Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Δέκα επεισόδια



Το πρώτο επεισόδιο ήταν αφορμή για να πάω σπίτι της.
Η ξένη σειρά που είχε κατεβάσει στον υπολογιστή της είχε βραβευτεί από διεθνή οργανισμό που βραβεύει τηλεοπτικές σειρές: Βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών, κοστουμιών και φωτογραφίας. 
Δεν είχε ετοιμάσει κάτι, απλώς έβαλε ένα ποτό και καθίσαμε μπροστά στην οθόνη.
Αρχικά πήραμε θέση σαν σε επίσκεψη και μετά βουλιάξαμε στον καναπέ σε μια προσπάθεια να βολέψουμε την ακαμψία των κορμιών μας ˙ αλλάξαμε στάση σώματος και εκείνη την στιγμή πρωτοαγγιχτήκαμε, για την ακρίβεια ακούμπησαν οι αγκώνες μας.
Στο δεύτερο επεισόδιο βλέπαμε κιόλας την ξένη σειρά κάτω από μια χνουδωτή πράσινη κουβέρτα. Τα παπούτσια μας ήταν πεταμένα κάτω απο το τραπέζι του σαλονιού και υπήρχαν στάχτες εδώ και εκεί καθώς όπως παρατήρησα ήταν πολύ απρόσεχτη όταν έστριβε τον καπνό της.
Λίγο πριν το τέλος του επεισοδίου, εκεί που οι ορδές των βαρβάρων παρήλαυναν σε έναν άγονο τόπο, έτριψε τις πατούσες στις πάνω στις δικές μου.
Εκείνο το βράδυ έμεινα εκεί.
Το τρίτο επεισόδιο το είδαμε σε συνέχειες, περιφερόμενοι, πότε στην κρεββατοκάμαρα, πότε στο μπάνιο, και πότε στην κουζίνα, χωρίς ρούχα, αλλά μονίμως σκεπασμένοι με καρό κουβέρτες που σέρνονταν σε όλο το σπίτι παρασύροντας τις στάχτες της.
Το τέταρτο επεισόδιο το περάσαμε χωμένοι στα άδυτα του κόκκινου καναπέ όπου νομίσαμε πως είχαν χαθεί τα μικροσκοπικά γυαλιά της, ενώ οι οπλές των αλόγων που κουβαλούσαν τους γενναίους πολεμιστές που κράδαιναν τα σπαθιά τους, περνούσαν με βηματισμό μπροστά μας, χωρίς εκείνη να μπορεί να δει την μεγαλοπρέπειά τους λόγω της μυωπίας της.
Μετά από αυτό το επεισόδιο είχα κιόλας μάθει πού είναι τα ποτήρια του νερού και πού ο καφές και μπορούσα να εξυπηρετηθώ μόνος μου. Μάλιστα πρόσεξα πως είχα μία διπλωμένη πετσέτα στο μπάνιο.
Ο σκηνοθέτης μου φάνηκε παρανοικός όταν στο πέμπτο επεισόδιο δεν δίστασε να σκοτώσει τον πρωταγωνιστή και μάλιστα με βίαιο τρόπο. 
Και οι δυο αναφωνήσαμε πως ήταν πολύ πρωτοπόρο αλλά και παρακινδυνευμένο.
Εκεί είδα τη σκιά. Μια σκιά που έλεγε κάτι σαν: Και τώρα; Τι θα κάνουμε μέχρι το τέλος ; Έχουμε μόνο άλλα πέντε επεισόδια.
Το έκτο επεισόδιο το είδε σχεδόν μόνη, έπρεπε να μιλήσω στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Χάθηκα στο μπαλκόνι για περίπου σαράντα λεπτά, -ανάμεσα στις μπιγκόνιες και τις ορτανσίες -, το επεισόδιο πάντα διαρκούσε πενήντα πέντε λεπτά ακριβώς.
Το έβδομο επεισόδιο το είδαμε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, κρατούσαμε σφιχτά ο ένας τα χέρια του άλλου και είχαμε μπλέξει τα πόδια μας γιατί η κουβέρτα ήταν κοντή και περίσσευαν. Τα χέρια μας ήταν ζεστά και τα πόδια μας κρύα. Νομίζω πως όλο το βράδυ ένοιωθα αυτές τις αυξομειώσεις θερμοκρασίας στα άκρα μου.
Δύο επεισόδια πριν το τέλος, ο δεύτερος ήρωας που είχε πέσει σε κώμα ξυπνούσε απρόσμενα και ζητούσε εξηγήσεις.
Εκείνο το βράδυ δεν έμεινα σπίτι της.
Γύρισα στο δικό μου και μιλήσαμε όλη τη νύχτα με μηνύματα. 
Ποτέ δεν είχε γίνει αυτό, ποτέ δεν μιλούσαμε με μηνύματα αφού γυρνούσα σπίτι, ήταν κάπως αυτονόητο το γιατί.
Εκείνο το βράδυ της έστειλα μερικές μεγάλες κουβέντες. Το΄ξερα πως ήταν μεγάλες όταν τις έγραφα αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να τις γράφω, μάλιστα κοιτούσα το μήνυμα για μερικά λεπτά πριν το στείλω αλλά τελικά πατούσα την αποστολή, δεν ήξερα γιατί είχα την επιθυμία να γράψω κάτι σπουδαίο.
Την επόμενη μέρα δεν μιλήσαμε καθόλου.
Ούτε την μεθεπόμενη.
Μετά από τρείς ημέρες έλαβα ένα μήνυμα πως ήθελε να δεί το ένατο επεισόδιο και εγώ της απάντησα να το κάνει συμπληρώνοντας μία γλυκειά φατσούλα στο τέλος του μηνύματος. Δεν μου απάντησε τίποτα. Μια μέρα μετά μου είπε πως το είδε.
Ένα βράδυ Πέμπτης αποφασίσαμε να δούμε το τελευταίο επεισόδιο.
Επεισόδιο δέκα:
Πέφτουν οι τίτλοι τέλους μαζί και η αναγγελία πως  ο επόμενος κύκλος θα ερχόταν στις οθόνες μας τον Απρίλιο. Ανάβω τσιγάρο. Μου λέει πως δεν είχε προσέξει πως καπνίζω. Της γνεύφω θετικά. Τι θα κάνουμε; ρωτάει με μισάνοιχτα χείλη, δεν ξέρω απαντώ φυσώντας το καπνό σε στραβά κυκλάκια.
Ηταν βέβαια μια πολύ καλή σειρά, προσθέτω, η καλύτερη που έχω δει ποτέ. Και είχε τόση ένταση, συμπληρώνει, με καθήλωσε η κάθε σκηνή, είχα καιρό να δω κάτι τέτοιο. Γιατί τον Απρίλη; λέει με γκριμάτσα, πάει πολύ μακριά ο Απρίλης. Ναί, είναι μακριά της λέω και σκέφτομαι πως τον Απρίλη οι άνθρωποι δεν βλέπουν σειρές κάτω από κουβέρτες, ούτε πίνουν λικέρ, ούτε φοράνε κάλτσες. Τον Απρίλη θα έχει ανοίξει ο καιρός, μονολογεί. Συμφωνώ μαζί της και ξαναφυσώ πιό μακριά τον καπνό μου.
Δεν κατέβασε ποτέ τον δεύτερο κύκλο, ούτε και εγώ το ζήτησα.

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Δοκιμαστής εξωτερικών χώρων



Από την Κατερίνα Κορομπίλη

Όταν ήταν μικρός οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για το ύψος του. Ήταν μάλλον μετρίου αναστήματος, αλλά τα παιδιά είναι πάντα απόλυτα όταν χαρακτηρίζουν όσους ξεχωρίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τους θυμόταν πάντα με χαμόγελο, όταν αργότερα έγινε επιτυχημένος μάνατζερ και έβγαλε πολλά χρήματα. Η προσωπική του απέχθεια στους χλευασμούς που είχε δεχθεί στην εφηβεία του είχε μεταφραστεί σε επαγγελματική καταξίωση, τέτοια που κανένας από εκείνους τους «καλοκάγαθους» συμμαθητές δεν είχε την ευκαιρία να απολαύσει. Αλλά τώρα, το αλλοτινό του κουσούρι είχε αποδειχθεί πραγματική ευλογία. Δεν χρειαζόταν παραπάνω από τρεις κούτες για να στεγάσει το κορμί του. Εκείνο το βράδυ ένιωθε ευχαριστημένος (ευτυχισμένος ίσως) που είχε βρει αυτήν τη γωνιά να πλαγιάσει. Κανένας δεν θα τον ενοχλούσε εδώ. Δεν υπήρχαν ανεπιθύμητοι τριγύρω, είχε καταφέρει να τους διώξει όλους. Να μπορούσε μόνο να ζεσταθεί λίγο. Ήταν πολύ παγωμένη η νύχτα και οι δύο κουβέρτες δεν του έφταναν να απορροφήσουν την παγωνιά. Αγκάλιασε το ραδιοφωνάκι του τρυφερά, ήταν η μοναδική του παρέα, μαζί με τους νυχτερινούς ήχους της πόλης. Η μουσική ήταν πάντα η αγαπημένη του διασκέδαση και στην τωρινή του κατάσταση η μόνη του παρηγοριά. Σαν κόρη οφθαλμού φύλαγε το σακουλάκι με τις μπαταρίες – δεν ήξερε τι θα έκανε αν σώνονταν. Είχε φροντίσει να προμηθευτεί πολλές φεύγοντας. Τόσες όσες του χρειάζονταν για να περάσει πολλές νύχτες επαναφορτιζόμενης μοναξιάς.
Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι. Είχε μεγαλώσει σε ένα ζεστό σπίτι, με γονείς που τον βοηθούσαν και τον στήριζαν. Στερήθηκαν για να σπουδάσει στην Αγγλία management and business administration – επάγγελμα που η μητέρα του δεν μπορούσε να προφέρει και ο πατέρας του δεν μπορούσε να κατανοήσει. Για τη γενιά του, ο επαγγελματικός προσανατολισμός είχε τις εξής δύο κατευθύνσεις: γιατρός ή δικηγόρος. Γιατρός γιατί πάντα θα υπήρχαν άρρωστοι και δικηγόρος γιατί πάντα θα υπήρχαν αντίδικοι. Είχε ωστόσο εμπιστοσύνη στην κρίση του μοναχογιού του, κι εκείνος φρόντισε να μην τον διαψεύσει. Λίγα χρόνια αφότου γύρισε από το εξωτερικό προσελήφθη σε μία πολυεθνική με καλό μισθό, και φρόντισε με επιμονή και σκληρή δουλειά να αναρριχηθεί ένα-ένα τα σκαλοπάτια της κλίμακας και να φτάσει ως τη θέση του Διευθυντή. Κάπου στο ενδιάμεσο, είχε προκύψει και ο έρωτας της ζωής του – ή της τσέπης του, ποτέ δεν έμαθε. Αρκετά πετυχημένη και η ίδια, αλλά σε άλλον κλάδο, έψαχνε για κάποιον φέρελπι νέο να ενώσουν τα υλικά τους όνειρα κάτω από την ίδια στέγη. Ο πατέρας του δεν έζησε να τον καμαρώσει γαμπρό στο πλάι αυτής της εντυπωσιακά επιμελημένης ξανθιάς, αλλά πρόλαβε να τύχει μίας πολυτελούς κηδείας, με όλα τα κομφόρ: τρεις σειρές καλυμμαύκια, ψάλτες όσους τα στασίδια και τόσα λουλούδια που κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει  τη δημιουργία κινήματος υπέρ της προστασίας των αγρών. Ο νεκρός δεν μπορούσε φυσικά να απολαύσει τίποτα από όλα αυτά, αλλά η μητέρα του ήταν σίγουρα ευχαριστημένη που ο σύζυγός έτυχε μετά θάνατον τέτοιων τιμών. Η ίδια θα αποδημούσε εις Κύριον λίγα χρόνια αργότερα, εν μέρει ευχαριστημένη που το καμάρι της είχε καταφέρει τόσα πολλά και εν μέρει δυστυχισμένη γιατί έβλεπε σπάνια τον ίδιο και είχε παραιτηθεί δια παντός από την ιδέα ότι θα αποκτούσε εγγόνια. Η σύζυγος ήταν πολύ απασχολημένη με την καριέρα της, το σώμα της, τον εαυτό της, για να αφιερώσει λίγα λεπτά σε μία άλλη ψυχή. Βέβαια είχε από την αρχή υπάρξει ειλικρινής μαζί του. Δεν ήθελε παιδιά, τα θεωρούσε μπελά, χάσιμο χρόνου, τροχοπέδη στην προσωπική της ευτυχία και παράγοντα αποσταθεροποίησης της σχέσης, όπως του το είχε θέσει. Εκείνος ήθελε (ένα τουλάχιστον), αλλά στο τέλος συμβιβάστηκε κι έπεισε τον εαυτό του ότι το παρηγορητικό ψέμα που είχε πει στη μητέρα του, ότι δηλαδή δεν μπορούσαν λόγω κάποιας γενετικής προδιάθεσης να κάνουν παιδιά, ήταν η αλήθεια.
Η ζωή τους μοιραζόταν επομένως ανάμεσα στα ταξίδια εντός και εκτός Ελλάδας, τα ακριβά ψώνια και τα πολυτελή αυτοκίνητα. Ήταν η εποχή που ο κόσμος ζούσε στην επιφάνεια και νόμιζε ότι δεν υπήρχε βυθός στη θάλασσα όπου κολυμπούσε. Πόσο θα ευχόταν τώρα να μπορούσε να έσκαβε για να κρυφτεί κάτω από αυτή την επιφάνεια… Να μην είναι αναγκασμένος να ξαπλώνει στο έδαφος… Τώρα το βάθος θα ήταν μία κάποια λύτρωση… Αλλά τότε δεν τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ζούσε την κάθε μέρα όχι σαν να ήταν η τελευταία του, αλλά σαν να ήταν η αρχή της αιωνιότητάς του.
Το πρώτο χτύπημα ήρθε με την κρίση του χρηματιστηρίου του ’90. Ένας καλοθελητής φίλος της γυναίκας του, που ήταν στα μέσα και στα έξω, τον είχε πείσει να επενδύσει πολλά σε μετοχές μίας εταιρείας που αποδείχθηκε φούσκα. Η «πυραμίδα» αυτή έγινε ο προσωπικός τάφος του φαραώ-μάνατζερ, και μαζί και της σχέσης του με την ωραία Νεφερτίτη. Αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι στη Μύκονο για να ανταποκριθούν σε κάποια έξοδα, γιατί εν τω μεταξύ είχαν ξανοιχτεί πολύ. Το σπίτι στη Γλυφάδα όμως το κράτησαν. Ήταν μία πανέμορφη μεζονέτα, με μεγάλο κήπο και πισίνα. Στο πίσω μέρος είχε ένα μπαλκόνι, μικρό, που η γυναίκα του δεν καταδεχόταν ούτε για να απλώνει η Φιλιππινέζα τα φρεσκοπλυμένα. Αυτό το μπαλκόνι ήταν το προσωπικό του καταφύγιο. Μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, μπορούσε ήσυχος να απολαμβάνει το τσιγάρο του, παρέα με τη αγαπημένη του μουσική. Εκεί πήγαινε όταν τσακώνονταν, πότε γιατί οι πιστωτικές ξεπερνούσαν το όριο μετά από αλόγιστη χρήση, πότε γιατί τα project στο γραφείο δεν πήγαιναν τόσο καλά, πότε γιατί ο καυγάς ήταν απλώς ο μόνος τρόπος για να κάνουν μία συζήτηση. Του είχε περάσει κάποιες φορές από το μυαλό να χωρίσει, αλλά δείλιαζε. Επέστρεφε στην ηλικία όπου οι άλλοι τον θεωρούσαν κοντό και αισθανόταν ανήμπορος. Την αγαπούσε, τόσα χρόνια ήταν μαζί, δεν πετιούνται έτσι εύκολα. Κι εκείνη τον αγαπούσε, το αισθανόταν, αλλά δεν του το έδειχνε. Αυτός ήταν ο τρόπος της. Πρέπει να αγαπάμε τον άλλον με τα ελαττώματά του, λένε, κι έχουν δίκιο.
Και μια ημέρα έλαβε ένα email. Του κοινοποιούσαν έτσι, τόσο απλά, ότι λόγω περικοπών τα ανώτατα στελέχη έπρεπε δυστυχώς να αποχωρήσουν. Μετά από τόση δουλειά, μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια που είχε αφιερώσει σε αυτή την εταιρεία τη ζωή του, την ψυχή του και το μυαλό του (με αυτήν ακριβώς τη σειρά) απλώς του τοιχοκολλούσαν μία απόφαση, «θα αποχωρήσετε» – όχι τυχαία ομόρριζη της λέξης «αποχωρητήριο», εκεί δηλαδή που οι άλλοι εναποθέτουν τα περιττώματά τους.
Τη διαδρομή Μεταμόρφωση-Γλυφάδα την έκανε εκείνη τη μέρα μέσα σε τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά. Δεν είχε κίνηση, τουναντίον, στη μία το πρωί που έφυγε από το γραφείο οι δρόμοι ήταν άδειοι. Οδηγούσε γύρω-γύρω σαν χαμένος, είχε επιλέξει τους πιο απίθανους δρόμους, δεν ήθελε με τίποτα να επιστρέψει στο σπίτι του και να βρεθεί αντιμέτωπος με τον κοντό εαυτό του. Σκεφτόταν πώς θα την αντίκριζε, τι θα της έλεγε, δεν ήξερε τι να της πει, δεν υπήρχε δικαιολογία γι’ αυτό που συνέβη, δεν είχε κάνει καμιά υπεξαίρεση, δεν ήταν κακός στη δουλειά του, η ατυχία του ήταν ότι είχε υπάρξει ανώτερο στέλεχος. Ευτυχώς όταν πια επέστρεψε ήταν αργά κι εκείνη κοιμόταν. Πήγε στον κήπο, της έκοψε ένα λουλούδι και της το άφησε στο κομοδίνο. Μετά αποσύρθηκε στο μπαλκονάκι του και βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Όταν εκείνη τον αναζήτησε το πρωί, τον βρήκε να κοιμάται στη σεζλόνγκ, με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη. Φοβήθηκε να τον ξυπνήσει. Τον φίλησε απαλά στο μέτωπο και όταν είδε πως δεν αντιδρούσε τον σκέπασε με μία φλις και έμεινε να τον παρατηρεί για λίγο. Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε ερωτευτεί σε αυτόν τον άντρα. Εκείνη ήταν τόσο δυναμική, τόσο σίγουρη για τον εαυτό της κι εκείνος κάποιες φορές τής έμοιαζε τόσο κοντός. Να όπως τώρα, της φαινόταν ξαφνικά να έχει συρρικνωθεί, να έχει γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι. Έδιωξε γρήγορα αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. Δεν της άρεσε. Ο άντρας της ήταν σημαντικός, είχε πολλά προσόντα, και ελαττώματα φυσικά (ποιος δεν έχει;), αλλά τον αγαπούσε γι’ αυτό που ήταν, γι’ αυτά που της προσέφερε, ό, τι τον μείωνε, υποβίβαζε ταυτόχρονα την ίδια. Ντύθηκε για τη δουλειά και έφυγε χωρίς να τον ενοχλήσει.
Χρειάστηκε να περάσει μία εβδομάδα πριν της πει τι είχε συμβεί. Μία βασανιστική εβδομάδα, κατά την οποία εκείνος έκανε ότι πήγαινε το πρωί στο γραφείο και το βράδυ, όταν επέστρεφε από τις βόλτες του, της πέταγε σπόντες για το πόσο δύσκολα έχουν γίνει τα πράγματα στη δουλειά, ότι έχουν μεγαλώσει οι απαιτήσεις, και μαζί και η πίεση για αποτελέσματα, ότι χθες απέλυσαν τον τάδε, σήμερα τον δείνα. Νόμιζε ότι προετοίμαζε το έδαφος.
Για την αντίδρασή της όμως δεν ήταν προετοιμασμένος. Έμεινε να τον κοιτάζει βουβή, ανέκφραστη, στυφή. Δεν είπε τίποτα, κανένα σχόλιο απολύτως. Αυτή που ύψωνε φωνή γιατί το τραπεζάκι του σαλονιού είχε μετακινηθεί τρεις πόντους πιο δεξιά από την κανονική του θέση, τώρα συνέχιζε να μασάει μία φέτα ολικής αλέσεως με μαργαρίνη χαμηλών λιπαρών χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. «Η αποζημίωση θα είναι καλή, μέχρι να βρω κάτι…» της ψέλλισε εκείνος με την ελπίδα να ψηλώσει λίγο. Εκείνη όμως αρκέστηκε σε ένα απλό «τα λέμε», τόσο πνιγμένο λες και η γουλιά από τη φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα τής είχε κάτσει στο λαιμό, και έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Οι επόμενοι τρεις μήνες ήταν μακρόσυρτοι. Αρκούνταν πλέον στα τυπικά, και η μεταξύ τους παγωμάρα τον είχε κάνει να αναπολεί μαζοχιστικά τους καβγάδες τους. Έστειλε άπειρα βιογραφικά, επικοινώνησε με όλη τη λίστα επαφών του κινητού του, ξαναβρήκε παλιούς γνωστούς στο facebook, αλλά μάταια. Στην καλύτερη άκουγε υποσχέσεις συνοδευόμενες με επαίνους για το πόσο σπουδαίος ήταν, και στη χειρότερη τη σκληρή αλήθεια για το πόσος κόσμος ψάχνεται με την οικονομική κρίση. Κάθε φορά που επέστρεφε σπίτι, τον αντίκριζε με την ελπίδα να ανέβει στα μάτια της, αλλά εκείνος όλο και χαμήλωνε, έμπαινε θα έλεγες σαν ρούχο που είχε πλυθεί σε λάθος θερμοκρασία. 
Κάποια μέρα κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και είδε ότι αυτό το ρούχο δεν της πήγαινε πια. Το είχε ευχαριστηθεί, το είχε χιλιοφορέσει, σε χαρές και σε λύπες, αλλά είχε πλυθεί τόσες φορές που είχε χάσει πια το χρώμα του. Φαινόταν πολυκαιρισμένη όταν το είχε πάνω της. Μάζεψε κάποια βασικά πράγματα και αναχώρησε. Έτσι απλά και αθόρυβα. Δεν την πήρε είδηση που έφευγε. Όταν άνοιξε τα μάτια του μερικές ώρες μετά, είδε το μαξιλάρι του μουσκεμένο – φαίνεται πως έκλαιγε στον ύπνο του.
Το διαζύγιο βγήκε με συναινετικές διαδικασίες, οι δικηγόροι τα είχαν βρει και στο σπίτι της Γλυφάδας θα έμπαινε πωλητήριο. Αλλά ποιός θα αγόραζε τέτοια εποχή; Απέμεινε μόνος, σε ένα άδειο σπίτι (της είχε δώσει όλα σχεδόν τα έπιπλα για το καινούριο της διαμέρισμα, αυτή ήταν η συμφωνία), και με τα χρήματα της αποζημίωσης πλήρωσε τους δικηγόρους, τις πιστωτικές, κάποια καταναλωτικά δάνεια. Με ό, τι περίσσεψε, γέμισε το ψυγείο και τα ντουλάπια τρόφιμα, λες και επρόκειτο να γίνει πυρηνική καταστροφή. Όταν μπήκε και η τελευταία υπογραφή, επέστρεψε σπίτι ξέροντας ότι δεν θα την ξαναέβλεπε ποτέ.
Αποφάσισε να μείνει στη μονοκατοικία μόνος του, αλλά δεν άντεξε για πολύ, του έλειπε η ζωή, η ζωή του, η ζωή τους. Τώρα ήταν πιο χαρούμενος μέσα στις κούτες του, τουλάχιστον σε αυτές μπορούσε να κουρνιάσει. Είχε κάνει κι έναν καινούριο φίλο, ένα αδέσποτο, που του κρατούσε συντροφιά. Το τάιζε ό, τι είχε, κι εκείνο του ανταπέδιδε την αγάπη. Το είχε μάλιστα εκπαιδεύσει να κάνει διάφορα κόλπα, τον διασκέδαζε όλο αυτό το παιχνίδι, τον έκανε να ξεχνιέται. Αλλά η ώρα που έπρεπε να κλείσει τα μάτια του για να κοιμηθεί ήταν βασανιστική. Πνιγμένος στις σκέψεις του, δεν ησύχαζε παρά μόνο όταν χάιδευε στο χέρι του ένα σημείωμα, σε ένα μικρό post-it: «θα σε αγαπώ ό, τι κι αν συμβεί», γραμμένο όμορφα, καθαρά, όσο καθαρή ήταν η αλήθεια του. Αυτό έβαζε κάτω από το κεφάλι του για να ησυχάσει, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είχε χαθεί ολότελα η ζωή του.
Σήμερα το βράδυ το κρύο ήταν πιο τσουχτερό. Οκτώβρης πια σκέφτηκε, σε λίγο θα αρχίσουν και οι βροχές, αλλά απάγκιαζε εδώ, θα έβρισκε τρόπο να επιβιώσει. Αυτό που τον ανησυχούσε ήταν ότι δεν είχε φανεί ακόμα ο σκύλος. Στύλωσε το βλέμμα στην μπαλκονόπορτα και έμεινε να κοιτάζει εκεί για ώρες, αλλά μάταια. Τον είχε ξεχάσει φαίνεται ή είχε βαρεθεί πια να κάνει κάθε βράδυ το ίδιο κόλπο, να βρίσκει το χαρτάκι που είχε αφήσει εκείνος σε συγκεκριμένο σημείο το πρωί, και να το σπρώχνει από το μικρό άνοιγμα ξανά προς το μέρος του το βράδυ. Εκείνος να κάνει τον ξαφνιασμένο και μετά να χαμογελάει χαρούμενος που του έλεγε ότι τον αγαπάει ακόμα, ότι θα τον αγαπάει για πάντα.
Απόψε το βράδυ ένοιωθε πιο κοντός από ποτέ.

Ευτυχώς τουλάχιστον το αδέσποτο δεν ήξερε να ξεχωρίζει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα από αυτόν της πρώην γυναίκας του.