Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλλόκοτο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλλόκοτο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Τι θέλει αυτη η γριά και λέει παραμύθια; Τι γυρεύει;
Ακούω τι φωνή της μες τον ύπνο μου, ύπνος είναι, αλλά ξέρω πως δεν κάνω λάθος. Λέει ιστορίες στο μικρό παιδί, για καλό τις λέει;
Κάθονται και οι δυο μπροστά στο τζάκι και έξω κάνει κρύο τσουχτερό.Σουρουπώνει.
Το παιδί δεν μπορεί να φύγει. Αλλά και να μπορούσε δεν ξέρει τον τρόπο, γιατί ένα παιδί δεν ξέρει πώς να φύγει απο τη γιαγιά του.
Σπίθες από την φωτιά πέφτουν πάνω στα μαλλιά τους. Δεν τις βλέπουν, μόνο εγώ τις βλέπω, εγώ που είμαι παντογνώστης του ονείρου. Τρίζουν τα μικρά του δόντια, τα μάτια της αστράφτουν.
Ζέστη ζέστη, ιδρώτας, και τρομερά λόγια, λόγια που σέρνονται ύπουλα σαν οχιά μέσα απο χαμόκλαδα.
Το παιδί ανακάθεται στο σκαμνί, τα χείλη του είναι ξερά, σκαμένα.
Μια καμπάνα από μακριά, ήχος που φτάνει ξεθωριασμένος ˙ μερικές νιφάδες ακουμπούν στο τζάμι, όμορφες νιφάδες, θα μαλακώσουν την μιλιά της;
Ενα τσουκάλι σιγοβράζει στο καμινέτο, γίδα βραστή. Θα το μασήσει πρώτα εκείνη και μετά θα το δώσει στο μικρό διαβολάκο. Ετσι τον λέει, όχι απέξω της αλλά με τη γλώσσα της ψυχής της. Να το αλέσει στο στόμα της. Έτσι πρέπει. Θα το γυρίσει πολλές πολλές στροφές στο μαρασμένο ωχρό στόμα να πάρει τη μυρωδιά της. Μην πνιγεί το παιδάκι, για καλό το κάνει.
-Αγριεψέ τον τώρα, πες του για το στοιχείο της παράγκας.
Δένει πιο σφιχτά το τσεμπέρι της, μασάει, μασάει καλά, δυο και τρεις φορές, τραβάει το αλεσμένο κρέας απ΄τη γλώσσα και το μπουκώνει στο παιδί.
«Ανοιξε καλά το στόμα! Τήρα κει; Βλέπεις εφτού»; Δείχνει με το παχύ της δάχτυλο έξω απ΄το παράθυρο στην μαύρη σκοτεινή παράγκα. «Εκεί χάμω είναι το στοιχείο, μόλις βγεις από τούτη δω την πόρτα σε περιμένει».

Γιούλη Α.

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Τρία στιγμιότυπα


Π. Μ. Ζερβός
1. Τί μὲ ἀκολουθεῖ;
Τί μὲ ἀκολουθεῖ; Τί βρίσκεται στὸ διάβα μου καὶ πατᾶ πάνω στὰ χνάρια μου;
Κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ ποιός μὲ ἀκολουθεῖ· νὰ ἀποδώσω, δηλαδή, μιὰν ἀνθρώπινη παρουσία καὶ ταυτότητα στὴν σκιὰ ποὺ βρίσκεται πίσω μου. Ὅμως γιατί βιάστηκα νὰ ὑπαινιχθῶ πὼς ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ ἴσως δὲν εἶναι ἄνθρωπος; Ποιά ὑποσυνείδητη διεργασία καὶ ποιός κρυφὸς φόβος ξεπήδησαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς σκέψης μου; Θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐρευνήσω.
Ἂς τὸ ἐπαναδιατυπώσω σωστά, λοιπόν: Ποιός μὲ ἀκολουθεῖ; Ποιός ἔχει καρφώσει τὸ βλέμμα του στὴν πλάτη μου; Καὶ τί γυρεύει;
Ὁ συλλογισμός μου εἶναι λάθος· λάθος ἐξ ἀρχῆς: γιατί ἐπιμένω νὰ νομίζω πὼς κάποιος μὲ ἀκολουθεῖ; Στὸ κάτω-κάτω, εἶμαι σ’ ἕναν ὄχι ἔρημο (ἂν καὶ οὔτε πολυσύχναστο) δρόμο καὶ εἶναι φυσιολογικὸ νὰ τὸν διασχίζουν πολλοὶ περαστικοί.
Ναί, ἀλλὰ τώρα εἶναι μόνον ἕνας.

2. Στὸ κατώφλι
Στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μου βρίσκω ἕνα μενταγιόν χωρὶς ἁλυσιδίτσα, γυμνό. Τὸ πιάνω στὰ χέρια μου. Τὸ περιεργάζομαι. Τὸ σχέδιό του μοῦ εἶναι γνωστό, σὰν νὰ τό ’χω ξαναδεῖ κάποτε.
Σὲ ποιόν ἀνήκει; Καὶ πῶς βρέθηκε στὸ κατώφλι μου;
Τὸ βάζω στὴν τσέπη. Ἀφοῦ τὸ βρῆκα, εἶναι δικό μου, ἀποφασίζω.
Τὴν νύχτα, μὲ κλειστὰ τὰ μάτια, ἀναλογίζομαι τὰ πεπραγμένα τῆς ἡμέρας καὶ τί ἔχω νὰ κάνω τὴν ἑπομένη. Ἀρχίζω νὰ βυθίζομαι στὸν ὕπνο. Λίγο προτοῦ ἀποκοιμηθῶ, μιὰ σκέψη σὰν ψίθυρος περνάει ἀπ’ τὸ μυαλό μου:
Τὸ μενταγιὸν εἶναι ἐκείνης. Τὸ φοροῦσε μὲ τὸ νυφικό της φόρεμα τὴν ὥρα ποὺ τὴν κηδεύαμε.


3. Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια
Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια, θυμίζω στὸν ἑαυτό μου. Παίρνω τὴν σακούλα, τὴν δένω, βγαίνω ἀπ’ τὸ σπίτι.
Ξημέρωμα. Δὲν ἔχει φωτίσει ἀκόμη καλὰ-καλά, οἱ δρόμοι καὶ τὰ στενὰ εἶναι σκοτεινά, καθὼς τὰ δημόσια φῶτα ἔχουνε σβήσει. Οἱ σκιὲς στοὺς τοίχους ἀπ’ τὰ διερχόμενα αὐτοκίνητα μεγεθύνονται.
Πετάω τὰ σκουπίδια σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ μεταλλικὸ κάδο. Πηγαίνω πρὸς τὴν στάση τοῦ λεωφορείου.
Λίγα βήματα πιὸ πέρα, ἀκούω ἕνα θόρυβο. Προέρχεται ἀπὸ τὸν κάδο. Γυρίζω πίσω. Ἡ σακούλα μου μὲ τὰ σκουπίδια σαλεύει. Θά ’ναι κάποιο μαμμούνι ἢ κανὰ ποντίκι ποὺ εἶχε τρυπώσει καὶ δὲν τό ’χα δεῖ, σκέφτομαι. Ὅμως ἡ σακούλα μοιάζει σὰν νὰ κινεῖται ὁλόκληρη, σὰν ν’ ἀνασαίνει.
Ἡ ἰδέα μου θά ’ναι, συμπεραίνω βιαστικά. Εἶναι καὶ μισοσκόταδο...
Τρέχω γιὰ νὰ προλάβω τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν δουλειά μου.





Αὐτὰ τὰ τρία στιγμιότυπα (“σφηνάκια” τὰ ἀποκαλῶ χαριτολογώντας) τὰ ἔγραψα ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ ἱστολόγιο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐδῶ καὶ καιρὸ εἶχα τὴν ἐπιθυμία νὰ γράψω τέτοια στιγμιότυπα, στὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχειροῦσα νὰ σχηματίσω μιὰν ἀτμόσφαιρα ἀπειλῆς, ἂν ὄχι φρίκης, ἀλλὰ δὲν ἤξερα πῶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό. Ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ διαβάζετε αὐτὰ τὰ μικρὰ κείμενα, δὲν εἶμαι σίγουρος ἂν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶχα στὸν νοῦ μου.
Στὴν Λέσχη, ὅταν τὰ ὑπέβαλα πρὸς σχολιασμό, ἐκφράστηκε αὐτὴ ἡ ἐπιφύλαξη. Ὡστόσο, κανένα σχόλιο δὲν ἔγινε – σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα μου κείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἄκουγα ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανείς. Κατὰ γενικὴ ὁμολογία, πάντως, κανεὶς ἀπ’ τὴν Λέσχη δὲν ἔνοιωσε τρόμο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο μὲ βάζει σὲ σκέψεις.