Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα


"...Το Γενάρη του ογδόντα εφτά είπα «δεν πάει άλλο!» Αποφάσισα ν’ αγοράσω το σπίτι και να παντρευτώ τη Μαγδαληνή. Λέει η πεθερά μου τότε στη γυναίκα μου: "Θα πάρει το σπίτι και θα μάς πετάξει έξω!" Αλλά τι να περιμένεις από μια γυναίκα που έχει δεχτεί να κοιμηθεί στο πάτωμα δίπλα στον άντρα της την ώρα που εκείνος απαύτωνε μια παστρικιά; «Δεν είναι τέτοιος ο Λεωνίδας», τής απάντησε με πρωτοφανή ετοιμότητα η Μαγδαληνή, κι έτσι της έκλεισε το στόμα. Προσωρινά, όμως. Έδωσα μια προκαταβολή στην αρχή του Γενάρη. Μετά το γάμο, που έγινε εικοσιπέντε Φεβρουαρίου, αρχές Μάρτη, έγινε το συμβόλαιο της αγοράς του σπιτιού όπου θα μέναμε με το γιο της. Η κόρη της κι ο φρέσκος σύζυγός της, που ήταν στο επάγγελμα πλακάς, πήγανε και ψάξανε στού διαόλου τη μάνα να βρουν να μείνουν. Πού είναι το Στάδιο στην Καλογρέζα; Ε, εκεί, εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα από το σπίτι μας, άν είναι δυνατόν, τη στιγμή που η δουλειά της ήτανε στο κέντρο! Όλα αυτά βέβαια για ν’ αποφύγει την υπηρεσία των γηρατειών. Ο Απρίλης, πριν το Πάσχα, μάς βρίσκει να μάς πεθαίνει μέσα στο σπίτι η πεθερά μου, που τη φρόντιζε η Μαγδαληνή ως τότε. Στο εξής θ' αναλάμβανε το χήρο πατέρα της, χωρίς την παραμικρή υποστήριξη από τα αδέλφια της. Κι εγώ τάβλεπα όλα αυτά και δεν μιλούσα... Χρειαζόταν να πάει νοσοκομείο ο πατέρας; "Μαγδαληνή πάρτον στο νοσοκομείο!" Έπρεπε να περάσει από τα δικά της τα χέρια κι αυτό. Δεν μιλούσα. Ανασκουμπωνόταν η Μαγδαληνή, τον έβαζε τον πατέρα σε ταξί, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Όλα η Μαγδαληνή.

H αδελφή της η Πίτσα είχε πείσει τον άντρα της να φέρει τον γέρο πατέρα του στη μονοκατοικία που τούχε νοικιάσει στην Κάτω Κηφισιά, με το πρόσχημα πως τάχατες θαρχόταν να τον κοιτάξει η παλιά του νύφη. Εκεί λοιπόν μαθαίνω πως η δαιμόνια κουνιάδα μου είχε εγκαταστήσει στο σπίτι, μαζί με τον προς εκμετάλλευσιν πεθερό, ένα γλύπτη και ζωγράφο, τον Παρμενίωνα, που υποδυόταν δυστυχώς τον πολιτικό, και μάλιστα ήταν πιο ακραίος και από τον Παπαδόπουλο. Σκέψου αυτόν τον άνθρωπο να τής ζωγραφίζει έναν τεράστιο πίνακα με στοιχεία της αρχαίας μυθολογίας: για να τρώει μόνο ένα πιάτο φαί, και να ισχυρίζεται αυτή η αστοιχείωτη πως τάχατες έχει μανία με τη ζωγραφική. Λέω μέσα μου «Ετούτον αυτή η σκρόφα τον έχει σπιτώσει για κάποιο λόγο!» Αυτός ο περίεργος ο Παρμενίων με επισκεπτόταν σπίτι μου δήθεν για να πιεί έναν καφέ, στην ουσία όμως για να με πείσει να γίνω φασίστας. Μού έλεγε το λοιπόν κουτσομπολιά ό,τι έβλεπε εκεί μέσα. Ότι τής έλεγε ο παππούς: «Γιατί κόρη μου μού φέρεσαι έτσι; Αφού υπέγραψα γιατί με πιέζεις;» Ότι τού είχε αλλάξει τα ράμματα του ανθρώπου να υπογράψει τη διαθήκη, δια της βίας. Ότι σηκωνόταν κι έφευγε από τη δουλειά της κι ερχόταν και κοιμόταν στα πόδια της μάνας της και του πατέρα της. Μετά δυο μέρες ερχόταν να τού φτιάξω καφέ αυτός ο Παρμενίων και έλεγε: "Πονάει η καρδιά μου να τον βλέπω χεσμένο και να μην τον καθαρίζει!". Συχνά το γέρο τον καθάριζε αυτός ο ίδιος, ο ζωγράφος ο φασίστας δηλαδή. Ένα βράδυ του ίδιου χειμώνα μού λέει πάλι: «Πονάει η καρδιά μου να βλέπω το γέρο να τον σέρνει χεσμένο στην αυλή και να τον καθαρίζει χειμωνιάτικα με τη μάνικα!»

Όλο τού πόναγε η καρδιά του αυτού του μαλάκα. Αστεία αστεία όμως πιο πολύ τον πόνεσε τον γέρο ο φασίστας από οποιονδήποτε άλλον. Για να μην πω ότι ήταν ο μόνος που τον πόνεσε. ‘Ολοι οι άλλοι μεθόδευαν την εξόντωσή του. Είναι κι αυτό ένα απ' τα συμπτώματα που έλεγα της εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης που είχε επιφέρει ο πόλεμος ή η ανέχεια. "Ο άνθρωπος είναι μαλακός σαν το χόρτο", που λέει κι ο Σεφέρης.

Δεν έμαθα ποτέ πότε ακριβώς και πώς πέθανε αυτός ο ταλαίπωρος γέρος. Όμως κάτι μού έλεγε πως ο επόμενος στόχος θα ήμουν εγώ. Πώς τον Οιδίποδα τον πέταξε ο Πολυνείκης στο δρόμο, τυφλό και ανήμπορο; Περίπου με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να είχαν βαλθεί να ξεκάνουν το γέρο αυτό άνθρωπο, φροντίζοντας να φανεί ο θάνατός του φυσικός. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς, αλλά δεν κατέληγα εύκολα σε συμπεράσματα, θέλεις γιατί ήμουν ανώριμος, θέλεις γιατί μ' έπαιρνε από κάτω η καθημερινότητα.

Πάντως, με όλες αυτές τις υπόνοιες να πλανώνται, τη μέρα που πέθανε η πεθερά μου ήλθε η ξαδέλφη του πατέρα μου η Νεφέλη, που ήταν γιατρός, για να δώσει το χαρτί να κηδευτεί η πεθαμένη. Η Νεφέλη βάζει καθρεφτάκι να δει άν θαμπώνει η ανάσα της πεθεράς μου και διαπιστώνει κλινικό θάνατο. Γυρνάει και με ρωτάει μάνι μάνι:
-Τι περιουσία έχει η μακαρίτισσα;
Τής κάνω τότε :
- Ούτε γυμνοσάλιαγκας! Το βρακί της και το σάβανο στο φέρετρο!
-Και τι εισοδήματα έχει;
-Έ, τη σύνταξη μόνο του ΟΓΑ.
Η Νεφέλη είχε ήδη αρχίσει να γράφει το πιστοποιητικό θανάτου.
- Γιατί ρωτάς ;
Η απάντησή της με άφησε με το στόμα ανοιχτό:
-Α, γιατί άν είχε κάποια περιουσία θα τήν έστελνα για νεκροψία!

Αυτά είπε η Νεφέλη. Βλέπεις, η πεθερά μου πέθανε κι αυτή μέσα στο σπίτι και γινόταν ο αναπόφευκτος συνειρμός. Ποιός γιατρός–σκέφτηκα εγώ- υπέγραψε το πολυπόθητο χαρτί για το θάνατο εκείνου του πάμπλουτου γέρου; Και ποια συμβολαιογράφος συνέταξε τη διαθήκη του; Ποιοι μάρτυρες παρέστησαν στο άνοιγμα αυτής της διαθήκης; Και πώς όλα αυτά σχετίζονταν με την ιστορία της δικής μου περιουσίας;"

(ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ "Ένα Τριάρι για τον Οιδίποδα")

Νίκος Ξένιος

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Κολώνα του σπιτιού

του Σοφοκλή Ρόκου

Άργησε να σηκωθεί σήμερα κι έπρεπε να του ετοιμάσει το πρωινό του στην ώρα του. Ποιος τον άκουγε έτσι και ξυπνούσε και δεν ήταν όλα έτοιμα. Εχτές που την είχε πάρει ο ύπνος έφτασε να ξυπνήσει εκείνος κι αυτή να μην έχει ακόμη σηκωθεί, τότε κι εκείνος άρχισε να μουγκρίζει δυνατά και να χειρονομεί με τα δάχτυλα και να κοπανάει τα κάγκελα του κρεβατιού του και όταν τελικά εκείνη σηκώθηκε και είδε τα μάτια του τα πεταμένα έξω φοβήθηκε πως θα πάθαινε κι άλλο εγκεφαλικό που θα τον αποτέλειωνε πια. Άσε που θα τον άκουγε κι η γειτονιά έτσι που μούγκριζε, τι θα ‘λεγαν οι άνθρωποι, ότι δεν τον φροντίζει αρκετά. Κι όμως εκείνη δέκα χρόνια τώρα στρατιωτάκι υπάκουο στα μουγκρητά του, κάθε του νεύμα και διαταγή, πετάγεται ακόμη και τη νύχτα από τον καναπέ της- κρεβάτι δεν αξιώθηκε το σώμα της από τότε που αρρώστησε εκείνος, μην τύχει και την πάρει βαριά ο ύπνος και κάτι του συμβεί και δεν τον συντρέξει. Τον είχε όμως πεντακάθαρο, όλοι το ‘λεγαν μοσχομύριζε το απολειφάδι του και μερικές μέρες από την πάστρα και την περιποίηση τα μάτια του άστραφταν και κάτι σα χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του, τρόμαζαν οι παρευρισκόμενοι, ας μη χαμογελούσε καλύτερα. Πάντως εκείνην την παίνευαν, εσύ-τον-κρατάς-στη-ζωή-κυρά-Βούλα και άλλες-στη-θέση-σου-θα-‘παίρναν-μια-νοσοκόμα-και-θα-ξεμπέρδευαν, καμάρωνε μέσα της κι ας ήταν αγράμματη και δεν την ήθελαν οι δικοί του, γιατί τού ‘πεφτε φτωχιά και παρακατιανή και πολύ μικρότερή του, τότε του ‘λεγαν ότι θα του τα φοράει, τους τα βούλωσε τώρα τα στόματα. Μερικές φορές τα βράδια καθόταν και τον χάζευε, κάτασπρος σα χάρτινος της φαινόταν , το χαρτί όπου έγραψε όλη της τη ζωή, παιδιά δεν έκαναν, μια φορά που κατάφερε να την γκαστρώσει, το ‘χάσαν, αδύναμη σύλληψη είχε πει ο γιατρός, δεν ήταν για να ζήσει το μωρό, της αγόρασε το διαμέρισμα εκείνη τη χρονιά, ας είναι καλά ο καημένος, την εξασφάλισε. Περνούσαν ήσυχα οι δυο τους, πριν αρρωστήσει, δεν έβγαιναν σχεδόν ποτέ, εξόν σε καμιάν επίσκεψη και στην εκκλησία τις Κυριακές, αυτό εξ άπαντος. Κάποτε του είχε ζητήσει να την αφήσει να μάθει να οδηγεί, να της πάρει κι ένα μικρό αυτοκινητάκι να πηγαίνουν καμιά βόλτα τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, το αρνήθηκε εκείνος επίμονα, έτσι όπως οδηγούν στις μέρες μας οι άνθρωποι θα τους σκότωναν σίγουρα ή θα τους σακάτευαν και θα ‘μεναν για πάντα στο κρεβάτι, άσε καλύτερα, φύλαγε τα ρούχα σου να ‘χεις τα μισά. Δεν πρόφτασε κουβέντα να της πει τη νύχτα του εγκεφαλικού, από μόνη της τον είχε εκείνη έννοια, σαν κάποιο χέρι να τη σκούντησε, σήκω ο Νίκος δεν είναι καλά, είχε πεταχτεί θυμάται απ’ τον ύπνο, του έσωσε τη ζωή, και των δυο τους έσωσε τη ζωή. Δεν ξεμύτησε ούτε εκείνη από τότε απ’ το σπίτι, κάποτε που του ‘φεραν οι συγγενείς του μια νοσοκόμα και τον άφησε μαζί της για να πάει λαϊκή, έκλαιγε και μούγκριζε τόσο εκείνος, που η νοσοκόμα τον παράτησε και τη γύρευε στους πάγκους με τα λαχανικά. Δεν τον ξανάφησε πια. Άναψε το μικρό ματάκι της κουζίνας, έβαλε πάνω το μπρίκι, να φτιάξει πρώτα καφέ για την ίδια κι έπειτα να ζεστάνει το γάλα του, έσουρε τις παντόφλες της ως το μπάνιο, κάθισε στη λεκάνη μ’ ανοιχτή την πόρτα, μην ξυπνήσει και δεν τον ακούσει. Δεν ακουγόταν ακόμη, θα τα ετοίμαζε όλα πρώτα, το γάλα, τις φρυγανιές και το χυμό, μετά θα πήγαινε στο δωμάτιό του, μην τον ενοχλήσει πριν την ώρα του, δε θα ‘ταν ακόμη οχτώ, αυτός ήταν ακριβής, πάντα στην ώρα του ξύπναγε. Η ματιά της έπεσε στο ρολόι του τοίχου, δέκα και μισή, αν είναι δυνατόν, η καρδιά της πήγε να σπάσει, Θεέ μου παρακοιμήθηκε, τι ‘ταν και τούτο πάλι, τρόμαξε, τα πόδια της σα να πάγωσαν κι αμέσως μετά να ‘λιωσαν। Σηκώθηκε από την λεκάνη τρέμοντας, ανέβασε τα βρακιά της όπως-όπως, θολωμένο το κεφάλι, σκουντούφλησε στην πόρτα της κάμαράς του, τα κατάφερε μπήκε, όρμησε στο κρεβάτι του, τον έπιασε από το γιακά τον πεντακάθαρο της πυτζάμας του Νίκο-μίλα-μου-Νίκο-μου-άντρα-μου-κολώνα-μου.