και την κοίταξε και του φάνηκε σαν ένας ξένος άνθρωπος. Αυτό που συμβαίνει στον καθένα έπειτα από πολύχρονη σχέση με τον ίδιο άνθρωπο, που γυρνάς και κοιτάς τον άλλον και σκέφτεσαι για κλάσματα δευτερολέπτου: «Τι σκόπευα να κάνω εγώ στη ζωή μου; Το και το. Τι έκανα τελικά; Εκείνο, και το άλλο». Και που όλ’ αυτά παρελαύνουν με ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας απ’ το μυαλό σου κι αφαιρείσαι για μισό λεπτό και ξανασκέφτεσαι: «Τι θέλω εγώ μ’ αυτήν τη γυναίκα;».

Τότε εκείνη κατάλαβε: ο Λεωνίδας το είδε στο έντρομο βλέμμα της, στη στάλα ιδρώτα που κύλησε κάτω από τ’ αυτί της. Ήταν κοντούλα και μπόρεσε να τη δει αυτήν τη μικρή σταγόνα κάτω απ’ το φως του λαμπτήρα. Μα προπάντων είδε τη στιγμιαία, τελείως στιγμιαία απόγνωση στο βλέμμα της και κατάλαβε πως κι εκείνη είχε καταλάβει. Αφού έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, δεν έχασε την ψυχραιμία του: «Στάσου. Στάσου έτσι όπως είσαι και χαμογέλα μου», της είπε. «Γιατί;» απόρησε η Μαγδαληνή. «Γιατί είσαι πολύ όμορφη σήμερα», είπε ψέματα ο Λεωνίδας.

Μετά από τη συλλογή διηγημάτων "Το Αχτι" που του χάρισε και την υποψηφιότητα για το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού "Διαβάζω", ο Νίκος Ξένιος επιστρέφει με τη νέα του δουλειά που κυκλοφορεί -επίσης- από τις εκδόσεις Φαρφουλάς. Μια νουβέλα για την ανθρώπινη φύση, για την ομορφιά και την αθλιότητά της και μια νουβέλα για την αθανασία. Ενα βιβλίο αληθινό κόσμημα, ορόσημο της συγγραφικής του ωριμότητας, το αγαπημένο μου, πλέον, του Νίκου Ξένιου. Νίκο, καλή επιτυχία!

Ο Νίκος Ξένιος γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει κι εργάζεται. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Οδός Πανός, Φαρφουλάς και Anteprima. Συμμετείχε στις ομαδικές συλλογές διηγημάτων Ιστός ’95 (εκδ. Ιστός) και Γράψε Σβήσε (εκδ. Φαρφουλάς), στον επιστημονικό τόμο Greek Magic (ed. Routledge), στο Λεξικό Θεατρικών Όρων (εκδ. ΚΟΑΝ), στην Ελληνική Γραμματική για Ρωσόφωνους (εκδ. Πελασγός) και στον τόμο Θέατρο και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση (εκδ. Ζαχαρόπουλος). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Το Τέταρτο, Αρχαιολογία και Τέχνες, Ουτοπία, Τόπος Επίκοινος, Θεατρογραφίες, Dioniso (Συρακούσες) και Théâtres du Monde (Avignon).

Η συλλογή διηγημάτων του Το άχτι κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Φαρφουλάς και προκρίθηκε ως υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

συμβουλές προς ενδυματολόγο

του Νίκου Ξένιου


« Φίλιππε,
δεν θα μπορούσα να σχεδιάσω κάτι άλλο στη σκηνή με τη μεταμφίεση. Έβαλα τον Πενθέα ντυμένο με στρατιωτικά να φοράει περούκα με κοτσίδες και μετά να χαριεντίζεται φιλάρεσκα στον καθρέφτη γιατί –το λέει και το όνομά του- αυτό κάνει αντίθεση. Μα τι να δει τώρα ο θεατής; Τούτος δω είναι ο βασιλιάς της Θήβας, έτσι δεν είναι; Και βρίσκεται πάνω στο θρόνο του,και προσπαθεί να τον υποστηρίξει, έτσι δεν είναι; Να πει και να πείσει πως η Κορυφή της πολιτείας μπορεί να φέρει και τη λύτρωση. Θέλει τη Θήβα να είναι μια πόλη «εγκεφαλική», χωρίς κορμί. Αλλά ο Ευριπίδης το βλέπει αυτό και στην Αθήνα (δεν μας το είπες στο σεμινάριο πριν αρχίσεις να σκηνοθετείς;). Αυτό δεν ζήτησες; Ν' αναδειχθεί το κορμί της Θήβας; Από τη μέση και κάτω, Φίλιππε, μιλάμε εδώ για το σεξ, μιλάμε για την αίσθηση της γης, για τις μυρωδιές της και τη μυρωδιά του σπέρματος και της κοπριάς.Και ο Πενθέας(το λέει και τ’ όνομά του) δεν το θέλει αυτό: ο Πενθέας θέλει την πολιτεία του μια εξαχνωμένη, μια θεϊκή πολιτεία, αλλά με βάση τους ουράνιους, τους ανδρικούς θεούς. Γι’ αυτό και πρέπει το κοστούμι του να είναι πολύ ανδρικό, μιλιταριστικό. Κιέπειτα, πρέπει να φοράει τυπικό γυναικείο ένδυμα.
Το υποστηρίζω αρκετά;
Περιμένω απάντησή σου με ανυπομονησία.
Κωνσταντίνος»


« Κωνσταντίνε κοίτα...δεν θα διαφωνούσα με το κοστούμι, μόνο που θέλω τον Πενθέα να απεκδύεται πλήρως το ανδρικό και να μένει ολόγυμνος πάνω στη σκηνή. Και μετά να φορά τους βοστρύχους και το ψιμύθιο, αλλά σαν νάναι μια μάσκα νεκρική, σαν να υποδυόταν, λίγο πριν πεθάνει, τον ρόλο του βαλσαμωμένου πτώματος. Να είναι έτοιμος για το φέρετρο, και το κεφάλι του που θα αποκοπεί να είναι ένα τρόπαιο αναμαλλιασμένο, μια παρεφθαρμένη εκδοχή της δόξας της ομιλούσης κεφαλής. Έτσι; Τήρησέ το αυτό, φίλε μου! Θέλω ο Πενθέας μου να νομίζει πως από την κορφή του έλατου θα μπορέσει όλα να τα παρακολουθήσει και όλα να τα κατασκοπεύσει και να τα υποσκάψει, χωρίς να συμμετάσχει στα οδυνηρά τεκταινόμενα των γυναικών. Μα πρέπει κι αυτόςνα είναι ζώο από τη μέση και κάτω και να πονά. Και να καταλάβει, με τον πιο οδυνηρό και φρικιαστικό τρόπο, πως δεν πρέπει κανείς να περιφρονεί το 'κάτω μισό', γιατί τα πόδια θα σηκωθούν και θα εκδικηθούν το κεφάλι. Το κάτω μισό του πρέπει να αποκοπεί. Γιατί έτσι κι αλλιώς δεν το τίμησε αρκετά, κι έχει κι αυτό τις άγριες,τις αιμοδιψείς του θεότητες. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, και καταλαβαίνεις βέβαια και τις αισθητικές/ εικαστικές παραμέτρους του εγχειρήματός μας. Βασίζομαι σε σένα, είσαι ο πιο έμπειρος ενδυματολόγος. Στο χέρι σου είναι να φανεί πως δεν πρόκειται για μεταμφίεση, αλλά για αλλαγή φύλου. Επί σκηνής, με δεδομένες τις σκηνικές συμβάσεις της κλασικής εποχής.
Σε φιλώ
Φίλιππος»


«Ευχαριστώ για το αναλυτικό γράμμα. Το διάβασα στη Ναταλία και συμφωνεί μαζί μας. Όμως εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς νοείται ο πόνος του κάτω μισού. Τόσες γενεές γαλουχήθηκαν, κι εμείς μαζί, να βλέπουν ένα ακάνθινο στέφανο στη θέση του εγκεφαλικού θεού τους. Οι Έλληνες δεν ήξεραν απ΄ αυτά, και η δυσκολία ενός σύγχρονου δυτικού κοινού συνίσταται στην προσέγγιση του ίδιου νοήματος από την ανάποδη. Νομίζω ότι η πλειοψηφία θέλει τον πόνο να αποδίδεται με κραυγές, και μάλιστα ει δυνατόν με πλέι μπακ. Ζούμε στην εποχή της Κλινικής Πόνου. Πώς να κραυγάσει το κομμένο κεφάλι του Πενθέα, πώς να γυρίσει να δει η Αγαύη στη δική σου σκηνοθεσία τι ακριβώς κρατά, τι αποτρόπαιο τρόπαιο;
Βλέπεις ; δεν είναι τόσο απλό...
Κωνσταντίνος»


« Αχ βρε Κωνσταντίνε. Πάντα ήθελες να κυριολεκτείς. Βγες λίγο από τον εαυτό σου, σου είπα ότι είναι αλλαγή φύλου, μεταμόρφωση, όχι τρανσβεστισμός. Και το εννοώ. Πονάει το κορμί της Θήβας και σπαράσσεται κι αυτός δεν καταλαβαίνει Χριστό πάνω στο θρονί του. Και κρατά το θώκο του με τη βία. Ποιος είναι ο φίλος του λαού και ποιος ο εχθρός του,για να το δούμε και με το θεατρικό πρίσμα του Ιψεν; Αν πάλι δεν θέλεις να το δεις έτσι, πάρτο αλλιώς:πες, λόγου χάριν, ότι σου έλεγαν να διαλέξεις ανάμεσα στον πόνο της γέννας και την επίμονη ημικρανία. Τι θα διάλεγες; Είναι ρητορικό το ερώτημα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μη μου μιλάς για πλέι μπακ. Έχουμε το κοινό στο αμφιθέατρο να ψάχνει το τραγικό εκτός πλαισίου, και το μόνο που μας μένει ως επιλογή είναι να κόψουμε το κεφάλι και να πονάει το κομμένο κεφάλι, κι όχι το αφημένο σπαραγμένο κορμί. Εν ανάγκη να κραυγάζει το κομμένο κεφάλι, ρε φίλε!

Το βλέπεις αυτό μπροστά σου ως προοπτική;

Φίλιππος»


Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ: "ΤΟ ΑΧΤΙ" ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΕΝΙΟΥ

Τη Δευτέρα, 4 Ιουλίου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Φαρφουλάς” η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Ξένιου, που φέρει τον τίτλο “Το Άχτι”.

Ν’ αντικρύσει το πρόσωπό του στον καθρέφτη
της δίφυλλης ντουλάπας;
Να πάει πάλι φέτος το καλοκαίρι στο «Ζέφυρο»
στα Πετράλωνα να δει την ίδια ταινία;
Να βάλει το πορτρέτο της στην κορνίζα;
N’ αφήσει αυτό το κάτι να επιπλέει στη µπανιέρα;
Να µείνει να φροντίζει τον τάφο της µητέρας του
ή να γυρίσει στη µακρινή πατρίδα;
Να κλείσει τ’ αυτιά του στα ουρλιαχτά
των σκύλων στο στρατόπεδο;
Να πετάξει την ασπίδα του
και ν’ αυτοµολήσει στις τάξεις του εχθρού;
Να πάψει να σκέφτεται;
Ή να µείνει µε το άχτι;




Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα


"...Το Γενάρη του ογδόντα εφτά είπα «δεν πάει άλλο!» Αποφάσισα ν’ αγοράσω το σπίτι και να παντρευτώ τη Μαγδαληνή. Λέει η πεθερά μου τότε στη γυναίκα μου: "Θα πάρει το σπίτι και θα μάς πετάξει έξω!" Αλλά τι να περιμένεις από μια γυναίκα που έχει δεχτεί να κοιμηθεί στο πάτωμα δίπλα στον άντρα της την ώρα που εκείνος απαύτωνε μια παστρικιά; «Δεν είναι τέτοιος ο Λεωνίδας», τής απάντησε με πρωτοφανή ετοιμότητα η Μαγδαληνή, κι έτσι της έκλεισε το στόμα. Προσωρινά, όμως. Έδωσα μια προκαταβολή στην αρχή του Γενάρη. Μετά το γάμο, που έγινε εικοσιπέντε Φεβρουαρίου, αρχές Μάρτη, έγινε το συμβόλαιο της αγοράς του σπιτιού όπου θα μέναμε με το γιο της. Η κόρη της κι ο φρέσκος σύζυγός της, που ήταν στο επάγγελμα πλακάς, πήγανε και ψάξανε στού διαόλου τη μάνα να βρουν να μείνουν. Πού είναι το Στάδιο στην Καλογρέζα; Ε, εκεί, εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα από το σπίτι μας, άν είναι δυνατόν, τη στιγμή που η δουλειά της ήτανε στο κέντρο! Όλα αυτά βέβαια για ν’ αποφύγει την υπηρεσία των γηρατειών. Ο Απρίλης, πριν το Πάσχα, μάς βρίσκει να μάς πεθαίνει μέσα στο σπίτι η πεθερά μου, που τη φρόντιζε η Μαγδαληνή ως τότε. Στο εξής θ' αναλάμβανε το χήρο πατέρα της, χωρίς την παραμικρή υποστήριξη από τα αδέλφια της. Κι εγώ τάβλεπα όλα αυτά και δεν μιλούσα... Χρειαζόταν να πάει νοσοκομείο ο πατέρας; "Μαγδαληνή πάρτον στο νοσοκομείο!" Έπρεπε να περάσει από τα δικά της τα χέρια κι αυτό. Δεν μιλούσα. Ανασκουμπωνόταν η Μαγδαληνή, τον έβαζε τον πατέρα σε ταξί, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Όλα η Μαγδαληνή.

H αδελφή της η Πίτσα είχε πείσει τον άντρα της να φέρει τον γέρο πατέρα του στη μονοκατοικία που τούχε νοικιάσει στην Κάτω Κηφισιά, με το πρόσχημα πως τάχατες θαρχόταν να τον κοιτάξει η παλιά του νύφη. Εκεί λοιπόν μαθαίνω πως η δαιμόνια κουνιάδα μου είχε εγκαταστήσει στο σπίτι, μαζί με τον προς εκμετάλλευσιν πεθερό, ένα γλύπτη και ζωγράφο, τον Παρμενίωνα, που υποδυόταν δυστυχώς τον πολιτικό, και μάλιστα ήταν πιο ακραίος και από τον Παπαδόπουλο. Σκέψου αυτόν τον άνθρωπο να τής ζωγραφίζει έναν τεράστιο πίνακα με στοιχεία της αρχαίας μυθολογίας: για να τρώει μόνο ένα πιάτο φαί, και να ισχυρίζεται αυτή η αστοιχείωτη πως τάχατες έχει μανία με τη ζωγραφική. Λέω μέσα μου «Ετούτον αυτή η σκρόφα τον έχει σπιτώσει για κάποιο λόγο!» Αυτός ο περίεργος ο Παρμενίων με επισκεπτόταν σπίτι μου δήθεν για να πιεί έναν καφέ, στην ουσία όμως για να με πείσει να γίνω φασίστας. Μού έλεγε το λοιπόν κουτσομπολιά ό,τι έβλεπε εκεί μέσα. Ότι τής έλεγε ο παππούς: «Γιατί κόρη μου μού φέρεσαι έτσι; Αφού υπέγραψα γιατί με πιέζεις;» Ότι τού είχε αλλάξει τα ράμματα του ανθρώπου να υπογράψει τη διαθήκη, δια της βίας. Ότι σηκωνόταν κι έφευγε από τη δουλειά της κι ερχόταν και κοιμόταν στα πόδια της μάνας της και του πατέρα της. Μετά δυο μέρες ερχόταν να τού φτιάξω καφέ αυτός ο Παρμενίων και έλεγε: "Πονάει η καρδιά μου να τον βλέπω χεσμένο και να μην τον καθαρίζει!". Συχνά το γέρο τον καθάριζε αυτός ο ίδιος, ο ζωγράφος ο φασίστας δηλαδή. Ένα βράδυ του ίδιου χειμώνα μού λέει πάλι: «Πονάει η καρδιά μου να βλέπω το γέρο να τον σέρνει χεσμένο στην αυλή και να τον καθαρίζει χειμωνιάτικα με τη μάνικα!»

Όλο τού πόναγε η καρδιά του αυτού του μαλάκα. Αστεία αστεία όμως πιο πολύ τον πόνεσε τον γέρο ο φασίστας από οποιονδήποτε άλλον. Για να μην πω ότι ήταν ο μόνος που τον πόνεσε. ‘Ολοι οι άλλοι μεθόδευαν την εξόντωσή του. Είναι κι αυτό ένα απ' τα συμπτώματα που έλεγα της εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης που είχε επιφέρει ο πόλεμος ή η ανέχεια. "Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το χόρτο", που λέει κι ο Σεφέρης.

Δεν έμαθα ποτέ πότε ακριβώς και πώς πέθανε αυτός ο ταλαίπωρος γέρος. Όμως κάτι μού έλεγε πως ο επόμενος στόχος θα ήμουν εγώ. Πώς τον Οιδίποδα τον πέταξε ο Πολυνείκης στο δρόμο, τυφλό και ανήμπορο; Περίπου με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να είχαν βαλθεί να ξεκάνουν το γέρο αυτό άνθρωπο, φροντίζοντας να φανεί ο θάνατός του φυσικός. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς, αλλά δεν κατέληγα εύκολα σε συμπεράσματα, θέλεις γιατί ήμουν ανώριμος, θέλεις γιατί μ' έπαιρνε από κάτω η καθημερινότητα.

Πάντως, με όλες αυτές τις υπόνοιες να πλανώνται, τη μέρα που πέθανε η πεθερά μου ήλθε η ξαδέλφη του πατέρα μου η Νεφέλη, που ήταν γιατρός, για να δώσει το χαρτί να κηδευτεί η πεθαμένη. Η Νεφέλη βάζει καθρεφτάκι να δει άν θαμπώνει η ανάσα της πεθεράς μου και διαπιστώνει κλινικό θάνατο. Γυρνάει και με ρωτάει μάνι μάνι:
-Τι περιουσία έχει η μακαρίτισσα;
Τής κάνω τότε :
- Ούτε γυμνοσάλιαγκας! Το βρακί της και το σάβανο στο φέρετρο!
-Και τι εισοδήματα έχει;
-Έ, τη σύνταξη μόνο του ΟΓΑ.
Η Νεφέλη είχε ήδη αρχίσει να γράφει το πιστοποιητικό θανάτου.
- Γιατί ρωτάς ;
Η απάντησή της με άφησε με το στόμα ανοιχτό:
-Α, γιατί άν είχε κάποια περιουσία θα τήν έστελνα για νεκροψία!

Αυτά είπε η Νεφέλη. Βλέπεις, η πεθερά μου πέθανε κι αυτή μέσα στο σπίτι και γινόταν ο αναπόφευκτος συνειρμός. Ποιός γιατρός–σκέφτηκα εγώ- υπέγραψε το πολυπόθητο χαρτί για το θάνατο εκείνου του πάμπλουτου γέρου; Και ποια συμβολαιογράφος συνέταξε τη διαθήκη του; Ποιοι μάρτυρες παρέστησαν στο άνοιγμα αυτής της διαθήκης; Και πώς όλα αυτά σχετίζονταν με την ιστορία της δικής μου περιουσίας;"

(ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ "Ένα Τριάρι για τον Οιδίποδα")

Νίκος Ξένιος

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Kόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό

του Νίκου Ξένιου



Στην εξοχή ο ύπνος είναι βαρύς. Εκείνο το βράδυ όμως είδα εφιάλτη. Περπατώντας με τα πολλά του ποδαράκια ήλθε ο ήρωας της Μεταμόρφωσης του Κάφκα στον ύπνο μου και με τη δική του φωνή μούδωσε να καταλάβω. Όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός, μού είπε, είναι προέκταση του χεριού. Του χεριού και όχι του ποδιού. Ήξερα πως είναι εφιάλτης, αλλά με μιαν αντίληψη, σαν να είχα πάρει ναρκωτικά. Ίσως το γεύμα που ο Γκριγκόρι Σάμσα ζητούσε να του παραθέσω νάταν αρκετό για να με αλυσοδέσουν, κι ας τον είχα απομονώσει σ’ένα σταύλο της Ιωλκού, έξω από το Βόλο. Το χέρι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, καθορίζει την κατασκευή των εργαλείων του, το ποιόν της διατροφής του, συνέχισε να λέει ο Γκριγκόρι σπώντας θραύσματα τις λέξεις. Κι έχανε τη στερεότητά της η φράση σαν παξιμάδι μουλιασμένο, υγραινόταν το σιχαμένο αυτό ηχείο ανατριχιάζοντας ταυτόχρονα σύσσωμο κι αποκαλύπτοντας τον εσωτερικό κοιλιακό του χώρο, τόσο τρωτό και συνάμα τόσο μυώδη.
Ο τσέχος σκαθαροζούμης με κοιτούσε με απέχθεια. Μέσα από τους απερίγραπτους βόθρους και τα κανάλια των πόλεων είχε περάσει στα αστικά σαλόνια της λογοτεχνίας και μετά είχε ξαναγυρίσει στο φυσικό του περιβάλλον. Προσκρούοντας, ένα αιώνα τώρα, σε αιχμηρά αντικείμενα έχανε κομμάτια του κριτσανιστού του κορμιού από δω κι από κει. Σίχαμα! Όμως θεραπευόταν κάθε πληγή του με μια ταχύτητα πρωτοφανή. Το τι έτρωγε να μην το θίξω καλύτερα. Οι γαστριμαργικές μου συνήθειες των τελευταίων εκατό χρόνων...προσπαθούσε να μου πει, αλλά εγώ δεν τον άφηνα, γιατί όπως και να το κάνουμε είχα συνηθίσει το πρωϊνό μου να είναι απολαυστικό, να τέρπει τον ουρανίσκο, κι αυτός ήταν τόσο, τόσο...πώς να το πω;
Για όσην ώρα τον κρατούσα εκεί απέναντί μου, ούτε δευτερόλεπτο δεν μου πέρασε η ιδέα πως πρόκειται για ήρωα του Μπάροουζ ή του Κάφκα. Και τι να λέμε τώρα, ποιος δεν τάχει σκεφτεί αυτά, ουδεμία σχέση με το είδος του, που ως γνωστόν επιβιώνει στις πιο αντίξοες συνθήκες. Δεν είχα φροντίσει, όπως θάκανε κάθε καλός οικοδεσπότης, να προμηθευτώ τα κατάλληλα για την περίπτωσή του εδέσματα. Μέσα σε μισή ώρα μου είχε παραθέσει ένα κατάλογο τέτοιων εδεσμάτων, γιατί όσο θα καταβρόχθιζα βουλιμικά το δικό μου πρόγευμα αυτός δεν θα ζήλευε ούτε θα πεινούσε. Θα πρέπει νάτρωγε μόνο χόρτα, άν είναι δυνατόν. Έπαιζε βιολί με μια κεραία του πάνω στις διάφανες καφετιές φτερούγες του και τραγουδούσε: «La cucaracha, la cucaracha…» Η λογική του εφιάλτη. Πρασινάδες και πράσινα άλογα. Και χόρτα. Εκτός ορίων πολιτισμού.

Πώς άντεξα τις διηγήσεις του για την Πράγα στην εποχή της αποθέωσης της γραφειοκρατίας, διαδηλώσεις, χέρια με κλόμπς, και να λέει οι ολοκληρωτικές κυβερνήσεις είχαν προβλέψει για μας. Μόνο τα κλίματα των περιοχών όπου έστελναν τους πολιτικούς εξορίστους δεν μας ευνοούσαν. Τον κοιτούσα με βδελυγμία αλλ’ αυτό κατά περίεργο τρόπο δεν τον προσέβαλλε, όπως δεν τον προσέβαλλε η αντίδραση της ίδιας του της μάνας τότε. Πιάνοντας τη σκέψη μου σχολίασε Τι ξέρουν οι επαρχιώτες από υγρασία; Άλλο να μου το λέει και άλλο να το βλέπω το κλίμα σ’αυτή τη σκοτεινή πολιτεία, τριάντα χρόνια αργότερα στο υπέδαφος του Βερολίνου και στο δίκτυο υπονόμων του Παρισιού κι έπειτα εδώ κάτω, στη Μεσόγειο. Μα εγώ είχα κολλήσει στην απορία πώς της βάσταξε της μάνας του να του φερθεί έτσι. Παιδί της ήσουν στο κάτω κάτω!
Ξάφνου έστρεψε όλο το κορμί του του αστακού κινώντας ταυτόχρονα όλα τα ποδαράκια προς τα πίσω και τεντώνοντας τις κεραίες του. Με κοίταξε πλάγια Ό,τι πετάξεις πέταξες, κι έκανε στο χώρο τον ήχο που κάνει ένα πουλί μέσα σε στενόχωρο κλουβί που φοβάται μην πιαστούν τα νύχια του και κρεμαστεί στα κάγκελα, έπειτα κατρακύλησε με εκπληκτική ταχύτητα στην οροφή κι άρχισε από ψηλά να πλέκει εγκώμια για τους οχετούς και τις σωληνώσεις. Το μικρό δωμάτιο που χρησίμευε σαν σταύλος αντήχησε από τα λόγια του όπως μου τα εκσφενδόνιζε από ψηλά, κοιτώντας με ανάποδα: Ό,τι πετάξεις πέταξες πετάνε τα πιο σημαντικά! βιβλία κι εφημερίδες με πρωτοσέλιδα το κόκκινο μελάνι το πετάνε το κόκκινο. Το κόκκινο! στρίγκλισε φουρφουρίζοντας τις προτιμήσεις του, ενώ στριμωχνόταν και χωρούσε το καφετί ελαστικό κορμί στη χαραμάδα πάνω από τον εξαεριστήρα και πάει, έγινε άφαντος.

Ξυπνώντας από τον εφιάλτη με το αρθρόποδο της κεντρικής Ευρώπης σκέφτηκα: -Δεν είναι θέμα ύπαρξης ή μη πολιτισμού. Ούτε τίνος πολιτισμού. Τέλος, δεν αφορά κάν τη σύγκρουση Φύσης και Πολιτισμού!
Όπως σηκωνόμουν, κουτούλησα κατά λάθος στην πόρτα της παλιάς ντουλάπας με τον καθρέφτη, που ήταν παρατημένη μισάνοιχτη. Φοβόμουν ν’ αντικρύσω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Όπως έγερνε κι έκλεινε η πόρτα προς στιγμήν ανακουφίστηκα γιατί είδα το μούσι μου, τα χείλη μου και το δεξί μου μάτι. Απαράλλακτα. Πήγα να συνέλθω να σκεφτώ Ευτυχώς , αλλά όχι. Δεν πρόλαβε να γείρει κι άλλο το φύλλο της ντουλάπας και με οδύνη
(Πώς η μνήμη μου σβύστηκε γαμώτο μες στον ύπνο!)
με οδύνη αντίκρυσα τη χαίτη, άκουσα το ποδοβολητό και όπως έκλεινε η ντουλάπα καθρεφτίστηκε η αλογίσια μου ουρά να κυματίζει σφηνωμένη στα τεράστια καπούλια μου,είδα και το χλωρό σανό πεταμένο στο δάπεδο, Θεέ μου , χλιμίντρισα και θυμήθηκα

Από την εποχή που οι αστικοί μύθοι δεν επαρκούν πια

είμαι και πάλι Κένταυρος.


(Όταν πρωτόγραψα αυτή την ιστορία την προόριζα για άσκηση λόγου: το ζήτημα ήταν να ξεκινήσει κανείς από τη ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ του Κάφκα και να γράψει κάτι παραπέρα. Το θέμα και το ύφος του κειμένου ξένισαν την ομάδα. Ανεξάρτητα από το βαθμό κατανόησης ή τη συναισθηματική μέθεξη στα τεκταινόμενα, όλοι είχαν την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα κείμενο αντιπροσωπευτικό του στυλ μου. Προσωπικά θεωρώ ότι εκφράζει απλώς ένα συμβολικό στυλ που κατά καιρούς υιοθετώ. Επίσης, το θεωρώ δύσκολο κείμενο. Με λίγα λόγια, δεν θα το πρότεινα στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Όλα αυτά όμως δεν είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι συνιστούν αρετές για τη συγγραφή ενός διηγήματος. Ωστόσο, το αγαπώ αυτό το κείμενο, γι' αυτό και το έβαλα πρώτο στη συλλογή διηγημάτων μου "Το Άχτι", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Φαρφουλάς".)

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

τι Θεός και μ...

του Νίκου Ξένιου




Θράσος: Σοβαρά τα πιστεύεις αυτά;
Λέων: Ναι
Θράσος: Πως υπάρχει κάτι παραπέρα; Σε θεούς και μαλακίες;
Λέων: Κάτι τέτοιο!
Θράσος: Μαλακίες
Λέων: Και πώς έγιναν όλα αυτά;(δείχνει το Σύμπαν)
Θράσος: Σκατά είναι όλα
Λέων: Σκατά είναι…Αλλά πώς έγιναν;
Θράσος (γελώντας): Πώς έγιναν σκατά; Ρωτάς εσύ;Ο αναρχικός;
Λέων: Μίλα σοβαρά!Πώς φτιάχτηκαν λέμε
Θράσος: Πού να ξέρω εγώ πώς φτιάχτηκαν;
Λέων: Επειδή ρωτάς αν πιστεύω
Θράσος: Εγώ δεν πιστεύω
Λέων: Ούτε εγώ σε παπάδες κι εκκλησίες ..Αλλά Θεός...
Θράσος: Τι θεός...Δεν παίζει!
Λέων: Και ποιος τάφτιαξε όλα αυτά;
Θράσος: Η Φύση
Λέων: Ε ...πες οτι η «φύση» είναι ο θεός. Δεν θα κολλήσουμε στο όνομα
Θράσος: Μα τι λες...Πας καλά;Θεός θεός πώς το λένε θεός με άσπρα γένια και ράσα και νάναι εκεί πάνω δεν παίζει !!!Πώς το λένε; ( Ο Λέων σωπαίνει)
Θράσος: Και αν υπάρχει δεν ασχολείται κατάλαβες;
Λέων: Κάνεις λάθος!
Θράσος: Αν ασχολιόταν δεν θα...(ξαφνική σιωπή και παγωμάρα)
Λέων: Δεν θα...τι;
Θράσος: Δεν θα ήμασταν λάσπη
Λέων: Λάσπη;
Θράσος: Ναι ρε συ, λάσπη! Είδες το σώμα σου πώς είναι;
Λέων (κοιτά το γυμνό σώμα του): Τι έχει το σώμα μου;
Θράσος:Και το δικό μου। Είδες τα σώματα πώς είναι;
Λέων: Τι έχουν;
Θράσος: Είναι λάσπη. Μόνο λάσπη! (παύση) Δεν ασχολείται! Τέρμα!
Λέων: Δεν σε πιάνω!
Θράσος: Άστο ξέχνα το…



(Από το θεατρικό έργο "ΚΑΠΟΥ ΤΟ'ΧΩ ΞΑΝΑΔΕΙ":το έργο έχει αλλάξει χίλιες μορφές και έξι τίτλους. Δεδομένου του μεταφυσικού του θεματολογίου ,άλλους τους σοκάρει, άλλους τους ενθουσιάζει, ενώ το Σοφοκλή με μεγάλη δυσκολία τον άγγιξε. Έτσι λοιπόν άφησα πίσω μου μια πρώτη εκδοχή, που διαδραματιζόταν στο Μεσαίωνα, για να χτίσω εξαρχής την ιστορία μου στη σύγχρονη Αθήνα. Άν πράγματι υπάρχει θεατρικό ενδιαφέρον στην αναζήτηση του θεϊκού στοιχείου, πιστεύω θα αναδειχθεί καλύτερα σε ένα σκηνικό καθημερινότητας, αποφορτισμένο από τις θρησκοληπτικές εμμονές παλαιότερων εποχών...)