Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Kόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό

του Νίκου Ξένιου



Στην εξοχή ο ύπνος είναι βαρύς. Εκείνο το βράδυ όμως είδα εφιάλτη. Περπατώντας με τα πολλά του ποδαράκια ήλθε ο ήρωας της Μεταμόρφωσης του Κάφκα στον ύπνο μου και με τη δική του φωνή μούδωσε να καταλάβω. Όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός, μού είπε, είναι προέκταση του χεριού. Του χεριού και όχι του ποδιού. Ήξερα πως είναι εφιάλτης, αλλά με μιαν αντίληψη, σαν να είχα πάρει ναρκωτικά. Ίσως το γεύμα που ο Γκριγκόρι Σάμσα ζητούσε να του παραθέσω νάταν αρκετό για να με αλυσοδέσουν, κι ας τον είχα απομονώσει σ’ένα σταύλο της Ιωλκού, έξω από το Βόλο. Το χέρι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, καθορίζει την κατασκευή των εργαλείων του, το ποιόν της διατροφής του, συνέχισε να λέει ο Γκριγκόρι σπώντας θραύσματα τις λέξεις. Κι έχανε τη στερεότητά της η φράση σαν παξιμάδι μουλιασμένο, υγραινόταν το σιχαμένο αυτό ηχείο ανατριχιάζοντας ταυτόχρονα σύσσωμο κι αποκαλύπτοντας τον εσωτερικό κοιλιακό του χώρο, τόσο τρωτό και συνάμα τόσο μυώδη.
Ο τσέχος σκαθαροζούμης με κοιτούσε με απέχθεια. Μέσα από τους απερίγραπτους βόθρους και τα κανάλια των πόλεων είχε περάσει στα αστικά σαλόνια της λογοτεχνίας και μετά είχε ξαναγυρίσει στο φυσικό του περιβάλλον. Προσκρούοντας, ένα αιώνα τώρα, σε αιχμηρά αντικείμενα έχανε κομμάτια του κριτσανιστού του κορμιού από δω κι από κει. Σίχαμα! Όμως θεραπευόταν κάθε πληγή του με μια ταχύτητα πρωτοφανή. Το τι έτρωγε να μην το θίξω καλύτερα. Οι γαστριμαργικές μου συνήθειες των τελευταίων εκατό χρόνων...προσπαθούσε να μου πει, αλλά εγώ δεν τον άφηνα, γιατί όπως και να το κάνουμε είχα συνηθίσει το πρωϊνό μου να είναι απολαυστικό, να τέρπει τον ουρανίσκο, κι αυτός ήταν τόσο, τόσο...πώς να το πω;
Για όσην ώρα τον κρατούσα εκεί απέναντί μου, ούτε δευτερόλεπτο δεν μου πέρασε η ιδέα πως πρόκειται για ήρωα του Μπάροουζ ή του Κάφκα. Και τι να λέμε τώρα, ποιος δεν τάχει σκεφτεί αυτά, ουδεμία σχέση με το είδος του, που ως γνωστόν επιβιώνει στις πιο αντίξοες συνθήκες. Δεν είχα φροντίσει, όπως θάκανε κάθε καλός οικοδεσπότης, να προμηθευτώ τα κατάλληλα για την περίπτωσή του εδέσματα. Μέσα σε μισή ώρα μου είχε παραθέσει ένα κατάλογο τέτοιων εδεσμάτων, γιατί όσο θα καταβρόχθιζα βουλιμικά το δικό μου πρόγευμα αυτός δεν θα ζήλευε ούτε θα πεινούσε. Θα πρέπει νάτρωγε μόνο χόρτα, άν είναι δυνατόν. Έπαιζε βιολί με μια κεραία του πάνω στις διάφανες καφετιές φτερούγες του και τραγουδούσε: «La cucaracha, la cucaracha…» Η λογική του εφιάλτη. Πρασινάδες και πράσινα άλογα. Και χόρτα. Εκτός ορίων πολιτισμού.

Πώς άντεξα τις διηγήσεις του για την Πράγα στην εποχή της αποθέωσης της γραφειοκρατίας, διαδηλώσεις, χέρια με κλόμπς, και να λέει οι ολοκληρωτικές κυβερνήσεις είχαν προβλέψει για μας. Μόνο τα κλίματα των περιοχών όπου έστελναν τους πολιτικούς εξορίστους δεν μας ευνοούσαν. Τον κοιτούσα με βδελυγμία αλλ’ αυτό κατά περίεργο τρόπο δεν τον προσέβαλλε, όπως δεν τον προσέβαλλε η αντίδραση της ίδιας του της μάνας τότε. Πιάνοντας τη σκέψη μου σχολίασε Τι ξέρουν οι επαρχιώτες από υγρασία; Άλλο να μου το λέει και άλλο να το βλέπω το κλίμα σ’αυτή τη σκοτεινή πολιτεία, τριάντα χρόνια αργότερα στο υπέδαφος του Βερολίνου και στο δίκτυο υπονόμων του Παρισιού κι έπειτα εδώ κάτω, στη Μεσόγειο. Μα εγώ είχα κολλήσει στην απορία πώς της βάσταξε της μάνας του να του φερθεί έτσι. Παιδί της ήσουν στο κάτω κάτω!
Ξάφνου έστρεψε όλο το κορμί του του αστακού κινώντας ταυτόχρονα όλα τα ποδαράκια προς τα πίσω και τεντώνοντας τις κεραίες του. Με κοίταξε πλάγια Ό,τι πετάξεις πέταξες, κι έκανε στο χώρο τον ήχο που κάνει ένα πουλί μέσα σε στενόχωρο κλουβί που φοβάται μην πιαστούν τα νύχια του και κρεμαστεί στα κάγκελα, έπειτα κατρακύλησε με εκπληκτική ταχύτητα στην οροφή κι άρχισε από ψηλά να πλέκει εγκώμια για τους οχετούς και τις σωληνώσεις. Το μικρό δωμάτιο που χρησίμευε σαν σταύλος αντήχησε από τα λόγια του όπως μου τα εκσφενδόνιζε από ψηλά, κοιτώντας με ανάποδα: Ό,τι πετάξεις πέταξες πετάνε τα πιο σημαντικά! βιβλία κι εφημερίδες με πρωτοσέλιδα το κόκκινο μελάνι το πετάνε το κόκκινο. Το κόκκινο! στρίγκλισε φουρφουρίζοντας τις προτιμήσεις του, ενώ στριμωχνόταν και χωρούσε το καφετί ελαστικό κορμί στη χαραμάδα πάνω από τον εξαεριστήρα και πάει, έγινε άφαντος.

Ξυπνώντας από τον εφιάλτη με το αρθρόποδο της κεντρικής Ευρώπης σκέφτηκα: -Δεν είναι θέμα ύπαρξης ή μη πολιτισμού. Ούτε τίνος πολιτισμού. Τέλος, δεν αφορά κάν τη σύγκρουση Φύσης και Πολιτισμού!
Όπως σηκωνόμουν, κουτούλησα κατά λάθος στην πόρτα της παλιάς ντουλάπας με τον καθρέφτη, που ήταν παρατημένη μισάνοιχτη. Φοβόμουν ν’ αντικρύσω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Όπως έγερνε κι έκλεινε η πόρτα προς στιγμήν ανακουφίστηκα γιατί είδα το μούσι μου, τα χείλη μου και το δεξί μου μάτι. Απαράλλακτα. Πήγα να συνέλθω να σκεφτώ Ευτυχώς , αλλά όχι. Δεν πρόλαβε να γείρει κι άλλο το φύλλο της ντουλάπας και με οδύνη
(Πώς η μνήμη μου σβύστηκε γαμώτο μες στον ύπνο!)
με οδύνη αντίκρυσα τη χαίτη, άκουσα το ποδοβολητό και όπως έκλεινε η ντουλάπα καθρεφτίστηκε η αλογίσια μου ουρά να κυματίζει σφηνωμένη στα τεράστια καπούλια μου,είδα και το χλωρό σανό πεταμένο στο δάπεδο, Θεέ μου , χλιμίντρισα και θυμήθηκα

Από την εποχή που οι αστικοί μύθοι δεν επαρκούν πια

είμαι και πάλι Κένταυρος.


(Όταν πρωτόγραψα αυτή την ιστορία την προόριζα για άσκηση λόγου: το ζήτημα ήταν να ξεκινήσει κανείς από τη ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ του Κάφκα και να γράψει κάτι παραπέρα. Το θέμα και το ύφος του κειμένου ξένισαν την ομάδα. Ανεξάρτητα από το βαθμό κατανόησης ή τη συναισθηματική μέθεξη στα τεκταινόμενα, όλοι είχαν την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα κείμενο αντιπροσωπευτικό του στυλ μου. Προσωπικά θεωρώ ότι εκφράζει απλώς ένα συμβολικό στυλ που κατά καιρούς υιοθετώ. Επίσης, το θεωρώ δύσκολο κείμενο. Με λίγα λόγια, δεν θα το πρότεινα στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Όλα αυτά όμως δεν είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι συνιστούν αρετές για τη συγγραφή ενός διηγήματος. Ωστόσο, το αγαπώ αυτό το κείμενο, γι' αυτό και το έβαλα πρώτο στη συλλογή διηγημάτων μου "Το Άχτι", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Φαρφουλάς".)

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Η μέρα της νοικοκυράς

Σήμερα το πρωί δεν ένιωθε καλά. Κάθε πρωί τώρα τελευταία ξύπναγε με κάποια αδιαθεσία, κάτι σα βαρυστομαχιά, σαν αναγούλα, αλλά εμετό δεν έκανε. Μέχρι σήμερα, γιατί σήμερα το πρωί και ενώ ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει , ξέρασε όλο του το πρωινό στο πάτωμα.
Σηκώθηκε σχεδόν τρέμοντας και σκέφθηκε την πιθανότητα να ‘ναι έγκυος. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει μια απερίγραπτη ευτυχία, ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να κάνει στην αγαπημένη του Ματίλντα.
Είχαν παντρευτεί έναν όμορφο ανθισμένο Απρίλη σ’ ένα ερημοκκλήσι στην Αμοργό. Οι δικοί του δεν την ήθελαν τη Ματίλντα γιατί ήταν φτωχιά, τον είχαν αποκληρώσει κι είχε να τους δει δυο χρόνια, αλλά η γυναίκα του ήταν εργατική και τίμια κι εκείνος την αγαπούσε και δεν του έλειπε καθόλου το πλουσιόσπιτο του κι ας ζούσε σ’ ένα διαμερισματάκι στην Κυψέλη ανάμεσα σε Πολωνούς και μαύρους γείτονες. Ήταν ευτυχισμένος δίπλα της, δεν τον πήρε για τα λεφτά του, αδιαφορούσε για την τεράστια προίκα του, απλά ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον και τώρα, για φαντάσου, είχε στα σπλάχνα του το παιδί της.
Μα ας μην βιάζεται να χαρεί, έπρεπε πρώτα απ’ όλα να βεβαιωθεί. Έπρεπε να κάνει όσο γινόταν πιο γρήγορα το τεστ κοπράνων. Είχε βέβαια εδώ και κάμποσες μέρες μια καθυστέρηση στην αφόδευση αλλά δεν ήταν και σίγουρος ότι αυτό σήμαινε εγκυμοσύνη, μπορεί να ήταν από το άγχος. Ήθελε τόσο πολύ ένα παιδί.
Σε λιγότερο από μισή ώρα βρισκόταν στο μικροβιολογικό εργαστήριο με ένα ελάχιστο δείγμα πρωκτικού υγρού που κατάφερε να αποσπάσει και το παρέδιδε στον μουτρωμένο υπάλληλο. Σε δυο ώρες το πολύ θα ήξερε.
Μέχρι τότε είχε δουλειές με φούντες, έπρεπε να ετοιμάσει ένα δείπνο αντάξιο της περίστασης, περιμένοντας τη Ματίλντα από την οικοδομή. Θα της ετοίμαζε μουσακά που τον λάτρευε, ίσως και τούρτα, είχε φυλαγμένα λίγα χρήματα απ’ αυτά που του έδινε κάθε μέρα για το φαί, εκείνη έκανε και υπερωρίες για να μην του λείψει τίποτα και φυσικά ούτε ν’ ακούσει για να βγει να δουλέψει κι αυτός να βοηθήσει την κατάσταση.
Ο άντρας μου δε θέλω να δουλεύει, να βγαίνει από το σπίτι και να του βάζει χέρι η μια και η άλλη. Εγώ τη δουλειά δεν τη φοβάμαι, μπορώ να σε ζήσω, βασιλιά θα σ’ έχω.
Και πράγματι δεν είχε κανένα παράπονο και τώρα όλα θα της τα ανταπέδιδε μ’ ένα παιδάκι.
Τη φανταζόταν να κάθεται απέναντί του με το λαμπερό της χαμόγελο και το θεληματικό της πηγούνι και να τον κοιτά απορημένη.
Πες μου λοιπόν ποια είναι η έκπληξη που μού ‘λεγες;
Όχι, μετά το γλυκό
Ωωω, θα με σκάσεις...
Θα τη βασάνιζε πολύ πριν της το πει, άλλωστε τα νάζια του ήταν πάντα το δυνατό του σημείο, πάντα μ’ αυτά την κατάφερνε να κάνουν τελικά αυτό που ήθελε εκείνος.
Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν και λίγο, μήπως τα οικονομικά τους δεν το επέτρεπαν, μήπως είχε άλλα σχέδια εκείνη στο μυαλό της, κι αν ήθελε πρώτα να πάρουν εκείνο το αυτοκίνητο που ονειρευόταν και το κοιτούσε συνεχώς στα περιοδικά;
Έδιωξε αμέσως τις κακές σκέψεις απ’ το μυαλό του, φυσικά και θα το χαιρόταν, θα τον φιλούσε, θα τον άρπαζε στα δυνατά της μπράτσα και θα τον πήγαινε αγκαλιά στο κρεβάτι τους, έκανε άραγε ή δεν έπρεπε λόγω του μωρού;
Το τηλέφωνο, ναι ήταν το τηλέφωνο, τώρα επιτέλους θα σιγουρευτεί. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, το χέρι έτρεμε αλλά η χαρά του δεν περιγράφεται, όταν άκουσε ότι ναι, ήταν τελικά θετικό, περίμενε μωρό, το μωρό της αγαπημένης του Ματίλντας.
Ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος, ήθελε να φωνάξει, να το πει στον κόσμο όλο, ήταν τόσο περήφανος. Ανυπομονούσε να έρθει το απόγευμα να γυρίσει η Ματίλντα. Θα ήταν φυσικά η πρώτη που θα το μάθαινε. Ή όχι;
Ένας άνθρωπος του ήρθε αμέσως στο μυαλό, ο μόνος που θα καταλάβαινε την ευτυχία αλλά και την αγωνία που τον έτρωγε τούτη την άγια στιγμή που θα τη θυμόταν για πάντα στη ζωή του και θα την διηγιόταν και στο γιο του, γιατί δεν το συζητούσε γιο θα έκανε. Ο μόνος άνθρωπος που ήξερε τι θα πει να κουβαλάς μια ζωή στα σπλάχνα σου, μια ζωή που είναι η ένωση η δικιά σου με την καλή σου. Πόσο αυτό αλλάζει και καθορίζει τη ζωή σου. Σχημάτισε αμέσως, σχεδόν τρέμοντας, έναν αριθμό στο τηλέφωνο.
Πατέρα, εγώ είμαι...

Όταν ο Σοφοκλής έφερε το διήγημα αυτό στην ομάδα η βασικότερη αντίρρηση ήταν ότι είναι επιφανειακό κι εξυπνακίστικο. Εκείνος πάντως πιστεύει πως αξίζει τον κόπο να δει κανείς, ότι το να φέρνεις παιδιά στον κόσμο γεννώντας τα, αναγκαστικά καθορίζει σε πολλά σημεία και την κοινωνική σου συμπεριφορά. Όλα λοιπόν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Δύο γυναίκες

Το σύντομο διήγημα «Δύο γυναίκες» της Αγγελικής γράφτηκε στις 24-25 Φεβρουαρίου του 2011. Συζητήθηκε από την ομάδα στη συνάντηση της 23ης Μαρτίου 2011 στο σπίτι του Μάνου.

Η Αγγελική εμπνέεται κατά κύριο λόγο από καθημερινά, συνήθως πραγματικά, γεγονότα που συμβαίνουν σε γνωστούς της ή και στην ίδια. Η πάλι μεταφέρει στο χαρτί τον ταραχώδη κόσμο της με αλληγορίες. Η Αγγελική πρέπει να έχει ολοκληρωμένη μια ιστορία στο κεφάλι της προτού καθίσει να την καταγράψει, αδυνατεί να σκέφτεται και να γράφει ταυτόχρονα (αυτό γινόταν παλαιότερα, αλλά όχι πια). Γι αυτό και καθυστερεί αρκετά να καταθέτει κείμενα στην ομάδα, περιμένοντας τις ιστορίες να ωριμάζουν στο μυαλό της, τους χαρακτήρες να μορφοποιούνται, να παίρνουν όλα την οριστική τους εξέλιξη. Όταν αυτό γίνει, γράφει την ιστορία σαν αυτόματο, την ανεβάζει στο μπλογκ της και τη θεωρεί λήξασα. Πολύ σπάνια επανέρχεται για διορθώσεις ή πράγματα που της ξέφυγαν, αυτή την αρετή της αυτοβελτίωσης κατάφερε να της μεταδώσει η ομάδα.

Στη συνάντηση, έλαβε το λόγο ο Σοφοκλής που της είπε ότι το διήγημα είναι «σαν καλοραμμένο φόρεμα, του οποίου όμως φαίνονται οι ραφές». Είναι ένα στρωτό διήγημα με αρχή, μέση και τέλος, συμβατική σύνταξη, δηλωτικό ή σχεδόν, πιθανόν απλοϊκό. Παρατήρησε κάποιες πολυλογίες, οι οποίες είχαν ήδη αφαιρεθεί από τη γράφουσα, βασιζόμενη σε προηγούμενο mail του, κάποια περιττά δηλωτικά («σαν ελληνική ταινία του εξήντα»), που η γράφουσα διατήρησε γιατί της άρεσαν. Ο Νίκος θεώρησε το διήγημα αριστουργηματικό, λιτό, λακωνικό και πικρό, του Μάνου (πέρα από την παρατήρησή του ότι η ηρωίδα θα πάθει χοληστερίνη από τα πολλά αυγά που τρώει) του φάνηκε ενδιαφέρουσα αυτή η μελέτη της «ασφάλειας» που ο άνθρωπος πάντα θέλει και δε θέλει. Η Αγγελική φάνηκε λίγο προβληματισμένη στο τέλος για την πίκρα που βγάζουν τα έργα της, αλλά δε γνωρίζει κατά πόσο είναι σε θέση να το διαχειριστεί αυτό συνειδητά. Ωστόσο οι «δύο γυναίκες» παραμένουν το μέχρι σήμερα αγαπημένο της διήγημα.

Η ευκαιρία της είχε παρουσιαστεί με τα μανταλάκια. Δεν το έκανε επίτηδες. Έσκυβε στο μπαλκόνι της να μαζέψει τα απλωμένα, την έπιανε ζαλάδα, της έπεφταν ένα δυο μανταλάκια απ΄τα χέρια, προσγειώνονταν στο μπαλκόνι της νοικάρισσας του ισογείου.

Ήταν τότε, μετά την αποβολή της, που ένιωθε πως πάταγε και δεν πάταγε στη γη. Που καμιά φορά έχανε τον κόσμο. Δεν πειράζει, της έλεγαν γνωστοί και φίλοι, έχετε όλον τον καιρό μπροστά σας, μα ούτε χρόνο παντρεμένοι δεν κλείσατε καλά καλά. Εκείνος την είχε προσέξει πολύ, της είχε σταθεί. Του ήταν ευγνώμων.

Όταν ήρθαν οι ένοικοι του ισογείου, μια κοπέλα και ο φίλος της, ήταν ακόμα στο νοσοκομείο. Της το είπε η μητέρα της όταν γύρισε σπίτι. Η μητέρα της ήταν η ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας, νοίκιαζε τρία διαμερίσματα. Πρωτοείδε την καινούργια ενοικιάστρια κανα μήνα αργότερα, καθώς περίμενε το ασανσέρ. Αλληλοσυστήθηκαν. Χάρηκαν στη διαπίστωση ότι ήταν συνάδελφοι, καθηγήτριες αγγλικών. Αν και σίγουρα το ήξεραν και οι δύο από πριν, η μητέρα της δεν ήταν διόλου φειδωλή στα λόγια όσο αφορούσε στα οικογενειακά κατορθώματα. Ευχήθηκε στην κοπέλα καλή διαμονή. Κι εκείνη τη ρώτησε «Μήπως χάνεις τίποτα μανταλάκια τελευταία; Έχω κάνει συλλογή». Ναι, φυσικά, χαχα. Αδέξια, όχι αστεία. Μήπως ήθελε να πάει μισό λεπτό μέσα να της τα φέρει; Όχι, καλέ, μην τη βάζει τώρα σε κόπο. «Αφησέ τα στη σκάλα, αύριο, μεθαύριο, και θα τα πάρω».

Την ώρα που ανέβαινε στον όροφό της, αναρωτήθηκε γιατί δεν περίμενε την κοπέλα να της δώσει τα μανταλάκια επί τόπου. Γιατί την έπιασε ξαφνικά ταχυκαρδία, εκεί στο ξένο κατώφλι, τόσο που δεν μπορούσε να περιμένει ένα λεπτό.

Είχε γυρίσει για τα καλά στην καθημερινότητά της. Τα πρωινά κοιμόταν μέχρι αργά. Η μητέρα της, που έμενε στον αποκάτω όροφο, εννοούσε να την αντιμετωπίζει σαν ανήμπορη. Της μιλούσε γλυκά, της μαγείρευε, της καθάριζε το σπίτι. Στην αρχή η κόρη είχε δυσανασχετήσει, αλλά τελικά αφέθηκε στην φροντίδα της. Τα απογεύματα πήγαινε στο φροντιστήριο να κάνει σε παιδάκια αγγλικά. Της έκανε καλό να βλέπει παιδιά, παρά τους αρχικούς της φόβους. Κατά περίεργο τρόπο βοηθούσαν να κλείσει η πληγή πιο εύκολα.

Τα βράδια πήγαιναν με τον σύζυγό της βόλτα στη μαρίνα. Έτρωγαν καμία κρέπα ή χοτ ντογκ και συζητούσαν. Κατά τις έντεκα γυρνούσαν σπίτι. Περίμεναν το ασανσέρ μπροστά από την πόρτα των ενοίκων του ισογείου. Μια βραδιά άκουσαν από μέσα να σπάει κάτι βαρύ. Και μετά σιγή. «Μάλλον έσπασαν την τηλεόραση», είπε ο άντρας της και κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Δε ήταν η πρώτη φορά που άκουγε κάτι τέτοιο.

Τα μανταλάκια συνέχισαν να της πέφτουν από τα χέρια. Όμως δεν τα ξαναβρήκε αφημένα στη σκάλα για να τα πάρει. Δοκίμασε την τύχη της αφήνοντας να της πέσουν πετσετάκια κουζίνας και, μετά από έναν εύλογο δισταγμό, ένα δαντελένιο κυλοτάκι. Τα βρήκε όλα πλυμένα και σιδερωμένα σε μια σακούλα στα χέρια της μητέρας της «μου τα έφερε η νοικάρισσα του ισογείου, χθες που ήρθε για τα κοινόχρηστα, μα καλά, γιατί δε μου λες να σου μαζεύω εγώ την μπουγάδα, αν δεν αισθάνεσαι καλά;»

Είναι μερικές ευκαιρίες στη ζωή που απλώς τις χάνεις.

Συνέχισε να ξυπνάει αργά. Να βρίσκει το πρωινομεσημεριανό της έτοιμο. Αυγά ποσέ. Ομελέτα στραπατσάδα. Φέτες ψωμί με ταχινόμελο. Συνέχισε να πηγαίνει στο φροντιστήριο στις πέντε. Η ιδιοκτήτρια την έπιανε ιδιαιτέρως και της έλεγε ότι η αμοιβή της θα καθυστερούσε λίγο ακόμα γιατί οι-γονείς-δεν-εχουν-να-πληρώσουν-με-αυτή-την-κρίση-κι-εγώ-δεν-μπορώ-να-πιέζω-συνοικιακό-φροντιστήριο-είμαστε. Εκείνη έλεγε «τέλος πάντων». Τα παιδιά της έσπαγαν τα νεύρα. Στα διαλείμματα έπιανε κουβέντα με τη γαλλικού που ήταν η καλύτερή της φίλη. Καμιά φορά πήγαιναν για σουβλάκι μετά το μάθημα. Έπαιρνε τον σύζυγό της στο κινητό και τον ειδοποιούσε, για να ξέρει πως είναι με τη φίλη της και πως θα αργήσει.

Όταν περίμενε το ασανσέρ μπροστά από την εξώπορτα των ενοίκων του ισογείου, άκουγε από μέσα κούφια χτυπήματα, έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας της τασάκια και παντόφλες να εκσφενδονίζονται στον τοίχο, συνοδεία κραυγών «στο διάολο μαλάκα σε σιχάθηκα», «άει γαμήσου καριόλα», «να πας να γαμηθείς εσύ». Την ώρα που ο θάλαμος την ανέβαζε ασφαλή στον όροφό της, άκουγε την εξώπορτα στο ισόγειο να κλείνει με κρότο, προφανώς ο άντρας έβγαινε έξω για να ηρεμήσει ή να πικάρει τη φιλενάδα του, όπως θέλουν να σκέφτονται οι γυναίκες, και εκείνη, πάντα ασφαλής, έτοιμη να μπει στο διαμέρισμά της, ένιωθε τα θεμέλια της πολυκατοικίας να τρέμουν, όπως το ηφαίστειο που είναι έτοιμο να ξεράσει λάβα, η άλλη στο ισόγειο έκλαιγε με λυγμούς και οι λυγμοί της προκαλούσαν σεισμικές δονήσεις. «Αυτοί εκεί κάτω μια μέρα θα σκοτωθούν» έλεγε στον άντρα της, όταν ξάπλωναν στο κρεβάτι τους, «σιγά μη σκοτωθούν, τώρα που ερχόμουν τους άκουγα να το κάνουν, ακόμα κι όταν βγάζουν τα μάτια τους πρέπει να το ξέρει όλη η πολυκατοικία». Εκείνη χαμογελούσε, όπως χαμογελούσε στα παιδιά όταν έκαναν κάποια αταξία. Και χωνόταν στην αγκαλιά του άντρα της για να την πάρει ο ύπνος.

Υπνος-πρωινομεσημεριανό-φροντιστήριο-βόλτα-σουβλάκι-κρέπα-χοτ-ντογκ-οι-τσακωμοί-των-κάτω-ύπνος. Και όνειρα που βούλιαζαν σε κάτι υγρό και κολλώδες και ζωντανό, τόσο ζωντανό, που, μα την αλήθεια, πιο ζωντανά έκανε τα όνειρά της απ’ την πραγματικότητα.

Μια μέρα, συνάντησε τη νοικάρισσα του ισογείου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Είχαν περάσει μήνες, η άλλη είχε βαρύνει, είχε στρουμπουλέψει. «Ξέρεις», της είπε η νοικάρισσα κάπως μαγκωμένα, «δε θα μείνουμε για πολύ καιρό ακόμα στην πολυκατοικία. Είμαι έγκυος και θα χρειαστώ βοήθεια με το μωρό. Θα μετακομίσουμε αλλού, κάπου πιο κοντά στη μητέρα μου. Είμαστε λίγους μήνες εδώ, το ξέρω, ήταν όμως απρόοπτο». Μα τι λέτε τώρα. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ ευχάριστα. Θα λυπηθούμε βέβαια που θα φύγετε, αλλά πάνω απ΄όλα το μωρό.

Μια Κυριακή του Σεπτέμβρη οι ένοικοι του ισογείου έφυγαν. Είχαν έρθει οι μεταφορείς, τους έβγαζαν τα πράγματα από το παράθυρο, η μητέρα της γκρίνιαζε, ωραία πράγματα, να ρχονται και να φευγουν οι ένοικοι πατ κιουτ, και ποιος ξέρει τι ζημιές να κάνανε εκεί μέσα, κι όμως στην αρχή της είχαν γεμίσει το μάτι, πώς γελάστηκε έτσι αυτή. Τους έβλεπε στα σκαλιά να φεύγουν κι ακουγόταν από το πίσω τετράγωνο μια λατέρνα, σα να ‘ταν ελληνική ταινία του εξήντα, ο άντρας κρατούσε την κοπέλα από τον ώμο προστατευτικά, θα την παντρευόταν, θα κάνανε το μωράκι τους, θα βρίσκανε τον τρόπο να μονοιάσουν.

Περίμενε λιγάκι. Έπειτα κατέβηκε κάτω να ανοίξει το σπίτι, να αεριστεί, είχε ζητήσει απ΄τη μάνα της τα κλειδιά. Προς μεγάλη της απογοήτευση, ήταν απλά ένα άδειο σπίτι. Κανένα σημάδι ότι μέχρι πριν λίγες ώρες έμεναν άνθρωποι εκεί. Κανένα σημάδι στους τοίχους, χτυπούσαν με τον τρόπο τον μπάτσων, χωρίς να αφήνουν πληγές. Στο υπνοδωμάτιο στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Έμεινε να τον κοιτάζει ώρα πολλή.

Και μετά άνοιξε επιτέλους τα παράθυρα διάπλατα. Έπρεπε οπωσδήποτε κάποια πράγματα να γίνουν μέχρι το επόμενο «ενοικιάζεται». Η λατέρνα ακουγόταν ακόμη.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

To ασανσέρ

Το ασανσέρ πρωτογράφτηκε σαν άσκηση γραφής. Κοινοποιήθηκε στην Λέσχη τον Ιανουάριο του 2011 στο φιλόξενο και γεμάτο εδέσματα σπίτι της Κατερίνας.
Γιούλη Αναστασοπούλου


Του είπε πως θα ξαναγυρίσει αλλά αντί γιαυτό βρέθηκε να γύριζει το κλειδί στο σπίτι το δικό της. Έκανε εμετό- έβαλε δάχτυλο όπως της είχε πει η Νίκη για να φύγει η χολή - πήρε τηλέφωνο την Ελένη να της πει πως θα πάει καράτε και έβαλε τη φόρμα της. Έφαγε δυο μεγάλες φέτες ψωμί με μερέντα, έβαλε μάσκαρα και λιπ-γκλος και τον είδε πίσω της να την περιγελά που βαφόταν για να παει στο γυμναστήριο. Τον έδιωξε μόλις έπλυνε το πρόσωπο της˙ μετά ήπιε το ροζ χάπι για τους ιλλίγους και ξεκίνησε. Έδωσε κλωτσιές, έφαγε μπουνιές, γύρισε σπίτι και ήπιε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί. Εφτά παρά τέταρτο ξύπνησε για να πάει στην τράπεζα˙ τα τελευταία δέκα χρόνια το ίδιο δρομολόγιο, σήμερα είχε θέατρο, καλή παράσταση, η Ελένη την έπρηζε να πάει, είχε και τη συνάντηση με τους παλιούς συμμαθητές, αν δεν πήγαινε θέατρο ήταν και αυτό κάτι για να γεμίσει τη μέρα και μετά να πέσει ξερή για να σηκωθεί το πρωί. Σχεδόν ξέχασε πως θα πέρναγε από πειθαρχικό σήμερα, είχε ετοιμάσει ολόκληρη επιστολή και την άφησε σπίτι, πόσο χαζή μπορεί να ήταν; Όταν ονειροβατούσε ήτανε πολύ άχρηστη σκέφτηκε, είχε προσέξει και το τελευταίο κόμμα, έτοιμη, κατευθείαν για το γραφείο Προσωπικού, η απολογία της: γιατί αργεί συστηματικά ένα τέταρτο το πρωί, οι συνάδελφοί της ήταν μαλάκες που έρχονταν στην ώρα τους; αυτό καλούνταν να απαντήσει, κάθε μέρα η κυρία Καλλίρη αργεί ένα τέταρτο, κάθε μέρα. Γιατί; Γιατί έχει ψυχολογικά θέματα, υπάρχει κάποιο χαρτί γιατρού; Όχι υπάρχουν τα θέματα μόνο.
Και; Και..αποπομπή η μετάθεση δυσμενής, αυτό. Κανένα πρόβλημα, όσο γίνεται πιο μακριά απο αυτόν , να ξεχάσει, να ξεχάσει τη μυρωδιά της αρρώστιας πάνω της και πάνω του, τα γέρικα κύτταρα, μικρό κοριτσάκι και να αφήνεις να σε καβαλάει ο παλιόγερος˙ αυτός που αγαπάς παλιόγερος, όχι Πέτρος ή Στάθης, οι μεγάλοι δεν έχουν ταυτότητα, την σβήνει ο χρόνος, μπαίνουν όλοι στο ίδιο κλαμπ για οικονομία.
Να γυρίσει, προλαβαίνει; Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, ταλαιπωρία, μετά καπάκι μάθημα ιδιαίτερο με τον Μανώλη, να θυμηθεί τα phrasal verbs και να πει στη μάνα του να την πληρώσει. Στο chat χθες μπήκε ένας παντρεμένος, τον λέγανε λυκάνθρωπο, πνίγηκε στα γέλια, την κάλεσε για τηλεφωνικό σεξ, λίγο πριν τελειώσει πήρε και έβαλε στον κόλπο της ένα ταμπόν και το τράβαγε από το κορδονάκι, δεν κατάλαβε τιποτα, ξενέρωσε.
Πριν φτάσει στην τράπεζα κάλεσε στο κινητό του, πάλι τον βρήκε να γκρινιάζει, η μάνα του είχε χάσει τα pampers της και είχε αναστατώσει όλο το σπίτι, δεν είχε πάλι λεφτά, δεν πήρε το ταξί πόναγε η καρδιά του και ήταν ρέστος, του το΄πε στεγνά, προχθές ψωνίστηκε με Αλβανό, τον Χάκι, κάνει προσπάθειες να τον τελειώσει μέσα της τελειώνοντας με άλλους, έτσι του είπε ακριβώς, την είπε καριόλα, πουτάνα και το ‘κλεισε. Έκατσε στο γραφείο της, στην πρώτη γουλιά καφέ αποφάσισε να γυρίσει πίσω, δεν ήθελε παιδί τελικά ένα καπρίτσιο ήταν, δεν θέλει κλαμπάκια και καφέδες όλη την ώρα, θέλει μια αγκαλιά, την αγκαλιά του, τέλος, να το παραδεχτεί να τελειώνουν. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για τα πολλά.
Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, οι φωνές φτάνουν μέχρι το τέλος του διαδρόμου, φτιάχνουν και τα ασανσέρ, όλη μέρα χωρίς ασανσέρ, πάνω-κάτω, να πάρει τις σκάλες. Το εσωτερικό παράθυρο είναι ανοιχτό, εκεί περνάει το ασανσέρ-κακό παράθυρο πρέπει να κλείσει μπορεί κάποιος να χτυπήσει, ποιός το άφησε ξεκλείδωτο; Οι μάστορες. Κακό αυτό κακό, σκέφτεται όπως τα νήπια, της αρέσει, νιώθει μια κάποια ανεμελιά, θυμάται την μπλε ποδιά της και καραμέλες κόκκινες που καίνε.
Πάει κοντά στο παράθυρο και σκύβει στο ανοιγμά του˙ ξέρει τί κατεβαίνει, το ακούει απλά θα βάλει το κεφάλι της κάνοντας πως θέλει να κοιτάξει στο φωταγωγό και δεν θα πάει ούτε μπρος ούτε πίσω...

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

τι Θεός και μ...

του Νίκου Ξένιου




Θράσος: Σοβαρά τα πιστεύεις αυτά;
Λέων: Ναι
Θράσος: Πως υπάρχει κάτι παραπέρα; Σε θεούς και μαλακίες;
Λέων: Κάτι τέτοιο!
Θράσος: Μαλακίες
Λέων: Και πώς έγιναν όλα αυτά;(δείχνει το Σύμπαν)
Θράσος: Σκατά είναι όλα
Λέων: Σκατά είναι…Αλλά πώς έγιναν;
Θράσος (γελώντας): Πώς έγιναν σκατά; Ρωτάς εσύ;Ο αναρχικός;
Λέων: Μίλα σοβαρά!Πώς φτιάχτηκαν λέμε
Θράσος: Πού να ξέρω εγώ πώς φτιάχτηκαν;
Λέων: Επειδή ρωτάς αν πιστεύω
Θράσος: Εγώ δεν πιστεύω
Λέων: Ούτε εγώ σε παπάδες κι εκκλησίες ..Αλλά Θεός...
Θράσος: Τι θεός...Δεν παίζει!
Λέων: Και ποιος τάφτιαξε όλα αυτά;
Θράσος: Η Φύση
Λέων: Ε ...πες οτι η «φύση» είναι ο θεός. Δεν θα κολλήσουμε στο όνομα
Θράσος: Μα τι λες...Πας καλά;Θεός θεός πώς το λένε θεός με άσπρα γένια και ράσα και νάναι εκεί πάνω δεν παίζει !!!Πώς το λένε; ( Ο Λέων σωπαίνει)
Θράσος: Και αν υπάρχει δεν ασχολείται κατάλαβες;
Λέων: Κάνεις λάθος!
Θράσος: Αν ασχολιόταν δεν θα...(ξαφνική σιωπή και παγωμάρα)
Λέων: Δεν θα...τι;
Θράσος: Δεν θα ήμασταν λάσπη
Λέων: Λάσπη;
Θράσος: Ναι ρε συ, λάσπη! Είδες το σώμα σου πώς είναι;
Λέων (κοιτά το γυμνό σώμα του): Τι έχει το σώμα μου;
Θράσος:Και το δικό μου। Είδες τα σώματα πώς είναι;
Λέων: Τι έχουν;
Θράσος: Είναι λάσπη. Μόνο λάσπη! (παύση) Δεν ασχολείται! Τέρμα!
Λέων: Δεν σε πιάνω!
Θράσος: Άστο ξέχνα το…



(Από το θεατρικό έργο "ΚΑΠΟΥ ΤΟ'ΧΩ ΞΑΝΑΔΕΙ":το έργο έχει αλλάξει χίλιες μορφές και έξι τίτλους. Δεδομένου του μεταφυσικού του θεματολογίου ,άλλους τους σοκάρει, άλλους τους ενθουσιάζει, ενώ το Σοφοκλή με μεγάλη δυσκολία τον άγγιξε. Έτσι λοιπόν άφησα πίσω μου μια πρώτη εκδοχή, που διαδραματιζόταν στο Μεσαίωνα, για να χτίσω εξαρχής την ιστορία μου στη σύγχρονη Αθήνα. Άν πράγματι υπάρχει θεατρικό ενδιαφέρον στην αναζήτηση του θεϊκού στοιχείου, πιστεύω θα αναδειχθεί καλύτερα σε ένα σκηνικό καθημερινότητας, αποφορτισμένο από τις θρησκοληπτικές εμμονές παλαιότερων εποχών...)

Γενέσεως Γομολάστιχας μέρος δεύτερον



Την κάπως συρρικνωμένη αυτή λειτουργία της ομάδας ακολούθησε η άφιξη του κάθιδρου και αγχωμένου Μανώλη μας. Το πρώτο δείγμα γραφής του πολυτάλαντου ΜΑΝΩΛΗ ΒΕΛΙΣΚΑΚΗ ήταν και το εισιτήριό του στο σκληρό, ανταγωνιστικό και βίαιο κόσμο της Γομολάστιχας. Χρειάστηκε να περάσει και από άλλα τεστς, μεταξύ των οποίων ένας γάμος σε παραλία με σαγιονάρες και μια ανάληψη έργου κατασκευής αλγορίθμων: φυσικά τα έφερε εις πέρας με μεγάλη επιτυχία. Η Πειραιο-κεντρική δομή της ομάδας τον εξανάγκασε, εκτός από το γάμο, να αλλάξει και γειτονιά και να μετακομίσει κοντά στο άντρο των πνευματικών μας ανταλλαγών μαζί με τη όμορφη σύντροφό του.

Και θα παραμέναμε ερμητικά κλειστός αριθμός αν στον ορίζοντα δεν εμφανιζόταν, γοητευτική και με δάκρυα στα μάτια, η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΡΟΜΠΙΛΗ. Παλιά συμμαθήτρια της Αγγελικής Μαρίνου, η Κατερίνα αποδείχθηκε αντάξια του έργου που αναλάμβανε, παρά τις διευρυμένες οικογενειακές της υποχρεώσεις και την ταραχώδη ερωτική της ζωή. Η συχνότητα συναντήσεών μας απαιτούσε συγκέντρωση και ωριμότητα, και η Κατερίνα μας αιφνιδίασε με κάθε τρόπο, με τα κείμενά της, με την καλοσύνη της και με τις μαγειρικές της επιδόσεις.

Το ρεύμα εισροής στο γομολαστιχόκοσμο πήρε τις διαστάσεις ενός τσουνάμι. Υπήρξαν κι άλλα πρόσωπα που φλέρταραν την πολιτογράφηση στον κύκλο μας, αλλά τα κριτήρια ήταν αυστηρά και απαραβίαστα. Κάποιες απόπειρες δημιούργησαν καινούργιες γνωριμίες, επαφές με συγγραφείς, επιδόσεις καλοκαιρινών διακοπών σε κοινό μυστικό τόπο συνάντησης στη νησιωτική Ελλάδα και νυχτερινές εξορμήσεις σε ροκ κλαμπ και άλλα χαμαιτυπεία. Δεν μας επιτρέπεται εδώ η κοινοποίηση των σκανδαλιστικών λεπτομερειών.

Ακολούθησε το συγκλονιστικό γεγονός της (κυριολεκτικής, πλέον) γενέσεως του άξιου θηλυκού πρώτου διαδόχου της θρυλικής ομήγυρης:στο μαιευτήριο Έλενα αίφνης εμφανίστηκε στον κόσμο αυτόν, απροετοίμαστη για το τι την περιμένει, η μικρή μας...ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΙΤΣΑ, το γομολαστιχάκι της Αγγελικής.

Εννοείται πως και η διάθεση και το κλίμα και όλα άλλαξαν επί τα βελτίω!Η δημιουργικώτερη περίοδος ήλθε μετά την άφιξη της γομολαστιχίτσας, που κάθε άλλο παρά περιόρισε τις συγγραφικές δραστηριότητες της μαμάς της. Τα μάτια όλων στράφηκαν στην ολοένα διευρυνόμενη ομάδα. Ήλθαν και οι πρώτες ειδήσεις για επικείμενες δημοσιεύσεις. Υπήρξε και το φαινόμενο νέος συγγραφεύς να μην αντέξει τους σκληρούς ρυθμούς της λογοτεχνικής μας υπερπαραγωγής, να συγκρουσθεί με τους όρους λειτουργίας της ομάδας και να αντιπροτείνει δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Ο γιατρός του του συνέστησε τότε να αποχωρήσει. Η ομάδα, πιστή στις αρχές της, του ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία και τον απάλλαξε από τις υποχρεώσεις του.

Το τελευταίο διαμάντι του μοναδικού αυτού λαστιχένιου περιδέραιου, η ΕΛΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΑΤΟΥ, ήλθε κι αυτή από τα σχολικά χρόνια της Αγγελικής, για να ανοίξει, με την κλασική της παιδεία, ποιητικούς δρόμους στον σκληρό ρεαλισμό της Λέσχης Γομολάστιχα. Οι παλαίμαχοι, σκληροπυρηνικοί ταγοί επιχειρήσαμε να την υποτάξουμε, αλλά το αδούλωτο πνεύμα της, σε συνδυασμό με τη φυσική της γοητεία, έθεσε τους όρους του και καθιερώθηκε. Έκτοτε η νέηλυς συντρόφισσα επιφέρει απανωτά πλήγματα στην αλαζονεία των γομολαστιχοκενταύρων, αποδεικνύοντας πως ναι μεν ο παλιός είν’αλλιώς, πάντα όμως και ο νέος είν΄ωραίος!

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Λέσχη Δημιουργικής Γραφής ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ - Η Γένεσις


Η Λέσχη Δημιουργικής Γραφής ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ γεννήθηκε ένα απόγευμα του Δεκεμβρίου του 2008 στην Καστέλλα του Πειραιά. Πρώτα της μέλη τρεις Πειραιώτες και τρεις βάρβαροι.

Η σύλληψη όμως είχε γίνει αρκετούς μήνες πριν στο μυαλό τής πειραιώτισσας Γιούλης Αναστασοπούλου, μιας σαμάνου με υπνωτιστικά πράσινα μάτια, με έφεση στον ιμπρεσιονισμό και λατρεία στον Tom Robbins, που στη γυάλινη σφαίρα της έβλεπε ένα success story. Από κει και πέρα, η Λέσχη έπρεπε να επανδρωθεί με άξια μέλη, με διαφορετικούς βαθμούς αλληλοσυμπληρούμενων δεξιοτήτων. Σαν τους X-Men. Δε θα ’ταν δύσκολο. Η πάλη απέναντι στη Γιούλη, που είχε τεράστιες γνώσεις ψυχολογίας και υποβολής και ανυπέρβλητες ικανότητες πειθούς, θα ’ταν άνιση πάλη, σκιουρακίου απέναντι σε μαμμούθ, ένα πράγμα.

Ο Σοφοκλής Ρόκος ήταν ο πρώτος εκλεκτός. Καθηγητής Φιλολογίας, με τάσεις τρανσβεστισμού, περιτριγυρίζων, παρατηρών, παρενοχλών και ξεφτιλίζων ένα θέμα από διάφορες σκοπιές (ναι, ναι, είναι Ζυγός), με προκλητική θεματολογία στα γραπτά του που ανήκουν στον ευρωπαϊκό ρεαλισμό, με μόνιμη ανησυχία για τη συνοχή, την τάξη και την ασφάλεια, θα αποδεικνυόταν ο Νέστωρ της λέσχης. Με τη Γιούλη γνωρίζονταν από σεμινάρια συγγραφής που παρακολουθούσαν παλαιότερα, οπότε η αποδοχή της πρόσκλησης-πρόκλησης της γητεύτρας ήταν δεδομένη.

Δεύτερος ήταν ο πειραιώτης Παναγιώτης Ζερβός, ένας ήρεμος τύπος με ανεπτυγμένους κυνόδοντες και βλέμμα που γυάλιζε κάπως περίεργα ώρες ώρες, επιδεικνύων μια ανησυχητική ομοιότητα με το ίνδαλμά του, τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ. Έμενε μόνος με τη γάτα του, σκάλιζε κάτι σανσκριτικά (διηγήματα τρόμου τα ’λεγε και δεν είχαμε λόγο ν’ αμφιβάλλουμε) με οξείες και περισπωμένες, μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικα και τις ελεύθερες ώρες του δούλευε σε ένα βιβλιοπωλείο, έτσι για να μη βαριέται. Στην πρόκληση της Γιούλης απάντησε ένα παραδόξως ξεκάθαρο «ναι» κι όχι νυαρλαθοτέπ αγκού – κι αυτό ήταν καλός οιωνός.

Τρίτη η Αγγελική Μαρίνου, τραπεζική υπάλληλος, άτομο σοβαρό και καλά, στην πραγματικότητα ό,τι να ’ναι. Είχε μια μάλλον καρμική σχέση με τη Γιούλη Αναστασοπούλου, εφόσον, κάνοντας την πρώτη τους γνωριμία μέσω του ίντερνετ, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι κατοικούσαν με μερικά οικοδομικά τετράγωνα απόσταση, όπου και άρχισαν να κάνουν παρέα. Στην πρώτη συνάντηση της λέσχης ήρθε με απειλή όπλου, γιατί μια καφετζού της είχε πει ότι η συναναστροφή με λογοτέχνες-κουλτουριάρηδες-χαμένα κορμιά θα παρεμπόδιζε τις εναγώνιες προσπάθειές της να γίνει επιτέλους μάνα.

Επόμενος ήταν ο Νίκος Ξένιος, επίσης καθηγητής φιλολογίας. Ένας πολυπράγμων, πολύπλευρος έως πολυμορφικός άνθρωπος με χίλιες δυο ανησυχίες, ένας λεπτός μίσχος, ένα λουλούδι, που θα ’σπαζε τα νεύρα ολονών με τις ανασφάλειές του: «Μα πείτε μου α) για το καινούργιο μου διήγημα, β) θεατρικό, γ) δοκίμιο, δ) τα καινούργια μου μποτίνια», απορίες που θα οπλοπολυβόλιζε με συχνότητα 100 ανά δευτερόλεπτο. Μα είναι το χρώμα της ομάδας, χωρίς αυτόν όλα είναι μουντά (έτσι συνεννοηθήκαμε να του λέμε).

Ήταν και η Μάνια, μια πολύ αξιόλογη γυναίκα που θα προσέδιδε μια ισορροπία στην ομάδα, αν δε μας άφηνε πολύ νωρίς για προσωπικούς της λόγους. Φτου.

Κι όμως καταφέραμε να φτάσουμε και σε επόμενο επεισόδιο.

To be continued.