(.....Μου π*δ*ξ*τε την ιδέα! Σας έφερα εδώ ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους। Γοργόνες που πάνε στο γυναικολόγο, νησιά μικρά όσο ένα πλυντήριο, ψιλικατζήδες μαμάκηδες, πολυκαταστήματα και τραγούδια της Θείας Λένας, τον ίδιο τον Personal Jesus, αιμοσταγείς πιανίστες, ασθμαίνοντες αγγελιοφόρους, αλβανούς απόφοιτους του Ελληνισμού, τον Οιδίποδα να αγναντεύει τον Καιάδα, ανάσες δυσβάσταχτες υπό τους ήχους Ηeavy Μetal, το ρολόι του πατέρα μου, ακόμα και την απόλυτη μέρα. Τι άλλο θέλετε πια για να ‘στε ευχαριστημένοι;)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011
Φασόλια μαυρομάτικα
Την δεύτερη φορά που τον είδε του έβαλε στο χέρι ένα σακουλάκι με μαυρομάτικα φασόλια. «Κάναμε μαύρα μάτια να σε δούμε», του είπε και εξαφανίστηκε στο διάδρομο, ενώ εκείνος αναρωτήθηκε αν είναι στα καλά της. Μετά που το ξανασκέφτηκε όμως, κατέληξε πως του άρεσε αυτό το αλλοπρόσαλο πλησίασμα, μάλιστα άρχισε να το αναπωλεί και να βρίσκει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερα χαρίσματα στην παράξενη κίνησή της.
Μία φορά την είχε δει όλη και όλη και αυτό σε παρέα συναδέλφων. Είχαν ανταλλάξει δυο κουβέντες για την πορεία της εταιρείας και άλλα βαρετά και ασήμαντα και είχαν αφήσει μια υπόσχεση στον αέρα να πάνε σινεμά. Εκείνη το είχε προτείνει, αυτός το είχε αφήσει να πλανάται. Το ξέχασε από τότε, δεν του γέμισε το μάτι πολύ, κάτι υπήρχε στον τρόπο που μιλούσε και στο σώμα της που τον είχε απωθήσει, δεν ήξερε όμως τι.
Τώρα του έκανε παιχνίδια και του πέταγε ατάκες. Την είδε μετά από μέρες στην είσοδο της εταιρείας και της έριξε στο χαλαρό να πάνε μετά τη δουλειά στην απέναντι καφετέρια στην Κηφισίας, «έτσι για καφέ σαν συνάδελφοι», της τόνισε. Εκείνη δέχθηκε με χαρά παιδιού και μάλιστα την πρόσεξε που έφυγε νωρίτερα από το ωράριό τους και ξαναγύρισε λίγο πριν τη λήξη της βάρδιας της φορώντας διαφορετικό φόρεμα απ΄το πρωινό. Τον χάλασε λιγάκι αυτή η κίνησή της, αλλά δεν μπορούσε πάλι να εξηγήσει γιατί.
Κάθισαν σε ένα στρογγυλό σιδερένιο τραπεζάκι που ό,τι ακουμπούσαν πάνω του παρήγαγε ένα εκκωφαντικό τενεκεδένιο θόρυβο. Μετά από λίγο εκείνος προσάρμοσε τις κινήσεις του ακουμπώντας μαλακά τον ζίπο και το ποτήρι του, ενώ εκείνη χειρονομούσε και τα άφηνε όλα να βαράνε στον τζίγκο. Πιο πολύ τον εκνεύρισε το βραχιόλι της που σερνόταν στο τραπέζι σαν βαριά αλυσίδα, του θύμισε γρανάζι μηχανής.
Εκείνη του ανέφερε πως δούλευε για χρόνια στο μαγειρείο του πατέρα της στα Κάτω Πετράλωνα, του είπε πως άρχισε από νωρίς να αναγουλιάζει με τις μυρωδιές του κρέατος και του ψαριού και βρήκε παρηγοριά στα όσπρια.
Έβγαλε μάλιστα και μερικές φακές από την τσέπη της και τις έριξε στο τραπέζι σχηματίζοντας κάτι που επέμενε πως έμοιαζε με άνδρα και γυναίκα.
«Τα όσπρια είναι έξυπνα», συμπλήρωσε «και σκληρόπετσα, θέλουν ώρα να τα βράσεις και θέλουν και νερό από το βράδυ για να τα κάνεις του χεριού σου».
Του είπε ακόμα πως έχει πάντα μαζί της μερικά γιατί μπορούσαν να τις φανουν χρήσιμα: να την βγάλουν για παράδειγμα από την δύσκολη θέση να μαγειρέψει για κάποιον απρόσμενα αλλά και να χρειαστεί να υπερασπίσει τον εαυτό της από κάποιον ανώμαλο, όπως είπε, με γουρλωμένα μάτια: «Γίνονται εργαλείο εγκλήματος αν τα εκσφενδονίσεις στo πρόσωπο»!
Μετά του μίλησε για το ζευγάρι. Υπήρχε ένα ζευγάρι που ερχόταν στο μαγειρείο τους κάθε Πέμπτη. Αυτοί έφτιαχναν είπε πολλά σχέδια από όσπρια και όταν τους είχε ρωτήσει γιατί το έκαναν, της είχαν απαντήσει πως τα όσπρια είναι σπόροι καλοί και κάνουν για πολλά πράγματα. Μετά δεν τους ξαναείδε αλλά έμαθε πως η γυναίκα είχε κάνει μια τεράστια κοιλιά και περπάταγε αγκομαχώντας. Δεν είχε καταλάβει αν περίμενε παιδί ή αν είχε απλά παχύνει πολύ. Εκείνη δεν ήθελε ποτέ να κάνει μια τόσο μεγάλη κοιλιά, είπε ψιθυριστά, ενώ έπιασε και τέντωσε το στομάχι της μέσα από το φαρδύ της φόρεμα. Εντωμεταξύ συμπλήρωσε, έκλεισε το μαγειρείο γιατί πέθανε ο μπαμπάς.
Εκείνος δεν μιλούσε, είχε την περισσότερη ώρα κατεβασμένο το κεφάλι του, είχε κολλήσει στις φακές που ήταν απλωμένες στο τραπέζι και προσπαθούσε να δει αν πραγματικά σχημάτιζαν κάποιο ζευγάρι. Όταν εκείνη τελείωσε την διήγησή της, έβαλε το δαχτυλό του μέσα στο σωρό τις φακές και τον ανακάτεψε. Το μετάνοιωσε που της το χάλασε αλλά ήταν αργά, δεν την κοίταξε για να μην δει το βλέμμα της παρά μόνο της είπε να φύγουν γιατί θα ξαναγύριζε στο γραφείο για κάτι τάχα επείγον.
Την επόμενη μέρα βρήκε στο γραφείο του ένα μικρό ανθισμένο κεσεδάκι γιαουρτιού σαν αυτά που φτιάχνουν τα παιδιά.
Ήταν αφημένο δίπλα από το πληκτρολόγιο με ένα μικρό κίτρινο ποστ-ιτ που έγραφε με καλλιγραφικά μικροσκοπικά γράμματα: Και το πιο παράξενο πράγμα μπορεί να ανθίσει.
Τον κατέλαβε μία αγωνία, τα πόδια του κόπηκαν. Δεν ήταν καθόλου του γούστου του όλα αυτά, ειδικά μάλιστα να τον συζητούν οι συνάδελφοι και να του κάνουν σχόλια για το γλαστράκι από φακές, αυτό έπρεπε να κοπεί αμέσως, μαχαίρι.
Συζήτησε την κατάσταση με ένα συναδελφό που εμπιστευόταν και αυτός του είπε οτι: «οι νόμοι προστατεύουν κάθε εργαζόμενο και υπάρχει και η περίπτωση της σεξουαλικής παρενόχλησης και να σκεφτείς να το αναφέρεις στο Τμήμα Προσωπικού». Στην αρχή εκείνος αναθάρρεψε στην ιδέα, μετά όμως φοβήθηκε οτι θα χρειαζόταν να εξηγήσει πως είχε βρεθεί μαζί της για καφέ, ποιός ξέρει τι σούσουρο θα ξεκινούσε και αν θα πίστευαν πως δεν έχει κάτι μ’αυτήν. Η καλή του φήμη στην εταιρία ήταν πολύ σημαντική γιαυτόν.
Την επομένη δεν την είδε στη θέση της. Έμαθε πως έχει δηλώσει ασθένεια και ανέβηκε στο γραφείο του ευδιάθετος και ελαφρύς. Εκείνη απουσίασε όλη την εβδομάδα και εκείνος αυτή την συγκεκριμένη εβδομάδα υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός σε σημείο που εντυπωσίασε τον προιστάμενό του και τον Γενικό Διευθυντή. Έφερε τις μεγαλύτερες πωλήσεις, έκλεισε δυο σημαντικούς πελάτες και πήρε σχεδόν άριστα στην ετήσια αξιολόγηση.
Στο σπίτι η κοπέλα του εκείνη την ημέρα, είχε κάνει ρεβίθια. Ποτέ δεν συμπαθούσε τα ρεβίθια αλλά δεν ήθελε να την κακοκαρδίσει.
Σκέφτηκε και αυτός πως τα ρεβίθια είναι καλοί σπόροι για να μπορέσει να κατεβάσει δυο-τρείς μεγάλες κουταλιές της σούπας. Η κοπέλα του ευχαριστήθηκε και πήγε να απλώσει την μπουγάδα τους. Ηταν το τελευταίο γεύμα που θα ετοίμαζε η κοπέλα του.
Τις επόμενες μέρες το γραφείο ήταν σε αναμπουμπούλα. Γίνονταν σοβαρές ανακατατάξεις, ομαδικές απολύσεις, συνεχή meetings και παράλληλα με όλα αυτά κάθε τόσο έβρισκε στο γραφείο του κομπολόγια απο χρωματιστά ρεβίθια, μπισκότα με φακές για μάτια και χείλη που χαμογελούσαν, και δυο μαυρομάτικα φασόλια το ένα κολλητά στο άλλο, να κοιτάζονται με τα μεγάλα μαύρα μάτια τους πλάι στον καφέ του.
Έκεινη την εβδομάδα βγήκε και η ανανεωμένη πολιτική της εταιρείας για τις σχέσεις του προσωπικού με τη διοίκηση, η πολιτική προαγωγών, τα bonus και ένα σωρό άλλες διαδικασίες. Κατάλαβε από μισόλογα πως αυτό που θα περνούσε τελικά ήταν αυτό που όριζε η εταιρία υπογείως, παρά τα όσα προάγγελε μέσω εμαιλ και συναντήσεων.
Και σαν να του φάνηκε εκείνη τη βδομάδα πως όλο και περισσότερο κέρδιζε τα χαμόγελα των συναδέλφων του που πλέον δεν του έμοιαζαν με χαμόγελα ειρωνίας αλλά θαυμασμού. Ήρθε και η πολυπόθητη αλλαγή θέσης εργασίας που του’χαν υποσχεθεί και στην γωνία περίμενε η προαγωγή. Ολα τα στοιχεία έδειχναν πως θα την έπαιρνε αυτός που είχε το καταλληλότερο προφίλ, εκείνος όμως δεν είχε ακριβώς το κατάλληλο, κάτι έλειπε.
Ένα πρωί μπήκε σκεφτικός, τα νέα δεν ήταν ευνοικά, κάτι ακουγόταν για έναν συνάδελφό του, ίσως τελικά έπαιρνε τη θέση. Κάθισε στο γραφείο του και ήπιε δυο γουλιές σκέτο καφέ, μαύρο. Ύστερα μάζεψε νευρικά τις σκορπισμένες φακές και τα φασόλια που ξεχύλιζαν από τα συρτάρια και την μολυβοθήκη και κατέβηκε απ΄την έξοδο κινδύνου πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά. Έφτασε στο γραφείο της στον πρώτο όροφο και τα αράδιασε όλα πάνω στο πληκτρολόγιο και τα χαρτιά της. Μετά κοντοστάθηκε, γύρισε πίσω, πήρε δυο μαυρομάτικα φασόλια και τα γύρισε πλάτη με πλάτη να μην κοιτάνε το ένα το άλλο.
Το ίδιο βράδυ την βρήκε να τον περιμένει στο πάρκινγκ της εταιρίας, τρομαγμένος την έχωσε μέσα στο εταιρικό αυτοκίνητο κοιτώντας δεξιά αριστερά και την πήγε στο παρκάκι μερικά στενά πιο κάτω.
Αυτή μυξόκλαιγε και μουρμούραγε για τα φασόλια που του τα έδειχνε στο χέρι της ακριβώς όπως της τα είχε ακουμπήσει, πλάτη με πλάτη.
Εκείνος σκέφτηκε από μέσα του οτι τον καταστρέφει, μαλακισμένη με καταστρέφεις, ούρλιαξε στο κεφάλι του αλλά δεν της το είπε παρά του΄ρθε να της ρίξει ένα σκαμπίλι, όμως κρατήθηκε. Κάθισε σιωπηλός και την άκουγε να του λέει για τα φασόλια που του τα γύρναγε στο χέρι της ανάποδα ώστε να κοιτάζει το ένα το άλλο. Της βούτηξε τότε το σαγόνι και την κόλλησε στον παράθυρο του αμαξιού, της έτριψε το πρόσωπο δυο φορές πάνω κάτω στο τζάμι του αυτοκινήτου και μετά την άρπαξε απ΄το σβέρκο. «Το σταματάς το τσίρκο τί λες»; Της φώναξε φτύνωντας, και αυτή σταμάτησε και έκατσε παγωμένη στη θέση της. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από το πάρκο το αμάξι του διευθυντή του και ο ίδιος τους χαιρέτισε. Έγνευσαν και οι δυο με σφιχτό χαμόγελο.
Την πήγε σπίτι της χωρίς να πούν κουβέντα. Στην πόρτα του σπιτιού της, ένα ισόγειο στα Κάτω Πετράλωνα, αυτός ξεκουμπώσε το παντελόνι του και έσπρωξε το κεφάλι της στον φερμουάρ του. Μετά την χτύπησε μαλακά στην πλάτη όπως θα έκανε σε ένα φίλο και την καληνύχτισε.
Μιά βδομάδα μετά επισημοποίησαν την σχέση τους και εκείνος έγινε προιστάμενος του τομέα του, είναι πολύ ικανοποιημένος με την δουλειά του και παραγωγικός। Δεν έκαναν ποτέ παιδιά και δεν ξανάφαγαν όσπρια.
Γιούλη Αναστασοπούλου.
Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011
Γιουλη Αναστασοπουλου-Ψυχη στην Κουλουρη....βιβλιοκλιπ
Mε μεγάλη χαρά μοιράζομαι μαζί σας μια ιδέα που υλοποιήθηκε με την βοήθεια καλών φίλων।
Το βιβλιο-κλίπ. Η ιδέα δηλαδή του να μπορείς να παρακολουθήσεις σκηνές από ένα βιβλίο σε κλιπάκι.
Οι σκηνές στο είναι απο την νουβέλα μου "Ψυχή στην Κούλουρη", εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Η μουσική γράφτηκε ειδικά για το βιβλιοκλίπ από τους ταλαντούχους May Fly ( Hλία Πάλλα και Νίκο Καλλέργη), η επιμέλεια έγινε από τον Κώστα Καφαντάρη και οι λήψεις απο εμένα στην Σαλαμίνα όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας.
Ελπιζω να σας αρέσει
Σας ευχαριστώ.
Τρίτη 23 Αυγούστου 2011
Λουόμενοι (δυο εικόνες)
Τον αλείφει κρέμα στα μπράτσα. Του βάζει άλλες δυο γενναίες χούφτες στα μάγουλα. Κοιτάζει ξανά και ξανά στο πρόσωπό του. Απλώνει μια τελευταία σαν κουτσουλιά στη μύτη του. Ο μικρός-κοντά στα δώδεκα-, δεν μιλά και δεν σαλεύει, μόνο μοιάζει να απολαμβάνει το αγγιγμά της ή να περιμένει αυτό κάποτε να τελειώσει.
Εκείνη επανέρχεται με μια πορτοκαλάδα-φυσικό χυμό στο χέρι και μπαίνει ως τα μπούτια στην θάλασσα. Και τα μπούτια της φυσικός χυμός, χυμός που κατακάθισε. Και το ένα και το άλλο φλοιός πορτοκαλιού, ολοστρόγγυλα πορτοκάλια που έχουν πέσει χάμω. Στήθος δεν έχει, δυο τριγωνάκια απλά καλύπτουν το σημείο εκτοξεύοντας ιριδίζουσες γαλάζιες λάμψεις στη θάλασσα. Γαλαζιο το μαγιό πάνω κάτω, το κάτω μικροσκοπικό, μόλις που χωράνε τα οβάλ ηλιοκαμμένα οπίσθια και τα μπούτια πορτοκάλια συνθλίβονται στο περπάτημα προς τη θάλασσα. Έχει πέτρες η παραλία και η μάνα ξέρει πως κάνει άθλο περπατώντας στα ρηχά με το χυμό στο χέρι, αλλά πρέπει να φτάσει το παιδί της.
Μετά έξω και δυο. Σκουπίζονται. Μάνα και γιός. Η κόρη της κρατάει μούτρα γιατί νωρίτερα η μάνα της έφερε τον άλλο χυμό στο στόμα, της έχωσε το καλαμάκι στα χείλη, να πιει- η κόρη στα δεκατέσσερα-, έχει σκεπαστεί με την πετσέτα θαλάσσης και δεν θέλει να βλέπει κανένα, έχει ρίξει τα μαλλιά της στο πρόσωπο να σκεπάζει τα μάτια, να έχει οπτική επαφή αλλά κανείς να μην το ξέρει.
Ο γιός κάθεται πλάτη με τη μάνα, η κόρη έχει γυρίσει την πλάτη σε όλους, η μάνα που και που γυρνάει και τον παρατηρεί. Ο πατέρας είναι μια ομπρέλα πιο κει και παίζει τάβλι. Η μάνα βάζει λάδι στους ώμους της, φτιάχνει τα αλυσιδάκια του χεριού της, πιάνει τα μαλλιά της μια σφιχτή αλογοουρά-τα κάνει όλα αυτά ενώ τον σπρώχνει με την γερή της πλάτη-, βάζει λιπγλος και φοράει τα μεγάλα άσπρα γυαλιά της. Το σώμα της κουνιέται αυτάρεσκα, ο τρόπος που γυρίζει την πλάτη, το τίναγμα του κεφαλιού, το πως σμίγγει τα χείλη ενώ μιλάει. Ο μικρός ζαβλακωμένος στο πέρα-δώθε, αμίλητος, καμία προσπάθεια να την απωθήσει, καμία ελπίδα να ξυπνήσει μέσα του το τέρας της εφηβείας, αυτό με τον τρομαχτκό παλμό που χτυπάει στη φλέβα του λαιμού και να της ουρλιάξει: γάμησε μας ρε μάνα κάνε πιο κει.
Εκείνη γυρίζει ξανά και ξανά και τον παρατηρεί, ψάχνει αν θέλει κάτι, τον ρωτάει, τον χαιδεύει στα μαλλιά και στην πλάτη. Μετά γυρνάνε πλάτες πάλι και κάθονται έτσι μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε. Εκείνη τρώγεται με την άμμο στα πόδια της. Ξάφνου σηκώνεται και πάει στην απέναντι ομπρέλα, σκύβει στο αυτί του άνδρα της και ψιθυρίζει, λέει λέει ώρα πολλή και εκείνος αφήνει το τάβλι και την ακολουθεί ζαβλάκωμένος στο αυτοκίνητο. Αργούν πολύ και η πλάτη του μικρού μένει μετέωρη.
******
Η γιαγιά είναι ξερακιανή και χρειάζεται σιδέρωμα. Πως χωράει η γιαγιά σε αυτό το μπικίνι; Είναι η σούπερ γιαγιά, η όμορφη νέα που έχει φυλάξει την εικόνα της σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στο συρτάρι της γκαρσονιέρας στο Περιστέρι. Τα εγγονάκια της παίζουν γύρω της. Της ρίχνουν στα μαλλιά με νεροπίστολο, το ένα ασπριδερό και κοκκινομάλλικο, μαλλιάκια φωτιά, κοραλένια και τ’άλλο το κορίτσι απλό, αδύνατο, καστανό, ένα κορίτσι πέντε ετών που δεν σου αποτυπώνεται στη μνήμη. Το αγοράκι όμως ηλιαχτίδα, χαρά θεού, γελιο δροσερό γαργαριστό, ποδαράκια στρουμπουλά που κυκλώνουν τη γιαγιά του με το μαύρο μπικίνι και την αυστηρή στέκα.
Τα χειλη της γιαγιάς μια γραμμή από μαόνι. Και πάνω απ΄το χείλος ρυτίδες, τερατόμορφα ζαρώματα που μαζεύονται και απλώνουν στις πιτσιλιές του μικρού. Τώρα έχει το παιδι κοντά της, εκείνο κάθεται ακίνητο. Νομίζεις πως ξέχασα τι είπες για μένα; του λέει κοιτώντας του κατάματα.
Εκείνο δεν αντιδρά.
Αλλα θα σου δείξω εγώ μόλις πάμε σπίτι. Εγώ δεν ξεχνάω, με κατάλαβες; Συμπληρώνει ενώ συνεχίζει να το κοιτά.
Ο μικρός-είναι δεν είναι τεσσάρων-, δίνει ένα πήδο και καλπάζει με το κουβαδάκι του γεμάτο νερό γύρω από την ομπρέλα. Μετά πιάνει την αδελφή του στο κατόπι. Να θου πω, λέει λαχανιασμένος, θεθ να παίκθουμε εθύ πριγκίπιθα και εγώ ο καλόθ που θε θώζει;
Κανει δυο γυροβολιές και ύστερα πέφτει στην αγκαλιά της γιαγιάς του και της χαιδεύει τον σβέρκο.
Χρόνια μετά, σε μια γκαρσονιέρα στο Γκύζι, ο μικρός-μεγάλος πια-, στέκεται μπροστά από μια σιδερώστρα και πατάει με δύναμη τα ασπρόρουχα. Αλλά αυτά που αγαπά πιο πολύ να πατά είναι όπως λέει τα μαύρα.
*Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σαν σφηνάκια και εστάλησαν απευθείας στο μπλογκ। Περιμένω λοιπόν τα σχόλια των συναγωνιστών εδώ।
Τρίτη 16 Αυγούστου 2011
συμβουλές προς ενδυματολόγο
του Νίκου Ξένιου
« Φίλιππε,
δεν θα μπορούσα να σχεδιάσω κάτι άλλο στη σκηνή με τη μεταμφίεση. Έβαλα τον Πενθέα ντυμένο με στρατιωτικά να φοράει περούκα με κοτσίδες και μετά να χαριεντίζεται φιλάρεσκα στον καθρέφτη γιατί –το λέει και το όνομά του- αυτό κάνει αντίθεση. Μα τι να δει τώρα ο θεατής; Τούτος δω είναι ο βασιλιάς της Θήβας, έτσι δεν είναι; Και βρίσκεται πάνω στο θρόνο του,και προσπαθεί να τον υποστηρίξει, έτσι δεν είναι; Να πει και να πείσει πως η Κορυφή της πολιτείας μπορεί να φέρει και τη λύτρωση. Θέλει τη Θήβα να είναι μια πόλη «εγκεφαλική», χωρίς κορμί. Αλλά ο Ευριπίδης το βλέπει αυτό και στην Αθήνα (δεν μας το είπες στο σεμινάριο πριν αρχίσεις να σκηνοθετείς;). Αυτό δεν ζήτησες; Ν' αναδειχθεί το κορμί της Θήβας; Από τη μέση και κάτω, Φίλιππε, μιλάμε εδώ για το σεξ, μιλάμε για την αίσθηση της γης, για τις μυρωδιές της και τη μυρωδιά του σπέρματος και της κοπριάς.Και ο Πενθέας(το λέει και τ’ όνομά του) δεν το θέλει αυτό: ο Πενθέας θέλει την πολιτεία του μια εξαχνωμένη, μια θεϊκή πολιτεία, αλλά με βάση τους ουράνιους, τους ανδρικούς θεούς. Γι’ αυτό και πρέπει το κοστούμι του να είναι πολύ ανδρικό, μιλιταριστικό. Κιέπειτα, πρέπει να φοράει τυπικό γυναικείο ένδυμα.
Το υποστηρίζω αρκετά;
Περιμένω απάντησή σου με ανυπομονησία.
Κωνσταντίνος»
« Κωνσταντίνε κοίτα...δεν θα διαφωνούσα με το κοστούμι, μόνο που θέλω τον Πενθέα να απεκδύεται πλήρως το ανδρικό και να μένει ολόγυμνος πάνω στη σκηνή. Και μετά να φορά τους βοστρύχους και το ψιμύθιο, αλλά σαν νάναι μια μάσκα νεκρική, σαν να υποδυόταν, λίγο πριν πεθάνει, τον ρόλο του βαλσαμωμένου πτώματος. Να είναι έτοιμος για το φέρετρο, και το κεφάλι του που θα αποκοπεί να είναι ένα τρόπαιο αναμαλλιασμένο, μια παρεφθαρμένη εκδοχή της δόξας της ομιλούσης κεφαλής. Έτσι; Τήρησέ το αυτό, φίλε μου! Θέλω ο Πενθέας μου να νομίζει πως από την κορφή του έλατου θα μπορέσει όλα να τα παρακολουθήσει και όλα να τα κατασκοπεύσει και να τα υποσκάψει, χωρίς να συμμετάσχει στα οδυνηρά τεκταινόμενα των γυναικών. Μα πρέπει κι αυτόςνα είναι ζώο από τη μέση και κάτω και να πονά. Και να καταλάβει, με τον πιο οδυνηρό και φρικιαστικό τρόπο, πως δεν πρέπει κανείς να περιφρονεί το 'κάτω μισό', γιατί τα πόδια θα σηκωθούν και θα εκδικηθούν το κεφάλι. Το κάτω μισό του πρέπει να αποκοπεί. Γιατί έτσι κι αλλιώς δεν το τίμησε αρκετά, κι έχει κι αυτό τις άγριες,τις αιμοδιψείς του θεότητες. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, και καταλαβαίνεις βέβαια και τις αισθητικές/ εικαστικές παραμέτρους του εγχειρήματός μας. Βασίζομαι σε σένα, είσαι ο πιο έμπειρος ενδυματολόγος. Στο χέρι σου είναι να φανεί πως δεν πρόκειται για μεταμφίεση, αλλά για αλλαγή φύλου. Επί σκηνής, με δεδομένες τις σκηνικές συμβάσεις της κλασικής εποχής.
Σε φιλώ
Φίλιππος»
«Ευχαριστώ για το αναλυτικό γράμμα. Το διάβασα στη Ναταλία και συμφωνεί μαζί μας. Όμως εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς νοείται ο πόνος του κάτω μισού. Τόσες γενεές γαλουχήθηκαν, κι εμείς μαζί, να βλέπουν ένα ακάνθινο στέφανο στη θέση του εγκεφαλικού θεού τους. Οι Έλληνες δεν ήξεραν απ΄ αυτά, και η δυσκολία ενός σύγχρονου δυτικού κοινού συνίσταται στην προσέγγιση του ίδιου νοήματος από την ανάποδη. Νομίζω ότι η πλειοψηφία θέλει τον πόνο να αποδίδεται με κραυγές, και μάλιστα ει δυνατόν με πλέι μπακ. Ζούμε στην εποχή της Κλινικής Πόνου. Πώς να κραυγάσει το κομμένο κεφάλι του Πενθέα, πώς να γυρίσει να δει η Αγαύη στη δική σου σκηνοθεσία τι ακριβώς κρατά, τι αποτρόπαιο τρόπαιο;
Βλέπεις ; δεν είναι τόσο απλό...
Κωνσταντίνος»
« Αχ βρε Κωνσταντίνε. Πάντα ήθελες να κυριολεκτείς. Βγες λίγο από τον εαυτό σου, σου είπα ότι είναι αλλαγή φύλου, μεταμόρφωση, όχι τρανσβεστισμός. Και το εννοώ. Πονάει το κορμί της Θήβας και σπαράσσεται κι αυτός δεν καταλαβαίνει Χριστό πάνω στο θρονί του. Και κρατά το θώκο του με τη βία. Ποιος είναι ο φίλος του λαού και ποιος ο εχθρός του,για να το δούμε και με το θεατρικό πρίσμα του Ιψεν; Αν πάλι δεν θέλεις να το δεις έτσι, πάρτο αλλιώς:πες, λόγου χάριν, ότι σου έλεγαν να διαλέξεις ανάμεσα στον πόνο της γέννας και την επίμονη ημικρανία. Τι θα διάλεγες; Είναι ρητορικό το ερώτημα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μη μου μιλάς για πλέι μπακ. Έχουμε το κοινό στο αμφιθέατρο να ψάχνει το τραγικό εκτός πλαισίου, και το μόνο που μας μένει ως επιλογή είναι να κόψουμε το κεφάλι και να πονάει το κομμένο κεφάλι, κι όχι το αφημένο σπαραγμένο κορμί. Εν ανάγκη να κραυγάζει το κομμένο κεφάλι, ρε φίλε!
Το βλέπεις αυτό μπροστά σου ως προοπτική;
Φίλιππος»
« Φίλιππε,
δεν θα μπορούσα να σχεδιάσω κάτι άλλο στη σκηνή με τη μεταμφίεση. Έβαλα τον Πενθέα ντυμένο με στρατιωτικά να φοράει περούκα με κοτσίδες και μετά να χαριεντίζεται φιλάρεσκα στον καθρέφτη γιατί –το λέει και το όνομά του- αυτό κάνει αντίθεση. Μα τι να δει τώρα ο θεατής; Τούτος δω είναι ο βασιλιάς της Θήβας, έτσι δεν είναι; Και βρίσκεται πάνω στο θρόνο του,και προσπαθεί να τον υποστηρίξει, έτσι δεν είναι; Να πει και να πείσει πως η Κορυφή της πολιτείας μπορεί να φέρει και τη λύτρωση. Θέλει τη Θήβα να είναι μια πόλη «εγκεφαλική», χωρίς κορμί. Αλλά ο Ευριπίδης το βλέπει αυτό και στην Αθήνα (δεν μας το είπες στο σεμινάριο πριν αρχίσεις να σκηνοθετείς;). Αυτό δεν ζήτησες; Ν' αναδειχθεί το κορμί της Θήβας; Από τη μέση και κάτω, Φίλιππε, μιλάμε εδώ για το σεξ, μιλάμε για την αίσθηση της γης, για τις μυρωδιές της και τη μυρωδιά του σπέρματος και της κοπριάς.Και ο Πενθέας(το λέει και τ’ όνομά του) δεν το θέλει αυτό: ο Πενθέας θέλει την πολιτεία του μια εξαχνωμένη, μια θεϊκή πολιτεία, αλλά με βάση τους ουράνιους, τους ανδρικούς θεούς. Γι’ αυτό και πρέπει το κοστούμι του να είναι πολύ ανδρικό, μιλιταριστικό. Κιέπειτα, πρέπει να φοράει τυπικό γυναικείο ένδυμα.
Το υποστηρίζω αρκετά;
Περιμένω απάντησή σου με ανυπομονησία.
Κωνσταντίνος»
« Κωνσταντίνε κοίτα...δεν θα διαφωνούσα με το κοστούμι, μόνο που θέλω τον Πενθέα να απεκδύεται πλήρως το ανδρικό και να μένει ολόγυμνος πάνω στη σκηνή. Και μετά να φορά τους βοστρύχους και το ψιμύθιο, αλλά σαν νάναι μια μάσκα νεκρική, σαν να υποδυόταν, λίγο πριν πεθάνει, τον ρόλο του βαλσαμωμένου πτώματος. Να είναι έτοιμος για το φέρετρο, και το κεφάλι του που θα αποκοπεί να είναι ένα τρόπαιο αναμαλλιασμένο, μια παρεφθαρμένη εκδοχή της δόξας της ομιλούσης κεφαλής. Έτσι; Τήρησέ το αυτό, φίλε μου! Θέλω ο Πενθέας μου να νομίζει πως από την κορφή του έλατου θα μπορέσει όλα να τα παρακολουθήσει και όλα να τα κατασκοπεύσει και να τα υποσκάψει, χωρίς να συμμετάσχει στα οδυνηρά τεκταινόμενα των γυναικών. Μα πρέπει κι αυτόςνα είναι ζώο από τη μέση και κάτω και να πονά. Και να καταλάβει, με τον πιο οδυνηρό και φρικιαστικό τρόπο, πως δεν πρέπει κανείς να περιφρονεί το 'κάτω μισό', γιατί τα πόδια θα σηκωθούν και θα εκδικηθούν το κεφάλι. Το κάτω μισό του πρέπει να αποκοπεί. Γιατί έτσι κι αλλιώς δεν το τίμησε αρκετά, κι έχει κι αυτό τις άγριες,τις αιμοδιψείς του θεότητες. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, και καταλαβαίνεις βέβαια και τις αισθητικές/ εικαστικές παραμέτρους του εγχειρήματός μας. Βασίζομαι σε σένα, είσαι ο πιο έμπειρος ενδυματολόγος. Στο χέρι σου είναι να φανεί πως δεν πρόκειται για μεταμφίεση, αλλά για αλλαγή φύλου. Επί σκηνής, με δεδομένες τις σκηνικές συμβάσεις της κλασικής εποχής.
Σε φιλώ
Φίλιππος»
«Ευχαριστώ για το αναλυτικό γράμμα. Το διάβασα στη Ναταλία και συμφωνεί μαζί μας. Όμως εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς νοείται ο πόνος του κάτω μισού. Τόσες γενεές γαλουχήθηκαν, κι εμείς μαζί, να βλέπουν ένα ακάνθινο στέφανο στη θέση του εγκεφαλικού θεού τους. Οι Έλληνες δεν ήξεραν απ΄ αυτά, και η δυσκολία ενός σύγχρονου δυτικού κοινού συνίσταται στην προσέγγιση του ίδιου νοήματος από την ανάποδη. Νομίζω ότι η πλειοψηφία θέλει τον πόνο να αποδίδεται με κραυγές, και μάλιστα ει δυνατόν με πλέι μπακ. Ζούμε στην εποχή της Κλινικής Πόνου. Πώς να κραυγάσει το κομμένο κεφάλι του Πενθέα, πώς να γυρίσει να δει η Αγαύη στη δική σου σκηνοθεσία τι ακριβώς κρατά, τι αποτρόπαιο τρόπαιο;
Βλέπεις ; δεν είναι τόσο απλό...
Κωνσταντίνος»
« Αχ βρε Κωνσταντίνε. Πάντα ήθελες να κυριολεκτείς. Βγες λίγο από τον εαυτό σου, σου είπα ότι είναι αλλαγή φύλου, μεταμόρφωση, όχι τρανσβεστισμός. Και το εννοώ. Πονάει το κορμί της Θήβας και σπαράσσεται κι αυτός δεν καταλαβαίνει Χριστό πάνω στο θρονί του. Και κρατά το θώκο του με τη βία. Ποιος είναι ο φίλος του λαού και ποιος ο εχθρός του,για να το δούμε και με το θεατρικό πρίσμα του Ιψεν; Αν πάλι δεν θέλεις να το δεις έτσι, πάρτο αλλιώς:πες, λόγου χάριν, ότι σου έλεγαν να διαλέξεις ανάμεσα στον πόνο της γέννας και την επίμονη ημικρανία. Τι θα διάλεγες; Είναι ρητορικό το ερώτημα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μη μου μιλάς για πλέι μπακ. Έχουμε το κοινό στο αμφιθέατρο να ψάχνει το τραγικό εκτός πλαισίου, και το μόνο που μας μένει ως επιλογή είναι να κόψουμε το κεφάλι και να πονάει το κομμένο κεφάλι, κι όχι το αφημένο σπαραγμένο κορμί. Εν ανάγκη να κραυγάζει το κομμένο κεφάλι, ρε φίλε!
Το βλέπεις αυτό μπροστά σου ως προοπτική;
Φίλιππος»
Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
Απόσπασμα από τη νουβέλα "Ψυχή στην Κούλουρη" Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
-Τι τάξη πας, Άγη;
-Πέρσι πήγαινα Πρώτη Γυμνασίου, άρα;
-Μάλιστα, άρα Δευτέρα. Και είσαι καλός μαθητής;
-Δεν ξέρω.
-Τι πάει να πει δεν ξέρεις;
-Πάει να πει πως δεν μπορώ εγώ να πω για μένα.
-Α! Είσαι έξυπνο παιδί, σαν τη μάνα σου.
-Και τον πατέρα μου. Θέλει δυο για να γίνει, έλεγε η γιαγιά.
-Ναι, ναι… Σωστά το λες.
-Πόσο μεγάλο είναι τα ταξί σου;
-Α! Πολύ μεγάλο, Μερσεντές, ξέρεις από Μερσεντές; Είναι πολύ ωραίο αμάξι.
-Δεν έχει όμως ταπετσαρία.
-Τι;
Καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα και μάλιστα στην άκρη και κοιτούσε συνέχεια την λουλουδάτη ταπετσαρία τους. Θα την χαλάσει ο χοντρός την καρέκλα, σκέφτηκε ο Άγης, και είδε περιττά στρώματα λίπους σε δίπλες να την καταπιέζουν, ενώ εκείνη άφηνε χαρακτηριστικές στριγγές σε κάθε κούνημα του χοντρού.
Έψαξε τη μάνα του, είχε πεταχτεί στην κουζίνα να φέρει καφέ και γλυκό του κουταλιού, κυδώνι με αμύγδαλο – κι αυτό το αγαπημένο του, λοιπόν; Ποιος του έφταιγε τώρα; Λες και γινόταν επίτηδες για να τον αντιπαθήσει, κι αυτός καθόταν ατάραχος στην πολυθρόνα, ούτε μια σταγόνα στην γκρι φαβορίτα του, χάθηκε κι αυτή η μάνα να ΄χε κάνει γλυκό κάστανο; Αυτό ήταν μια αηδία, θα του το ’δινε ευχαρίστως να το πάρει και στο σπίτι – ή μάλλον στο ταξί του, αφού αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να έμενε σε σπίτι. Τόσο βρόμικος τού φάνηκε και τόσο ταλαιπωρημένος, όμως δεν ένιωθε κανένα οίκτο γι’ αυτόν, αντιθέτως του ’ρθε να γελάσει στη σκέψη πως ο κύριος Μπάμπης είχε για σπίτι ένα κίτρινο κατασκεύασμα από παλιοσίδερα. Τον φαντάστηκε στριμωγμένο στο πίσω κάθισμα να προσπαθεί να βολέψει τα χοντρά του πόδια στην πίσω πόρτα. Να κοιτάει το ταβάνι και να ονειρεύεται τα μπορντό λουλούδια και τις ριγωτές γραμμές της ταπετσαρίας της μαμάς.
Ταπετσαρία (η), ουσιαστικό= Ο χαρτονένιος κόσμος του τοίχου.
Αλλά δεν υπάρχει ταπετσαρία, αντί γι’ αυτή τον σκέφτεται να παρατηρεί μόνο τη μαυρίλα απ΄ τα τσιγάρα των επιβατών και να χάσκει σα χάνος. Να γυρνοβολάει για να κοιμηθεί χωρίς επιτυχία, η ζώνη του να πιάνεται στο μαδημένο σαλόνι και να αποκαλύπτει μια τούφα από το μουσταρδί αφρολέξ.
Αφρολέξ (το), ουσιαστικό= Λέξη από αφρό.
-Ο καφές σου, Μπάμπη, το καϊμάκι δε μου πέτυχε αυτή τη φορά!
Ο μικρός τής έριξε μια γρήγορη ματιά και ύστερα κάρφωσε το βλέμμα στα δάχτυλα του Μπάμπη∙ ήταν τριχωτά και σκαμμένα.
Τα είδε να ξεκλειδώνουν το κίτρινο πορτ-μπαγκάζ. Εκεί υπάρχει καταχωνιασμένο ένα μπρίκι, θέλει να ψήσει καφέ. Το τραβάει ενώ χώνει όπως όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο στο παντελόνι του με το ζόρι. Μετά ανοίγει το ντουλαπάκι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και βγάζει ένα διπλό μάτι κουζίνας. Το κάθισμα του συνοδηγού δεν υπάρχει, είναι ξηλωμένο, στη θέση του φιγουράρει ένα μικρό μακρόστενο τραπέζι. Παίρνει το μάτι και το ακουμπά πάνω στο τραπεζάκι, μετά αδειάζει ένα μικρό εμφιαλωμένο νερό στο μπρίκι και τo ανάβει.
-Πολύ ωραίος, κυρία Άνδριάννα μου, μέσα στη ζάχαρη είναι!
Καμία απάντηση. Ο Άγης τον παρατηρεί να ψάχνει τη σκιά της μάνας του στο φως της κουζίνας, το μόνο που βλέπει είναι οι ατμοί που ανεβαίνουν στον απορροφητήρα...
Η παρουσίαση της "Ψυχής στην Κούλουρη"

Στο videowall, το βιβλιοκλιπ της νουβέλας με σκηνές από το βιβλίο που θα αναρτηθεί σε μερικές μέρες στο youtube.
Σας ευχαριστώ πολύ όλους , με τιμήσατε πραγματικά με την παρουσία σας και τις πολύ ιδιαίτερες ερωτήσεις σας που άναψαν την συζήτηση.
Καλό μας καλοκαίρι με πολύ διάβασμα!
Τρίτη 17 Μαΐου 2011
Τρία στιγμιότυπα
Π. Μ. Ζερβός
1. Τί μὲ ἀκολουθεῖ;
Τί μὲ ἀκολουθεῖ; Τί βρίσκεται στὸ διάβα μου καὶ πατᾶ πάνω στὰ χνάρια μου;
Κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ ποιός μὲ ἀκολουθεῖ· νὰ ἀποδώσω, δηλαδή, μιὰν ἀνθρώπινη παρουσία καὶ ταυτότητα στὴν σκιὰ ποὺ βρίσκεται πίσω μου. Ὅμως γιατί βιάστηκα νὰ ὑπαινιχθῶ πὼς ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ ἴσως δὲν εἶναι ἄνθρωπος; Ποιά ὑποσυνείδητη διεργασία καὶ ποιός κρυφὸς φόβος ξεπήδησαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς σκέψης μου; Θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐρευνήσω.
Ἂς τὸ ἐπαναδιατυπώσω σωστά, λοιπόν: Ποιός μὲ ἀκολουθεῖ; Ποιός ἔχει καρφώσει τὸ βλέμμα του στὴν πλάτη μου; Καὶ τί γυρεύει;
Ὁ συλλογισμός μου εἶναι λάθος· λάθος ἐξ ἀρχῆς: γιατί ἐπιμένω νὰ νομίζω πὼς κάποιος μὲ ἀκολουθεῖ; Στὸ κάτω-κάτω, εἶμαι σ’ ἕναν ὄχι ἔρημο (ἂν καὶ οὔτε πολυσύχναστο) δρόμο καὶ εἶναι φυσιολογικὸ νὰ τὸν διασχίζουν πολλοὶ περαστικοί.
Ναί, ἀλλὰ τώρα εἶναι μόνον ἕνας.2. Στὸ κατώφλι
Στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μου βρίσκω ἕνα μενταγιόν χωρὶς ἁλυσιδίτσα, γυμνό. Τὸ πιάνω στὰ χέρια μου. Τὸ περιεργάζομαι. Τὸ σχέδιό του μοῦ εἶναι γνωστό, σὰν νὰ τό ’χω ξαναδεῖ κάποτε.
Σὲ ποιόν ἀνήκει; Καὶ πῶς βρέθηκε στὸ κατώφλι μου;
Τὸ βάζω στὴν τσέπη. Ἀφοῦ τὸ βρῆκα, εἶναι δικό μου, ἀποφασίζω.
Τὴν νύχτα, μὲ κλειστὰ τὰ μάτια, ἀναλογίζομαι τὰ πεπραγμένα τῆς ἡμέρας καὶ τί ἔχω νὰ κάνω τὴν ἑπομένη. Ἀρχίζω νὰ βυθίζομαι στὸν ὕπνο. Λίγο προτοῦ ἀποκοιμηθῶ, μιὰ σκέψη σὰν ψίθυρος περνάει ἀπ’ τὸ μυαλό μου:
Τὸ μενταγιὸν εἶναι ἐκείνης. Τὸ φοροῦσε μὲ τὸ νυφικό της φόρεμα τὴν ὥρα ποὺ τὴν κηδεύαμε.3. Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια
Νὰ πετάξω τὰ σκουπίδια, θυμίζω στὸν ἑαυτό μου. Παίρνω τὴν σακούλα, τὴν δένω, βγαίνω ἀπ’ τὸ σπίτι.
Ξημέρωμα. Δὲν ἔχει φωτίσει ἀκόμη καλὰ-καλά, οἱ δρόμοι καὶ τὰ στενὰ εἶναι σκοτεινά, καθὼς τὰ δημόσια φῶτα ἔχουνε σβήσει. Οἱ σκιὲς στοὺς τοίχους ἀπ’ τὰ διερχόμενα αὐτοκίνητα μεγεθύνονται.
Πετάω τὰ σκουπίδια σ’ ἕναν ἀνοιχτὸ μεταλλικὸ κάδο. Πηγαίνω πρὸς τὴν στάση τοῦ λεωφορείου.
Λίγα βήματα πιὸ πέρα, ἀκούω ἕνα θόρυβο. Προέρχεται ἀπὸ τὸν κάδο. Γυρίζω πίσω. Ἡ σακούλα μου μὲ τὰ σκουπίδια σαλεύει. Θά ’ναι κάποιο μαμμούνι ἢ κανὰ ποντίκι ποὺ εἶχε τρυπώσει καὶ δὲν τό ’χα δεῖ, σκέφτομαι. Ὅμως ἡ σακούλα μοιάζει σὰν νὰ κινεῖται ὁλόκληρη, σὰν ν’ ἀνασαίνει.
Ἡ ἰδέα μου θά ’ναι, συμπεραίνω βιαστικά. Εἶναι καὶ μισοσκόταδο...
Τρέχω γιὰ νὰ προλάβω τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν δουλειά μου.Αὐτὰ τὰ τρία στιγμιότυπα (“σφηνάκια” τὰ ἀποκαλῶ χαριτολογώντας) τὰ ἔγραψα ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ ἱστολόγιο. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐδῶ καὶ καιρὸ εἶχα τὴν ἐπιθυμία νὰ γράψω τέτοια στιγμιότυπα, στὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχειροῦσα νὰ σχηματίσω μιὰν ἀτμόσφαιρα ἀπειλῆς, ἂν ὄχι φρίκης, ἀλλὰ δὲν ἤξερα πῶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό. Ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ διαβάζετε αὐτὰ τὰ μικρὰ κείμενα, δὲν εἶμαι σίγουρος ἂν κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἶχα στὸν νοῦ μου.
Στὴν Λέσχη, ὅταν τὰ ὑπέβαλα πρὸς σχολιασμό, ἐκφράστηκε αὐτὴ ἡ ἐπιφύλαξη. Ὡστόσο, κανένα σχόλιο δὲν ἔγινε – σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα μου κείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἄκουγα ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανείς. Κατὰ γενικὴ ὁμολογία, πάντως, κανεὶς ἀπ’ τὴν Λέσχη δὲν ἔνοιωσε τρόμο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο μὲ βάζει σὲ σκέψεις.
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011
To ασανσέρ
Το ασανσέρ πρωτογράφτηκε σαν άσκηση γραφής. Κοινοποιήθηκε στην Λέσχη τον Ιανουάριο του 2011 στο φιλόξενο και γεμάτο εδέσματα σπίτι της Κατερίνας.
Γιούλη Αναστασοπούλου
Γιούλη Αναστασοπούλου
Του είπε πως θα ξαναγυρίσει αλλά αντί γιαυτό βρέθηκε να γύριζει το κλειδί στο σπίτι το δικό της. Έκανε εμετό- έβαλε δάχτυλο όπως της είχε πει η Νίκη για να φύγει η χολή - πήρε τηλέφωνο την Ελένη να της πει πως θα πάει καράτε και έβαλε τη φόρμα της. Έφαγε δυο μεγάλες φέτες ψωμί με μερέντα, έβαλε μάσκαρα και λιπ-γκλος και τον είδε πίσω της να την περιγελά που βαφόταν για να παει στο γυμναστήριο. Τον έδιωξε μόλις έπλυνε το πρόσωπο της˙ μετά ήπιε το ροζ χάπι για τους ιλλίγους και ξεκίνησε. Έδωσε κλωτσιές, έφαγε μπουνιές, γύρισε σπίτι και ήπιε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί. Εφτά παρά τέταρτο ξύπνησε για να πάει στην τράπεζα˙ τα τελευταία δέκα χρόνια το ίδιο δρομολόγιο, σήμερα είχε θέατρο, καλή παράσταση, η Ελένη την έπρηζε να πάει, είχε και τη συνάντηση με τους παλιούς συμμαθητές, αν δεν πήγαινε θέατρο ήταν και αυτό κάτι για να γεμίσει τη μέρα και μετά να πέσει ξερή για να σηκωθεί το πρωί. Σχεδόν ξέχασε πως θα πέρναγε από πειθαρχικό σήμερα, είχε ετοιμάσει ολόκληρη επιστολή και την άφησε σπίτι, πόσο χαζή μπορεί να ήταν; Όταν ονειροβατούσε ήτανε πολύ άχρηστη σκέφτηκε, είχε προσέξει και το τελευταίο κόμμα, έτοιμη, κατευθείαν για το γραφείο Προσωπικού, η απολογία της: γιατί αργεί συστηματικά ένα τέταρτο το πρωί, οι συνάδελφοί της ήταν μαλάκες που έρχονταν στην ώρα τους; αυτό καλούνταν να απαντήσει, κάθε μέρα η κυρία Καλλίρη αργεί ένα τέταρτο, κάθε μέρα. Γιατί; Γιατί έχει ψυχολογικά θέματα, υπάρχει κάποιο χαρτί γιατρού; Όχι υπάρχουν τα θέματα μόνο.
Και; Και..αποπομπή η μετάθεση δυσμενής, αυτό. Κανένα πρόβλημα, όσο γίνεται πιο μακριά απο αυτόν , να ξεχάσει, να ξεχάσει τη μυρωδιά της αρρώστιας πάνω της και πάνω του, τα γέρικα κύτταρα, μικρό κοριτσάκι και να αφήνεις να σε καβαλάει ο παλιόγερος˙ αυτός που αγαπάς παλιόγερος, όχι Πέτρος ή Στάθης, οι μεγάλοι δεν έχουν ταυτότητα, την σβήνει ο χρόνος, μπαίνουν όλοι στο ίδιο κλαμπ για οικονομία.
Να γυρίσει, προλαβαίνει; Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, ταλαιπωρία, μετά καπάκι μάθημα ιδιαίτερο με τον Μανώλη, να θυμηθεί τα phrasal verbs και να πει στη μάνα του να την πληρώσει. Στο chat χθες μπήκε ένας παντρεμένος, τον λέγανε λυκάνθρωπο, πνίγηκε στα γέλια, την κάλεσε για τηλεφωνικό σεξ, λίγο πριν τελειώσει πήρε και έβαλε στον κόλπο της ένα ταμπόν και το τράβαγε από το κορδονάκι, δεν κατάλαβε τιποτα, ξενέρωσε.
Πριν φτάσει στην τράπεζα κάλεσε στο κινητό του, πάλι τον βρήκε να γκρινιάζει, η μάνα του είχε χάσει τα pampers της και είχε αναστατώσει όλο το σπίτι, δεν είχε πάλι λεφτά, δεν πήρε το ταξί πόναγε η καρδιά του και ήταν ρέστος, του το΄πε στεγνά, προχθές ψωνίστηκε με Αλβανό, τον Χάκι, κάνει προσπάθειες να τον τελειώσει μέσα της τελειώνοντας με άλλους, έτσι του είπε ακριβώς, την είπε καριόλα, πουτάνα και το ‘κλεισε. Έκατσε στο γραφείο της, στην πρώτη γουλιά καφέ αποφάσισε να γυρίσει πίσω, δεν ήθελε παιδί τελικά ένα καπρίτσιο ήταν, δεν θέλει κλαμπάκια και καφέδες όλη την ώρα, θέλει μια αγκαλιά, την αγκαλιά του, τέλος, να το παραδεχτεί να τελειώνουν. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για τα πολλά.
Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, οι φωνές φτάνουν μέχρι το τέλος του διαδρόμου, φτιάχνουν και τα ασανσέρ, όλη μέρα χωρίς ασανσέρ, πάνω-κάτω, να πάρει τις σκάλες. Το εσωτερικό παράθυρο είναι ανοιχτό, εκεί περνάει το ασανσέρ-κακό παράθυρο πρέπει να κλείσει μπορεί κάποιος να χτυπήσει, ποιός το άφησε ξεκλείδωτο; Οι μάστορες. Κακό αυτό κακό, σκέφτεται όπως τα νήπια, της αρέσει, νιώθει μια κάποια ανεμελιά, θυμάται την μπλε ποδιά της και καραμέλες κόκκινες που καίνε.
Πάει κοντά στο παράθυρο και σκύβει στο ανοιγμά του˙ ξέρει τί κατεβαίνει, το ακούει απλά θα βάλει το κεφάλι της κάνοντας πως θέλει να κοιτάξει στο φωταγωγό και δεν θα πάει ούτε μπρος ούτε πίσω...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
