Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

POST 10 ANOS


Σχολοῦσα στς 15.00 GMT, ἔφευγα πετάδην γι Κηφισσό, ἔπαιρνα τ ΚΤΕΛ, ἔφθανα 21:42, GMT ἐπίσης, μ περίμενε, μ περίμενε σ μέρος προσάνεμο, μπόλικες λεῦγες μακρυὰ ἀπὸ τ καλ νερ κι ἀφοῦ τν ξαναθυμόμουν μετ ἀπὸ τόσα γαλάζια φιλιά, φεύγαμε. Φθάναμε ἀνυπόμονα στὸ σπίτι, ἀράζαμε στὸν πράσινο βελουτὲ καναπὲ καὶ λέγαμε διάφορα χαζά. Πίναμε λευκὰ ποτὰ μπόλικων δυτικῶς μεσημβρινῶν, ξαπλώναμε καὶ περνοῦσα τὸ ἕνα χέρι μου γύρω ἀπὸ τὸν λαιμό της καθὼς μὲ τὸ ἄλλο ψαχούλευα καὶ ἤλεγχα γιὰ τυχὸν χαλαροὺς κόμπους στὰ κομβία τοῦ ὑποκαμίσου της καὶ ἀφοῦ χρησιμοποιοῦσα ὡς ἀναλόγιον ἕτερον μέρος τοῦ σώματός μου, τῆς διάβαζα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς Γραμμὲς Ὁριζόντων τοῦ Βακαλόπουλου. Μπασσοποιοῦσα μάλιστα καὶ τραβοποιοῦσα τὴν φωνή μου, πετοῦσα λοξὲς ματιὲς ἐκεῖ μπὰς καὶ δῶ γλαρομενοειδεῖς βλεφαρικές κινήσεις κι εὐχόμουν νὰ τὴν πάρῃ ὁ ὕπνος γιὰ νὰ μὴν ζητήσῃ σέξ· ἐνίοτε τὸ πετύχαινα, ἄλλες φορὲς ὄχι. Τὰ πρωινὰ τοῦ Σαββάτου ἦσαν ὑπέροχα. Σηκωνόμασταν ὥρα καλή, κάναμε ὁμοῦ μπάνιο κι ἐτοιμαζόμασταν γιὰ καφὲ στὸ κέντρο (σὲ πλατεία κάποιας νικηφόρας ναυμαχίας ἢ στὴν πρίγκηπος Νικολάου, σὲ καφὲ μὲ τρισύλλαβη ξενικὴ ὀνομασία) πρὶν νὰ ξεκινήσουμε, στὴν πρωινὴ τουαλέττα αἰσθανόμουν κι ἔβλεπα περίεργη τὴν ἀνατομία μου, σὰν νὰ εἶχε προηγηθῇ ὄντως σὲξ τὴν προηγουμένη· ψάχνοντας στὸν κάδο εὕρισκα τεκμήρια ὅτι διὰ τῆς μέθης μὲ ἐξεμεταλλεύετο. Μὲ αἱματωμένα τὰ μηλίγγια, διάθεση βεζούβιο καὶ σχέδια ἁπτόμενα τριμελοῦς κακουργοδικείου, χούφτωνα τὸ πόμολο τοῦ καμπινὲ ἵνα ἐξέλθω καὶ νὰ τὴν ἀρχίσω μὲ τὴν ζωστήρα εἰσαγωγικῷ τῷ τρόπῳ πρὶν νὰ τῆς μωλωπίσω τὴν μύτη βοηθείᾳ προχείρου τινός τοίχου μὰ κάτι καταλάβαινε αὐτὴ μᾶλλον ἴσως καὶ ἀπὸ τὰ ἠχεῖα ἀκουγόταν μιὰ σύστασις (τώρα, τώρα πές μου ποιόν πές μου ποιόν θἄχῃς νὰ τά λές;) νὰ μετρήσω μέχρι τὸ δέκα. Στὸ ἕνδεκα, ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ἀποχωρητήριο καὶ ἔνγλυκυς τὴν ῥωτοῦσα γιὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ μαλλῆ μου, σούφρωνε τὰ χείλη, κυττοῦσε ἐκεῖ, ἔφτιαχνε, τακτοποιοῦσε κάτι ἀσύμμετρα καὶ κατόπιν κυττώντας με βαθιὰ στὰ μάτια μὲ φιλοῦσε κι ἐγὼ λιγωνόμουν λιγωνόμουν πολὺ λιγωνόμουν τόσο ὥστε ἀρχινοῦσα ἀπότομα (ἐπίρρημα) ἀπότομα (ἐπίθετο) κλάμματα καὶ τῆς ζητοῦσα νὰ μὲ συγχωρήσῃ χωρὶς νὰ τῆς διατυπώσω τὰ λίκνα, τὰ γενεσιουργὰ διπολικότητος γιατί. Δὲν καταλάβαινε ἀκριβῶς μὰ καταλάβαινα ὅτι καταλάβαινε πὼς ὅλο τοῦτο ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις τῶν αἰτιῶν τὰ ὁποῖα εἶχε καταλάβει παλιὰ πρίν, στὰ πρῶτα μας ὅταν ἀνεπιτυχῶς τῆς ἔκρυβα μιὰν κάποιαν ἀγνωσία συναισθημάτων, μᾶλλον μιὰν δυσκολία ἐκφράσεως αὐτῶν. Μ’ἄφηνε μόνο μου γιὰ λίγο, κρυβόταν στήν κουζίνα - ποτέ δὲν ἔμαθα τί ἔκανε τέτοιες στιγμὲς ἐκεῖ – γὼ ἔγλειφα τὰ δάκρυά μου ἐνώπιον τῆς βιβλιοθήκης της καθὼς μπροστὰ ἐκεῖ στεκόμουν στέλνοντας τὸ βάρος τοῦ σώματός μου ἀπὸ τὸ ἕνα πόδι στὸ ἄλλο σ’ἀκανόνιστα χρονικὰ διαστήματα κι ἐπεφύλασσα τὸ πιὸ δριμὺ κλάμμα ἐνόσῳ ἄγγιζα καὶ γυρόφερνα μὲ τὶς ῥῶγες τῶν δακτύλων μου, τὶς ῥάχες τῶν βιβλίων. Στοὺς τίτλους τοῦ Μάλκολμ Μπράντμπερρυ ξαφνικὰ ἠρεμοῦσα καὶ τὴν φώναζα μὲ ἕνα χαϊδευτικὸ ποὺ πάντα ἀπεχθανόταν μὰ δὲν μοῦ κάκιωνε διότι γνώριζε τὸ ἀκούσιο ἴσως κι ἀκαταλόγιστο. Φεύγαμε. Καθ’ὁδὸν γιὰ τὸ κέντρο, πάντα συνοδηγός, πίσω ἀπὸ τὰ γυαλιά μου, ἔνοιωθα ὅτι κάτι δὲν πήγαινε καλά, μὲ ἐμένα, μὲ αὐτήν, μὲ ἐμᾶς καὶ ὄχι μόνον στὰ πρόσεχε στόπ, πορτοκαλὶ τὸ φανάρι, πεζός! Ἀναρωτιόμουν μὰ καὶ προσπαθοῦσα νὰ θυμηθῶ ποιό ἐπίμονο, ποιό δερματόστικτο, ποιό κακοφορμισμένο καπρίτσιο μὲ εἶχε ἐκεῖ, τόσα χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἑστία μου, νὰ προσπαθῶ νὰ ἐπιβεβαιώσω κάποιες ἐφηβικῆς χροιᾶς ἀντιδράσεις σὰ πατρικὰ ἀγάπα την ῥέ, μὰ μὴν τὸ δείχνῃς. Στὸ καφέ, πίναμε τοὐλάχιστον ἀπὸ δύο καπουτσίνο, τρώγαμε τὰ σκοῦρα κέηκ, κάποια βουτύρου βουτήματα καὶ ὅ,τι ἡ καλὴ διάθεση τοῦ ἐλεήμονος τε καὶ φιλευσπνάχνου ἀλλά καὶ οἰκείου της, τραπεζοκόμου προαιρεῖτο. Ἔγλειφα τὸ πιατάκι γιὰ τίποτε ἀπομειναριασμένα ψίχουλα κέηκ ποὺ μᾶλλον δὲν ἔβλεπα, ἔβλεπα πάντως τὸ ὕφος δυσαρέσκειας τοῦ γνωστοῦ της καὶ καταλάβαινα ὅτι ἦταν ὥρα νὰ φύγουμε. Ἀγοράζαμε ἐφημερίδες, μιλούσαμε γιὰ τὴν Ἀμοργό, μαλλώναμε γιὰ τὰ πολιτικὰ καὶ γυρνοβολάγαμε στὴν ἀγορὰ μουτρωμένοι χωρὶς νὰ κρατᾷ ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ ἄλλου. Τὸ μεσημέρι, τρώγαμε σὲ φαγητάδικα ἀπέχοντα τρέντυ τοποθεσιῶν, παραγγέλναμε πιάτα καυτερὰ καὶ ἐπιδέχοντα παπάρες τριῶν φετῶν ψωμιοῦ. Ἄλλες, γυρνούσαμε πιὸ νωρὶς στὸ σπίτι, ἔφτιαχνε κάτι αὐτὴ (μαγείρισσα οὔσα) καὶ μετὰ ἀφοῦ ξαναμαλλώναμε γιὰ τὰ πολιτικά, βλέπαμε καμιὰ ταινία ἐνῷ πρῶτα μαλλώναμε γιὰ τὸ ῥεπερτόριο καὶ τὸ θέμα της μὲ φορτωμένα φυσικὰ στομάχια καὶ μιὰν ἰσχυρὴ στομαχικὴ δυναμικὴ ἐνέργεια. Ὄχι γιὰ κάποιον ἄλλον λόγο, μὰ ἀποκλειστικῶς γιὰ νὰ κάψω τὶς παραπάνω θερμίδες συναινοῦσα σὲ μιὰν σωματικὴ πάλη στὴν ὁποίαν πρωταγωνιστοῦσαν ἀνθ’ ἡμῶν, ἕνα πέος καὶ ἕνα αἰδοῖον, μὰ καὶ βορειώτερα, ἕνα ζεῦγος 40DD μαστῶν ὅπερ ἦταν ὁ κάθιδρος γκὲστ στάρ. Περαίνοντας, μὲ κυρίευε τὸ σύνδρομο τοῦ νεκροῦ σπέρματος, θρηνοῦσα κασσανδρικὰ καὶ μὲ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος. Τὰ πρὸς βράδυ ἀπογεύματα ἔρχονταν κάποιοι φίλοι καὶ βαριόμουν ἀσύστολα, ἐξοργιζόμουν μάλιστα μὲ ἐκεῖνα τὰ κάτι καμμένα ἀτομάκια μὲ χάι ἀπόψεις, ἄνετες καὶ πολὺ προχώ, μακρὰν τῶν συμβάσεων (ποιῶν;) κι ὅ,τι ἄλλη παπαριὰ μπορεῖ νὰ ἐπικαλεστῇ κάποιος γιὰ νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς ἀντικοινωνισμοὺς καὶ τὰ συμπλέγματά του. Μᾶς φορτώνονταν, δὲν ἔφερναν μάλιστα τίποτε μαζύ τους ῥεγαλοειδῶς, ἐμεῖς ὅμως τοὺς φτιάχναμε μεξικάνικο ἄσε ποὺ εἶχα πληρώσει καὶ ἐγώ στὸ σοῦπερ μάρκετ γιὰ τὰ ὑλικά, μὰ φίλοι δικοί σου δὲν εἶναι; Ὦ, πόσο κόπο ἤθελε νὰ χαμογελῶ καὶ νὰ δείχνω ὅτι δὲν μοῦ ἀνακάτευε τὰ σωθικὰ ἡ μ’αὐτοὺς συνανα(σ)τροφή! Τὶς νύχτες ἀφοῦ καληνυχτούσαμε τοὺς ἐν λόγῳ ἄπλυτους (γὼ τοὺς ἔστελνα στὴν εὐχή τοῦ Ἑωσφόρου) καλὰ καλὰ ἡ ξώθυρα δὲν εἶχε κλείσει μὰ γὼ ἤδη τεντωνόμουν καὶ χασμουριόμουν τόσο ψεύτικα ποὺ ποτὲ δὲν κατάλαβα γιατί δὲν μὲ κατάλαβε. Πώπω, λατρεία μου, τεύχη εἰμί, σπεύδω γιὰ τοῦφες κι ἔτσι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπέφευγα τὸ σέξ. Τὴν ἄλλη μέρα, γυρνώντας ἀπὸ τὴν λειτουργία, καθὼς τὴν εὕρισκα κοιμωμένη, μὲ ἔπιανε ἕνα τρεμάμενο μίσος γιὰ τὴν καριόλα ποὺ δὲν ἐρχόταν κι αὐτὴ στὴν ἐκκλησία, τὴν ἔφτυνα μὲ ἄρρωστο σίελο καὶ ἔψαχνα πρόχειρο κάποιο ἐγχειρίδιο νὰ τὴν στείλω στὸν δημιουργό της μιὰν ὥρα ἀρχύτερα ὥστε νὰ πειστῇ μάλιστα γιὰ τὴν ὕπαρξή του, μὰ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τρία τέταρτα πρὶν μοῦ εἶχε τροχοπεδίσει πᾶσα ἀνωμαλία καὶ τέτοιους ἀχτιβισμούς. Κι ὅταν σηκωνόταν, ἀφοῦ πρῶτα στὸ μεταίχμιο ὕπνου καὶ σηκώθηκες μωρό μου;, μὲ ἔψαχνε στὸ στρῶμα μὲ ἕνα τυφλό χέρι γιὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ἰδιαίτερο πρωινό χαρακτηριστικό τῆς ἀνδρικῆς ἀνατομίας μὰ δὲν μὲ εὕρισκε (τί ἠδονὴ ποὺ ἀπογοητευόταν ποὺ δὲν κάναμε σέξ ἤ κάλλιον ποὺ δὲν μοῦ ἔκανε σὲξ) ἐτοιμαζόμασταν καὶ πάλι τσαρκεύαμε ἀφοῦ πρὶν μαλλώναμε γιὰ τὰ πολιτικά. Μὰ πάντα μιλούσαμε ὁμονοειστὶ γιὰ τὴν Ἀμοργό. 

Εὐάγγελος Μαλλῆς.




Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Τι θέλει αυτη η γριά και λέει παραμύθια; Τι γυρεύει;
Ακούω τι φωνή της μες τον ύπνο μου, ύπνος είναι, αλλά ξέρω πως δεν κάνω λάθος. Λέει ιστορίες στο μικρό παιδί, για καλό τις λέει;
Κάθονται και οι δυο μπροστά στο τζάκι και έξω κάνει κρύο τσουχτερό.Σουρουπώνει.
Το παιδί δεν μπορεί να φύγει. Αλλά και να μπορούσε δεν ξέρει τον τρόπο, γιατί ένα παιδί δεν ξέρει πώς να φύγει απο τη γιαγιά του.
Σπίθες από την φωτιά πέφτουν πάνω στα μαλλιά τους. Δεν τις βλέπουν, μόνο εγώ τις βλέπω, εγώ που είμαι παντογνώστης του ονείρου. Τρίζουν τα μικρά του δόντια, τα μάτια της αστράφτουν.
Ζέστη ζέστη, ιδρώτας, και τρομερά λόγια, λόγια που σέρνονται ύπουλα σαν οχιά μέσα απο χαμόκλαδα.
Το παιδί ανακάθεται στο σκαμνί, τα χείλη του είναι ξερά, σκαμένα.
Μια καμπάνα από μακριά, ήχος που φτάνει ξεθωριασμένος ˙ μερικές νιφάδες ακουμπούν στο τζάμι, όμορφες νιφάδες, θα μαλακώσουν την μιλιά της;
Ενα τσουκάλι σιγοβράζει στο καμινέτο, γίδα βραστή. Θα το μασήσει πρώτα εκείνη και μετά θα το δώσει στο μικρό διαβολάκο. Ετσι τον λέει, όχι απέξω της αλλά με τη γλώσσα της ψυχής της. Να το αλέσει στο στόμα της. Έτσι πρέπει. Θα το γυρίσει πολλές πολλές στροφές στο μαρασμένο ωχρό στόμα να πάρει τη μυρωδιά της. Μην πνιγεί το παιδάκι, για καλό το κάνει.
-Αγριεψέ τον τώρα, πες του για το στοιχείο της παράγκας.
Δένει πιο σφιχτά το τσεμπέρι της, μασάει, μασάει καλά, δυο και τρεις φορές, τραβάει το αλεσμένο κρέας απ΄τη γλώσσα και το μπουκώνει στο παιδί.
«Ανοιξε καλά το στόμα! Τήρα κει; Βλέπεις εφτού»; Δείχνει με το παχύ της δάχτυλο έξω απ΄το παράθυρο στην μαύρη σκοτεινή παράγκα. «Εκεί χάμω είναι το στοιχείο, μόλις βγεις από τούτη δω την πόρτα σε περιμένει».

Γιούλη Α.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

No fear

Ποιός του είπε να κόψει τις φλέβες του; Κανείς.
Αλλά πάντα ξεροκέφαλος ήταν. Όπως τότε που δεν έκλεινε το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου. Του το΄χε πει η μάνα του: θα πλευριτώσεις Λευτέρη, αλλά η φωνή της πάντα χανόταν στο θόρυβο του δρόμου˙ όπως και τα περισσότερα που του έλεγε αυτή η κοντοστούπα γυναίκα, η μισοριξιά. Μισοριξιά, αλλά, από αυτή είχε βγει αυτός σχεδόν τρία κιλά παιδί, ροδαλός σαν το χρώμα της ρόμπας της˙ το μοναδικό δώρο που πήρε εκείνη από τον πατέρα του, μία ρόζ ρόμπα που φορούσε στην εγκυμοσύνη της και που έριχνε στην πλάτη της αργότερα όταν τον είχε μικρό, ενώ συγύριζε˙ ποτέ όταν ξεσκόνιζε, δεν ήθελε να την μαγαρίζει.
Θα θύμωνε τώρα πολύ η μάνα του. Τά’χε αχρηστεύσει όλα: Τα μπλε πατάκια του μπάνιου, την πετσέτα σώματος και μία χειρός. Κολύμπαγαν στο ποτισμένο αίμα. Και αυτός καθόταν με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια αφημένα πάνω στους ζεστούς μηρούς που σχημάτιζαν ρυάκια ώς τους αστραγάλους. Κι όμως δεν φοβόταν.
Κάποτε φοβόταν.

-Πού τα βρήκες αυτά τα παλιοπεριοδικά; Λέγε !
-Μαμά! Μη τα κάψεις!
-Έλα εδώ!
-Όχι στο υπόγειο!
-Να εδώ, οι πουτάνες πάνε στη φωτιά. Και οι άνδρες που τις πηδάνε πάνε στη φάκα. Τις βλέπεις τις φάκες Λευτέρη; Κάτσε εδώ τώρα.

 Δεν είναι που τον περπατάνε τα ποντίκια, δεν είναι που φορά κοντά παντελόνια και νοιώθει τις ουρές τους στις γάμπες του, ούτε το ότι βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι, είναι που δεν θέλει να της δώσει την ικανοποίηση πως φοβήθηκε. Γιαυτό τραγουδάει. Τραγουδάει το Do you believe in magic των Τhe LovinSpoonful , ώρες ολόκληρες, από μέσα του, αλλά μόνο από μέσα του, μην τον ακούσει και σιγοτραγουδάει, δεν κάνει να τον ακούσει γιατί θα καταλάβει πως φοβάται.
Και αργότερα όταν τα κοντά παντελονάκια δεν του κάνουνε πια αλλά ούτε και τα στενά τζην είναι για την ηλικία του, βρίσκει τον εαυτό του μπροστά από μια μεγάλη βιβλιοθήκη με δίσκους, πολλούς δίσκους και στην μέση οι LovinSpoonful, όλη η δισκογραφία τους κάτω από παλιά περιοδικά με γυναίκες της φωτιάς, αυτές που θα΄καιγε η μάνα του στο υπόγειο. Παίρνει το δίσκο και τον βάζει στο παλιό πικαπ.
Την πρώτη φορά που τον έπαιξε είχε κλειδαμπαρωθεί στο μπάνιο, πάλι αυτό το αναθεματισμένο κομμάτι είχε στο κεφάλι του˙είχε τυλίξει τα πατάκια της μάνας του σε μια σακούλα να μην τα βρει, γιατί το σπέρμα του είχε εκσφενδονιστεί παντού. Δεν ήξερε τότε να το κουμαντάρει. Είχε φάει τόσο ξύλο με την παντόφλα της, αυτήν με το λεπτό τακουνάκι και την μαλακιά θαλασσί φούντα. Δεν είχε πονέσει και δεν είχε φοβηθεί, ποτέ δεν φοβόταν. Ούτε όταν του είπε πως αυτό που κάνει δεν πρέπει, γιατί το σπέρμα τελειώνει. Ποτέ δεν φοβόταν, απλώς την περίμενε να σταματήσει να μιλάει. Την περίμενε να τελειώσει.
Do you believe in magic?
Καθώς την περίμενε να τελειώσει μπήκε σε ενα μεγάλο γραφείο, κτηματομεσιτικό, κληρονομιά από θείο, με την πελατεία έτοιμη και στο κέντρο της Αθήνας. Η ροζ ρόμπα της μάνας του στις δόξες της. Πλυμμένη, φρεσκαρισμένη, να του εύχεται καλή σταδιοδρομία με τα δυο κοκκαλωμένα της χέρια μέσα από τα ροζ μανίκια.
Όταν πιάστηκε για τα καλά, άρχισε να μην πηγαίνει στο γραφείο, έκανε ένα σπίτι, έβαλε μπρος για εξοχικό, είπε μια χρονιά να παντρευτεί αλλά το ανέβαλε τελευταία στιγμή ˙ είχε πάντα δυο γκόμενες, μια για χύμα καταστάσεις και μία πιο στενοραμμένη που τον έβαζε σε τάξη. Και μετά άρχισε τα ταξίδια. Πρώτα Ευρώπη και μετά Αμερική και Άπω Ανατολή. Πουθενά δεν ένοιωσε φόβο, ούτε όταν τρύπησε το πέος του για να κρεμάσει σκουλαρίκι, ούτε όταν του΄παν πως η βελόνα ήταν μολυσμένη, ούτε όταν τον χτύπησαν με λοστό για να τον ληστέψουν αφηνοντάς του μια περίτεχνη ουλή στο φρύδι που απλώς τον έκανε πιο ελκυστικό στις γυναίκες, ούτε όταν εισήχθει με περίεργη λοίμωξη σε κέντρο υγείας ενός χωριού στη μέση του πουθενά κοντά στο Μπαγλαντές και δεν μιλούσε καν τη γλώσσα με το γιατρό που κρατούσε το λεπίδι.  Τίποτα δεν μπορούσε να του προξενήσει τον παραμικρό τρόμο.
Εκτός από σήμερα, εκτός από αυτό το μαχαίρι κουζίνας που βρήκε στο πατρικό του, σχεδόν σκουριασμένο, το μαχαίρι για τις ντομάτες, με τα λεπτά δοντάκια, που έχασκε λιγάκι η λαβή του από τη βάση και κάθε τόσο κοβότανε η μάνα του ενώ καθάριζε λαχανικά.
Μπορεί να φωνάξει. Η αδελφή του μένει δίπλα, ένας τοίχος, κούφιος, αν φωνάξει θα τον ακούσει. Εκείνοι όλα τα ακούγανε πάντα, ο,τι έλεγε η αδελφή του για τη μάνα τους που την μισούσε επειδή την έδενε χειροπόδαρα στην καρέκλα για να φάει. Υπερβολική η αδελφή του, απλώς την έδενε, δεν είχε δοκιμάσει ποτέ το υπόγειο η αδελφή του γιαυτό, είχε μαλακώσει η μάνα του όταν είχε την αδελφή του, είχε μείνει χήρα τότε. Ίσως αν είχε δοκιμάσει το υπόγειο να μην γκρίνιαζε τόσο πολύ, ίσως να΄χε γίνει σαν αυτόν. No fear.
Έτσι και τώρα ακούγονται όλα σαν να΄ταν τότε. Ακούγεται η λεπτή φωνή της αδελφής του να κανονίζει την κηδεία της μάνας τους. Μόλις χθες έφυγε η μανα του, η ρόμπα της κρέμεται ακόμα στο οφίς, μαζί με τα καπέλα του πατέρα και τα παπούτσια τους στη σειρά κάτω απ΄τον καθρέφτη.
Μπορεί να φωνάξει αλλά δεν θα το κάνει. Σκέφτεται: Για να φωνάξει κανείς πρέπει να φοβάται και εκείνος δεν φοβάται. Νόμισε πως θα φοβηθεί βλέποντας τους πίδακες του αίματος να εκσφενδονίζονται στους τοίχους, νόμιζε πως θα τρομάξει αφήνοντας τα μπούτια του να γλιστρήσουν στο πηχτό αίμα στα πλακάκια, η τελευταία του λύση είναι να σκεφτεί πως έχει λερώσει τα πατάκια της μάνας. Αλλά ούτε αυτό το φοβάται πια. Δεν θα φωνάξει. Έμαθε να μην φοβάται ποτέ.

Γ.Α