Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμιότυπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμιότυπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

ΚΑΤΑΒΑΣΗ

Ανεβαίνει στριμωγμένη. Ο μπροστινός πισωπατά και το χοντρό του παπούτσι προσγειώνεται στην κομψή της γόβα. Μουρμουρίζει μια «συγνώμη» μες απ' τα δόντια του σαν να λέει «ε, τι να γίνει με τόσο συνωστισμό; Συμβαίνουν κι ατυχήματα». Εκείνη καταπίνει μια βρισιά. Το μεσαίο της δάχτυλο τσούζει απ' το πάτημα, ωστόσο δεν έχει καμία πρόθεση να στήσει καυγά στη μέση της σκάλας. Έφτανε η ταλαιπωρία του τρένου να της σακατέψει τη διάθεση. Δε θα προκαλέσει την τύχη της. Στρέφει το βλέμμα αφηρημένα στο πλάι. Η κατάβαση γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας πάνω στον άλλο. Σπρωξιές και μασημένες βλαστήμιες συνωθούνται ανάμεσα στις τσάντες και τα παλτά. Και τότε τον βλέπει. Έτσι ξαφνικά, να κατεβαίνει, με τα σγουρά μαλλιά και τους πλατιούς του ώμους. Είναι εκείνος. Βάζει το χέρι της στη φωτιά για την ταυτότητά του κι ας έχει να τον δει μια ολόκληρη δεκαετία. Της φαίνεται, πρόκειται για μια ολότελα φευγαλέα εντύπωση, ότι ο χρόνος δεν έχει περάσει από πάνω του, μόνο τον έχει χαϊδέψει ξώφαλτσα μ' ένα ανεπαίσθητο γκριζάρισμα στους κροτάφους. Προσπαθεί να κινηθεί αντίστροφα προς τη ροή της σκάλας. Στέκεται αδύνατο. Όλα τη σπρώχνουν προς τα πάνω αδυσώπητα. Τα κινούμενα σκαλιά, ο ανάκατος κόσμος. Όλα. Τον φωνάζει, αλλά η φωνή της πνίγεται στη χλαλοή του πλήθους. Εκείνος εξακολουθεί να βυθίζεται στο βάθος της γης με το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στην κουπαστή. Φτάνοντας στην οροφή, ορμά στη διπλανή κυλιόμενη να ξανακατέβει, να προλάβει. Οι πλάτες ορθώνονται μπροστά της σαν τείχη. Μια θάλασσα από ριγέ κοστούμια, τα ανώνυμα, πλακέ, τυποποιημένα ανθρωπάκια του Γαΐτη. Μια ζωή εγκλωβισμένα στον μοναχισμό τους, τώρα βρήκαν να ζωντανέψουν για να της φράξουν το δρόμο. Μιλιούνια σαν έντομα καφκικά. Όλα βαλτά να της στερήσουν το όνειρο. Παραμερίζει τα εμπόδια αδιαφορώντας για τις απανωτές επιπλήξεις. «Πού πάτε, κυρία μου;». «Σιγά, κοπέλα μου!». «Κοίτα τρόποι! Τι πράγματα είν' αυτά;» Στο μυαλό της χορεύουν οι μνήμες. Βίαιος, παρορμητικός, της έκανε σκηνές. Του 'κανε κι εκείνη. Μια ζωή στην ένταση, στην παραφορά, έτρωγαν ο ένας τις σάρκες του άλλου. Τον παράτησε. Παντρεύτηκε έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, πράο, ευγενικό. Την αγγίζει με χίλιες δυο προφυλάξεις μην την πονέσει. Όλοι τούς καμαρώνουν, έχουν το «ταιριάζετε» στην άκρη των χειλιών τους. Αλλά αυτή βουτά στο κενό, κυνηγά τον άλλον, τρέχει πίσω απ' τα πιο ταπεινά ένστικτά της. Τον μισεί αυτόν τον άντρα και συνάμα τον ποθεί. Το σμίξιμο των ιδρωμένων τους κορμιών, οι μελανιές στα πόδια της, το θυμιατό της πυρωμένης του ανάσας... Πατά στην αποβάθρα. Στ' αυτιά της φτάνει το ανατριχιαστικό σφύριγμα-ειδοποίηση για την αναχώρηση του συρμού. Δεν προλαβαίνει να δει ούτε σε ποιο βαγόνι μπήκε. Οι συρόμενες πόρτες κλείνουν.

ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΑΤΟΥ

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Κυανοπώγων

από την Αγγελική

«Δεν τα χω πει σε άλλον αυτά. Δεν ξέρω τώρα τί μ’έπιασε…».
Κοιτούσε τα δάχτυλά της που χτυπούσαν αμήχανα και ρυθμικά τα τοιχώματα της κούπας. Τα νύχια της. Το διαφανές βερνίκι τους έδινε μια διακριτικά φροντισμένη όψη, αλλά μια καινούργια στρώση τη χρειάζονταν οπωσδήποτε.  Έπινε σοκολάτα ζεστή.
«Εντάξει, αν δε θες, μη συνεχίζεις. Η γνώμη μου όμως είναι ότι σε φθείρει αυτή η ιστορία. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου φέρεται έτσι».
«Το ξέρω…» Κοίταζε ίσια μέσα στην κούπα της.
«Αν δεν έχεις το θάρρος να φύγεις, που το κατανοώ, πρέπει να πατήσεις πόδι σε κάποια ζητήματα. Συγνώμη για το «πρέπει», με πιάνεις πώς το εννοώ.»
«Μου φαίνεται φοβερά δύσκολο όλο αυτό».
«Θα είμαι δίπλα σου σε οτιδήποτε χρειαστείς».
Σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της από την άδεια κούπα και τον κοίταξε στα μάτια. Του άγγιξε το μπράτσο με ευγνωμοσύνη κι εκείνος, άθελά του, ανατρίχιασε.

Μετά από τον καφέ με την παιδική του φίλη, κι αφού φιλήθηκαν στο μάγουλο και υποσχέθηκαν αλλήλοις ότι θα έβγαιναν σύντομα ξανά, ο άντρας τράβηξε βιαστικά για το αγαπημένο του παιχνιδοπωλείο. Κόντευε η ώρα να κλείσει κι έπρεπε να προλάβει.
Η μαμά του τον πήγαινε εκεί από πολύ μικρό. Του αγόραζε ξύλινα παιχνίδια, κυβάκια κι αλογάκια, ακριβά, εισαγωγής. Συνήθιζε κι αυτός να πηγαίνει μονάχος του αργότερα, όταν ανακάλυψε τις συλλεκτικές κούκλες. Αυτές με τα μακριά τσίνορα, τις δαντελένιες καλτσούλες και τα κιλοτάκια, που έκανε αιματηρές οικονομίες για να αποκτά και εναγώνιες προσπάθειες για να κρύβει από τον πατέρα του που, παρόλη την καλλιέργεια και το ανοιχτό μυαλό του, του έριξε ένα φούσκο όταν ανακάλυψε την Πωλίνα στην ντουλάπα, αποκάλεσε το γιο του πούστη, ή μάλλον το έθεσε σαν ερώτημα, «πούστης θα μας βγεις;». Είχε μεγάλη αγωνία να προλάβει το κατάστημα ανοικτό, να παραλάβει το νέο του απόκτημα που είχε παραγγείλει από Αγγλία. Ηταν σίγουρος ότι η αναμονή και τα χρήματα άξιζαν τον κόπο.
Βγαίνοντας ένα τέταρτο αργότερα από το παιχνιδοπωλείο και χαϊδεύοντας την Ελεονώρα, πάνω από την ολοκαίνουργια κούτα της, συλλογίστηκε την παιδική του φίλη και μια σκιά μελαγχολίας συννέφιασε το βλέμμα του. Οταν αποκτούσε αυτό που ήθελε, πάντα αγωνιούσε για το μετά. Πώς θα έβγαινε η καινούργια κούκλα από το χέρια του. Διαμελισμένη και παραχωμένη στο βάθος του συρταριού σαν όλες τις προηγούμενες;

Η θα ταν αυτή η πρώτη που θα την έβγαζε - επιτέλους - καθαρή; Αυτή, το τέλος της αιματηρής του βασιλείας;

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Φούξια

από Αγγελική Μαρίνου

Τον Χριστό σας και την Παναγία σας προσκυνημένοι!!!
Κάποιοι περίοικοι κοιτούσαν ακόμα με περιέργεια πίσω από τις κουρτίνες. Οι περισσότεροι περιορίζονταν στο να ρίξουν ακόμα λίγα κορν φλέικς στο γάλα τους ή να αλλάξουν φύλλο στην εφημερίδα.
Βρωμιάρηδες, προδότες του έθνους!!!
Μια ταχυπαλμία πάντα τους έπιανε, φρόντιζαν όμως να την κρατούν κρυφή. Έτρεμαν τις Κυριακές και τις ημέρες των μεγάλων θρησκευτικών γιορτών, όταν οι καμπάνες της εκκλησίας άρχιζαν να χτυπούν από τις επτά η ώρα το πρωί συνεχόμενα, πολλές φορές μέχρι τις έντεκα, πράγμα που σηματοδοτούσε το ξέσπασμα του τρελού της μονοκατοικίας του αριθμού 14.
Εσείς και η αξιοπρέπειά σας τουρκόσποροι, εσείς και η αξιοπρέπειά σας!
Χριστιανοί, τουρκόσποροι, ξένοι, προδότες, έμπαιναν στο στόχαστρο του μαινόμενου, γίνονταν μέλας πολτός που έφτυνε σε κάθε κραυγή, ήταν πολλοί εκείνοι που δεν είχαν αντέξει τις πρωινές καμπάνες, άλλοι είχαν διαμαρτυρηθεί στην εκκλησία να κατεβάσουν  τα ηχεία, χωρίς αποτέλεσμα, άλλοι είχαν μετακομίσει, αλλά κανείς δεν είχε αντιδράσει όπως τούτος εδώ.
Εσείς είστε οι απόγονοι του Κολοκοτρώνη ρεεεεε;;;
Ήταν ο συνήθης επίλογος. Μετά η πόρτα βροντούσε πίσω του.
Για να ανοίξει ξανά λίγο μετά. Όπως βγαίνει το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή, έτσι έβγαιναν η γυναίκα του και η κορούλα του στο μπαλκόνι.
Το μωρό φορούσε  λουλουδιαστές κορδέλες με χρώματα του ουράνιου τόξου και  τραβούσε να τις βγάλει από το κεφαλάκι του. Η μαμά του είτε το κάθιζε στα γόνατά της και του μιλούσε, ή στο καροτσάκι του για να πλύνει το μπαλκόνι και την αυλή. Αρκετοί τύχαινε  τότε να περνάνε μπροστά από το σπίτι, τους χαμογελούσαν με κατανόηση, να δουν ότι δεν είναι μόνες σε αυτό τον μάταιο κόσμο, περιμένοντας σε μια ελάχιστη ανταπόδοση του ανθρώπινου ενδιαφέροντός τους, κάποιο χαμόγελο, κάποιο φευγαλέο βλέμμα. Η μάνα όμως απλά πλατάγιζε τα χείλη πρρρρρρπλ, πράγμα που το μωράκι έβρισκε πολύ διασκεδαστικό και χτυπούσε ενθουσιασμένο τα χεράκια και τα ποδαράκια του, προσπαθώντας να μιμηθεί τον ήχο. Και οι περαστικοί απογοητεύονταν από την τόση αναισθησία, έφτασαν κάποτε στο συμπέρασμα, ότι η γυναίκα ήταν εκείνη που έπρηζε τα συκώτια του έρμου του άντρα της που, αντί να τη σπάσει στο ξύλο, έβγαινε σαν τρελός στη γειτονιά να βρίζει τα θεία.
Όταν η γυναίκα και το μωρό χόρταιναν παιχνίδι, έλεγε η μαμά. «Πάμε τώρα πίσω στον κήπο, να φυτέψουμε πατάτες».
Ήταν μια διαδικασία που επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή ή σχεδόν. Έσκυβαν και άνοιγαν τρύπες στο χώμα, είκοσι εκατοστά βαθιές, όπως τις είχαν ορμηνέψει, έβαζαν κομματάκια πατάτας και περίμεναν να βγουν τα πατατόδεντρα. Αντί για πατατόδεντρα όμως έβγαιναν κάτι παράξενα άγρια φυτά με φούξια ανθάκια που κάθε πρωί θέριευαν και που κάθε σούρουπο κλείνονταν στο κουκούλι τους περιμένοντας τη νύχτα.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Πείραμα

του Σοφοκλή Ρόκου


( Ο παρατηρητής κάθε πειράματος επηρεάζει την έκβασή του, άρα στην ουσία είναι μέρος του και συμμετέχει σ’ αυτό.)

Τους κοιτούσα από την απέναντι τζαμαρία.
Σίγουρα πιωμένοι, το μπουκάλι στην τσέπη της γυναίκας κι ο άντρας μόλις που κατάφερνε να βάλει το κράνος, πριν ανέβει πάνω στη μηχανή και κάνει ένα ελαφρύ νόημα στη συνοδό του ν’ ανέβει κι εκείνη, χωρίς κράνος.
Μ’ άρεσε πάντα να φαντάζομαι σενάρια για τους αγνώστους γύρω μου.
Έβγαιναν από μια μουσική σκηνή της μόδας, όπου μπορεί να είχαν βρεθεί εντελώς τυχαία, αν και ήταν παλιά φίλοι. Είχαν ωστόσο-ίσως- χαθεί μετά το Πανεπιστήμιο, πάντα κάτι υπήρχε μεταξύ τους, δεν έγινε ποτέ τίποτα ούτε καν ένα άγγιγμα, μερικά βλέμματα ίσως. Τώρα, υπέθεσα, είχαν κι οι δύο παντρευτεί, είχαν καλούς γάμους, ευτυχισμένους, το παραδέχτηκαν κι οι δυο και λάτρευαν τα παιδιά τους.
Δεν μπορούσε ν’ ανέβει εκείνη, κατέβηκε κι αυτός να τη βοηθήσει. Τους είδα ν’ αγκαλιάζονται, στην αρχή τα χέρια μέσα από τα ρούχα να κινούνται του ενός προς τον άλλο, ν’ αγγίζονται μόνο οι παλάμες , μετά άνοιξαν τα μπράτσα, έσμιξαν τα σώματα μέσα από τα χοντρά πανωφόρια, ήταν Νοέμβρης κοντά στο Πολυτεχνείο, θα μπορούσε να είχε έρθει εκείνος για την πορεία από την επαρχία, οι πινακίδες της μηχανής του ήταν από την επαρχία.
Κοιτάχτηκαν για λίγο μετά το αγκάλιασμα σιωπηλοί, την κράτησε γερά από το χέρι για να τη βοηθήσει ν’ ανέβει. Ανέβηκε κι εκείνος και γύρισε να της δείξει πώς να ενώσει τους μηρούς της με τους δικούς του, έπιασε τα πόδια της χωρίς να γυρίσει όλο του το σώμα προς το μέρος της και τα κόλλησε πάνω του γύρω από τους γοφούς και τα δικά του μπούτια. Κι εκείνη αφέθηκε, κι όλος της ο κορμός έγειρε πάνω του και τα χέρια της αγκάλιασαν τη μέση του. Έτοιμοι λοιπόν πάμε.
Είπα μια στιγμή να τους φωνάξω, είχαν σίγουρα πιει πολύ.
Ξεκίνησαν με ταχύτητα, η μηχανή ακούστηκε να βρυχάται.
Εντάξει θα είναι, σκέφτηκα.
Βάλθηκα να τους φαντάζομαι.  Θα την πάει στο ξενοδοχείο του, για λίγο έστω, να ζήσουν όσα δεν είχαν ζήσει, για χάρη του παλιού καλού καιρού τότε που ήταν φοιτητές κι επαναστάτες.
Είχαν ωστόσο πιει , άνοιξα την τζαμαρία, σταθείτε, άκουσα τη μηχανή να φρενάρει.

Εντάξει θα είναι, σκέφτηκα.
Βάλθηκα να τους φαντάζομαι.  Θα την πάει στο ξενοδοχείο του, για λίγο έστω, να ζήσουν όσα δεν είχαν ζήσει, για χάρη του παλιού καλού καιρού τότε που ήταν φοιτητές κι επαναστάτες.
Είδα το φανάρι στην επόμενη γωνία να γίνεται κόκκινο, δεν άκουσα όμως τη μηχανή να σταματάει.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου ωστόσο την είδα και την άκουσα να ορμάει στην απέναντι βιτρίνα, αφού πρώτα διέσχισε κάθετα τη μεγάλη λεωφόρο. Έγιναν όλα θρύψαλα, τζάμια και μηχανή και μπουκάλα και όλα.
Απόμεινα να κοιτάζω.

    

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Λουόμενοι (δυο εικόνες)


Τον αλείφει κρέμα στα μπράτσα. Του βάζει άλλες δυο γενναίες χούφτες στα μάγουλα. Κοιτάζει ξανά και ξανά στο πρόσωπό του. Απλώνει μια τελευταία σαν κουτσουλιά στη μύτη του. Ο μικρός-κοντά στα δώδεκα-, δεν μιλά και δεν σαλεύει, μόνο μοιάζει να απολαμβάνει το αγγιγμά της ή να περιμένει αυτό κάποτε να τελειώσει.
Εκείνη επανέρχεται με μια πορτοκαλάδα-φυσικό χυμό στο χέρι και μπαίνει ως τα μπούτια στην θάλασσα. Και τα μπούτια της φυσικός χυμός, χυμός που κατακάθισε. Και το ένα και το άλλο φλοιός πορτοκαλιού, ολοστρόγγυλα πορτοκάλια που έχουν πέσει χάμω. Στήθος δεν έχει, δυο τριγωνάκια απλά καλύπτουν το σημείο εκτοξεύοντας ιριδίζουσες γαλάζιες λάμψεις στη θάλασσα. Γαλαζιο το μαγιό πάνω κάτω, το κάτω μικροσκοπικό, μόλις που χωράνε τα οβάλ ηλιοκαμμένα οπίσθια και τα μπούτια πορτοκάλια συνθλίβονται στο περπάτημα προς τη θάλασσα. Έχει πέτρες η παραλία και η μάνα ξέρει πως κάνει άθλο περπατώντας στα ρηχά με το χυμό στο χέρι, αλλά πρέπει να φτάσει το παιδί της.
Μετά έξω και δυο. Σκουπίζονται. Μάνα και γιός. Η κόρη της κρατάει μούτρα γιατί νωρίτερα η μάνα της έφερε τον άλλο χυμό στο στόμα, της έχωσε το καλαμάκι στα χείλη, να πιει- η κόρη στα δεκατέσσερα-, έχει σκεπαστεί με την πετσέτα θαλάσσης και δεν θέλει να βλέπει κανένα, έχει ρίξει τα μαλλιά της στο πρόσωπο να σκεπάζει τα μάτια, να έχει οπτική επαφή αλλά κανείς να μην το ξέρει.
Ο γιός κάθεται πλάτη με τη μάνα, η κόρη έχει γυρίσει την πλάτη σε όλους, η μάνα που και που γυρνάει και τον παρατηρεί. Ο πατέρας είναι μια ομπρέλα πιο κει και παίζει τάβλι. Η μάνα βάζει λάδι στους ώμους της, φτιάχνει τα αλυσιδάκια του χεριού της, πιάνει τα μαλλιά της μια σφιχτή αλογοουρά-τα κάνει όλα αυτά ενώ τον σπρώχνει με την γερή της πλάτη-, βάζει λιπγλος και φοράει τα μεγάλα άσπρα γυαλιά της. Το σώμα της κουνιέται αυτάρεσκα, ο τρόπος που γυρίζει την πλάτη, το τίναγμα του κεφαλιού, το πως σμίγγει τα χείλη ενώ μιλάει. Ο μικρός ζαβλακωμένος στο πέρα-δώθε, αμίλητος, καμία προσπάθεια να την απωθήσει, καμία ελπίδα να ξυπνήσει μέσα του το τέρας της εφηβείας, αυτό με τον τρομαχτκό παλμό που χτυπάει στη φλέβα του λαιμού και να της ουρλιάξει: γάμησε μας ρε μάνα κάνε πιο κει.
Εκείνη γυρίζει ξανά και ξανά και τον παρατηρεί, ψάχνει αν θέλει κάτι, τον ρωτάει, τον χαιδεύει στα μαλλιά και στην πλάτη. Μετά γυρνάνε πλάτες πάλι και κάθονται έτσι μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε. Εκείνη τρώγεται με την άμμο στα πόδια της. Ξάφνου σηκώνεται και πάει στην απέναντι ομπρέλα, σκύβει στο αυτί του άνδρα της και ψιθυρίζει, λέει λέει ώρα πολλή και εκείνος αφήνει το τάβλι και την ακολουθεί ζαβλάκωμένος στο αυτοκίνητο. Αργούν πολύ και η πλάτη του μικρού μένει μετέωρη.
******
Η γιαγιά είναι ξερακιανή και χρειάζεται σιδέρωμα. Πως χωράει η γιαγιά σε αυτό το μπικίνι; Είναι η σούπερ γιαγιά, η όμορφη νέα που έχει φυλάξει την εικόνα της σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στο συρτάρι της γκαρσονιέρας στο Περιστέρι. Τα εγγονάκια της παίζουν γύρω της. Της ρίχνουν στα μαλλιά με νεροπίστολο, το ένα ασπριδερό και κοκκινομάλλικο, μαλλιάκια φωτιά, κοραλένια και τ’άλλο το κορίτσι απλό, αδύνατο, καστανό, ένα κορίτσι πέντε ετών που δεν σου αποτυπώνεται στη μνήμη. Το αγοράκι όμως ηλιαχτίδα, χαρά θεού, γελιο δροσερό γαργαριστό, ποδαράκια στρουμπουλά που κυκλώνουν τη γιαγιά του με το μαύρο μπικίνι και την αυστηρή στέκα.
Τα χειλη της γιαγιάς μια γραμμή από μαόνι. Και πάνω απ΄το χείλος ρυτίδες, τερατόμορφα ζαρώματα που μαζεύονται και απλώνουν στις πιτσιλιές του μικρού. Τώρα έχει το παιδι κοντά της, εκείνο κάθεται ακίνητο. Νομίζεις πως ξέχασα τι είπες για μένα; του λέει κοιτώντας του κατάματα.
Εκείνο δεν αντιδρά.
Αλλα θα σου δείξω εγώ μόλις πάμε σπίτι. Εγώ δεν ξεχνάω, με κατάλαβες; Συμπληρώνει ενώ συνεχίζει να το κοιτά.
Ο μικρός-είναι δεν είναι τεσσάρων-, δίνει ένα πήδο και καλπάζει με το κουβαδάκι του γεμάτο νερό γύρω από την ομπρέλα. Μετά πιάνει την αδελφή του στο κατόπι. Να θου πω, λέει λαχανιασμένος, θεθ να παίκθουμε εθύ πριγκίπιθα και εγώ ο καλόθ που θε θώζει;
Κανει δυο γυροβολιές και ύστερα πέφτει στην αγκαλιά της γιαγιάς του και της χαιδεύει τον σβέρκο.
Χρόνια μετά, σε μια γκαρσονιέρα στο Γκύζι, ο μικρός-μεγάλος πια-, στέκεται μπροστά από μια σιδερώστρα και πατάει με δύναμη τα ασπρόρουχα. Αλλά αυτά που αγαπά πιο πολύ να πατά είναι όπως λέει τα μαύρα.

*Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σαν σφηνάκια και εστάλησαν απευθείας στο μπλογκ। Περιμένω λοιπόν τα σχόλια των συναγωνιστών εδώ।
Γιούλη Αναστασοπούλου


Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Τρία στιγμιότυπα


Π. Μ. Ζερβός
1. Τί μὲ ἀκολουθεῖ;
Τί μὲ ἀκολουθεῖ; Τί βρίσκεται στὸ διάβα μου καὶ πατᾶ πάνω στὰ χνάρια μου;
Κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ ποιός μὲ ἀκολουθεῖ· νὰ ἀποδώσω, δηλαδή, μιὰν ἀνθρώπινη παρουσία καὶ ταυτότητα στὴν σκιὰ ποὺ βρίσκεται πίσω μου. Ὅμως γιατί βιάστηκα νὰ ὑπαινιχθῶ πὼς ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ ἴσως δὲν εἶναι ἄνθρωπος; Ποιά ὑποσυνείδητη διεργασία καὶ ποιός κρυφὸς φόβος ξεπήδησαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς σκέψης μου; Θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐρευνήσω.
Ἂς τὸ ἐπαναδιατυπώσω σωστά, λοιπόν: Ποιός μὲ ἀκολουθεῖ; Ποιός ἔχει καρφώσει τὸ βλέμμα του στὴν πλάτη μου; Καὶ τί γυρεύει;
Ὁ συλλογισμός μου εἶναι λάθος· λάθος ἐξ ἀρχῆς: γιατί ἐπιμένω νὰ νομίζω πὼς κάποιος μὲ ἀκολουθεῖ; Στὸ κάτω-κάτω, εἶμαι σ’ ἕναν ὄχι ἔρημο (ἂν καὶ οὔτε πολυσύχναστο) δρόμο καὶ εἶναι φυσιολογικὸ νὰ τὸν διασχίζουν πολλοὶ περαστικοί.
Ναί, ἀλλὰ τώρα εἶναι μόνον ἕνας.

2. Στὸ κατώφλι
Στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μου βρίσκω ἕνα μενταγιόν χωρὶς ἁλυσιδίτσα, γυμνό. Τὸ πιάνω στὰ χέρια μου. Τὸ περιεργάζομαι. Τὸ σχέδιό του μοῦ εἶναι γνωστό, σὰν νὰ τό ’χω ξαναδεῖ κάποτε.
Σὲ ποιόν ἀνήκει; Καὶ πῶς βρέθηκε στὸ κατώφλι μου;
Τὸ βάζω στὴν τσέπη. Ἀφοῦ τὸ βρῆκα, εἶναι δικό μου, ἀποφασίζω.
Τὴν νύχτα, μὲ κλειστὰ τὰ μάτια, ἀναλογίζομαι τὰ πεπραγμένα τῆς ἡμέρας καὶ τί ἔχω νὰ κάνω τὴν ἑπομένη. Ἀρχίζω νὰ βυθίζομαι στὸν ὕπνο. Λίγο προτοῦ ἀποκοιμηθῶ, μιὰ σκέψη σὰν ψίθυρος περνάει ἀπ’ τὸ μυαλό μου:
Τὸ μενταγιὸν εἶναι ἐκείνης. Τὸ φοροῦσε μὲ τὸ νυφικό της φόρεμα τὴν ὥρα ποὺ τὴν κηδεύαμε.


3. Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια
Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια, θυμίζω στὸν ἑαυτό μου. Παίρνω τὴν σακούλα, τὴν δένω, βγαίνω ἀπ’ τὸ σπίτι.
Ξημέρωμα. Δὲν ἔχει φωτίσει ἀκόμη καλὰ-καλά, οἱ δρόμοι καὶ τὰ στενὰ εἶναι σκοτεινά, καθὼς τὰ δημόσια φῶτα ἔχουνε σβήσει. Οἱ σκιὲς στοὺς τοίχους ἀπ’ τὰ διερχόμενα αὐτοκίνητα μεγεθύνονται.
Πετάω τὰ σκουπίδια σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ μεταλλικὸ κάδο. Πηγαίνω πρὸς τὴν στάση τοῦ λεωφορείου.
Λίγα βήματα πιὸ πέρα, ἀκούω ἕνα θόρυβο. Προέρχεται ἀπὸ τὸν κάδο. Γυρίζω πίσω. Ἡ σακούλα μου μὲ τὰ σκουπίδια σαλεύει. Θά ’ναι κάποιο μαμμούνι ἢ κανὰ ποντίκι ποὺ εἶχε τρυπώσει καὶ δὲν τό ’χα δεῖ, σκέφτομαι. Ὅμως ἡ σακούλα μοιάζει σὰν νὰ κινεῖται ὁλόκληρη, σὰν ν’ ἀνασαίνει.
Ἡ ἰδέα μου θά ’ναι, συμπεραίνω βιαστικά. Εἶναι καὶ μισοσκόταδο...
Τρέχω γιὰ νὰ προλάβω τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν δουλειά μου.





Αὐτὰ τὰ τρία στιγμιότυπα (“σφηνάκια” τὰ ἀποκαλῶ χαριτολογώντας) τὰ ἔγραψα ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ ἱστολόγιο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐδῶ καὶ καιρὸ εἶχα τὴν ἐπιθυμία νὰ γράψω τέτοια στιγμιότυπα, στὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχειροῦσα νὰ σχηματίσω μιὰν ἀτμόσφαιρα ἀπειλῆς, ἂν ὄχι φρίκης, ἀλλὰ δὲν ἤξερα πῶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό. Ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ διαβάζετε αὐτὰ τὰ μικρὰ κείμενα, δὲν εἶμαι σίγουρος ἂν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶχα στὸν νοῦ μου.
Στὴν Λέσχη, ὅταν τὰ ὑπέβαλα πρὸς σχολιασμό, ἐκφράστηκε αὐτὴ ἡ ἐπιφύλαξη. Ὡστόσο, κανένα σχόλιο δὲν ἔγινε – σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα μου κείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἄκουγα ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανείς. Κατὰ γενικὴ ὁμολογία, πάντως, κανεὶς ἀπ’ τὴν Λέσχη δὲν ἔνοιωσε τρόμο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο μὲ βάζει σὲ σκέψεις.