Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

κριτική στην "Οδό Πανός"

Kωνσταντίνος Μπούρας, για το "Αχτι" (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΤΕΥΧΟΣ 155, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012): "Ακόμα ένα διαμαντάκι από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, του νεαρού κι ακατάβλητου εκδότη Διαμαντή Καράβολα, που μετέφερε προσφάτως τις δραστηριότητές του στο ατμοσφαιρικό βιβλιοπωλείο όπου λειτουργούσαν επί χρόνια οι εκδόσεις του Σάμη Γαβριηλίδη. Αυτή τη φορά διαλέγει να τυπώσει τα άκρως ενδιαφέροντα διηγήματα του Νίκου Ξένιου, που γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και διδάσκει στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου. Σεναριογράφος, μελετητής, κριτικός θεάτρου και συν-συγγραφέας του πολύ κατατοπιστικού Λεξικού Θεατρικών Όρων (εκδόσεις ΚΟΑΝ). Δείγμα γραφής: " ...Το επόμενο μεσημέρι ο γιος του Σωτήρη έφτασε στην ώρα του στο γραφείο της, συνοδευόμενος από ένα νεαρό ένστολο που περίμενε στον προθάλαμο. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο, σα να είχε κάνει θεάρεστο έργο. Ήταν φρεσκοξυρισμένος και μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. Η γυναίκα αισθάνθηκε πως είχε να κάνει μ' έναν απόλυτα νουνεχή ψυχωσικό. Μάλιστα, είχε ήδη συμβουλευτεί και τον ψυχολόγο με τον οποίον συνεργαζόταν. Της σύστησε να χειριστεί την υπόθεση με λεπτότητα. Έβαλε τον άνθρωπο να καθήσει στον καναπέ κι αυτός αρνήθηκε να βγάλει το σακάκι του. Του έφερε ένα ποτήρι νερό. Έβαλε σπράιτ για τον εαυτό της, μάζεψε την κόκκινη φούστα της και κάθησε δίπλα του σε απόσταση οικειότητας. Είχε εξαφθεί η περιέργειά της. "Πέρασαν τέσσερα χρόνια', ξεκίνησε σαν κουρδισμένος, "μέχρι η Βεατρίκη να μείνει έγκυος. Κόντεψε να απελπιστεί..." (σελ. 47) Ούτε μια λέξη περιττή, μήτε ένα κόμμα σε λάθος θέση. Κωνσταντίνος Μπούρας Περιοδικό "Οδός Πανός' , τ. 155, Ιανουάριος-Απρίλιος 2012, σελ 188-189

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Λουόμενοι (δυο εικόνες)


Τον αλείφει κρέμα στα μπράτσα. Του βάζει άλλες δυο γενναίες χούφτες στα μάγουλα. Κοιτάζει ξανά και ξανά στο πρόσωπό του. Απλώνει μια τελευταία σαν κουτσουλιά στη μύτη του. Ο μικρός-κοντά στα δώδεκα-, δεν μιλά και δεν σαλεύει, μόνο μοιάζει να απολαμβάνει το αγγιγμά της ή να περιμένει αυτό κάποτε να τελειώσει.
Εκείνη επανέρχεται με μια πορτοκαλάδα-φυσικό χυμό στο χέρι και μπαίνει ως τα μπούτια στην θάλασσα. Και τα μπούτια της φυσικός χυμός, χυμός που κατακάθισε. Και το ένα και το άλλο φλοιός πορτοκαλιού, ολοστρόγγυλα πορτοκάλια που έχουν πέσει χάμω. Στήθος δεν έχει, δυο τριγωνάκια απλά καλύπτουν το σημείο εκτοξεύοντας ιριδίζουσες γαλάζιες λάμψεις στη θάλασσα. Γαλαζιο το μαγιό πάνω κάτω, το κάτω μικροσκοπικό, μόλις που χωράνε τα οβάλ ηλιοκαμμένα οπίσθια και τα μπούτια πορτοκάλια συνθλίβονται στο περπάτημα προς τη θάλασσα. Έχει πέτρες η παραλία και η μάνα ξέρει πως κάνει άθλο περπατώντας στα ρηχά με το χυμό στο χέρι, αλλά πρέπει να φτάσει το παιδί της.
Μετά έξω και δυο. Σκουπίζονται. Μάνα και γιός. Η κόρη της κρατάει μούτρα γιατί νωρίτερα η μάνα της έφερε τον άλλο χυμό στο στόμα, της έχωσε το καλαμάκι στα χείλη, να πιει- η κόρη στα δεκατέσσερα-, έχει σκεπαστεί με την πετσέτα θαλάσσης και δεν θέλει να βλέπει κανένα, έχει ρίξει τα μαλλιά της στο πρόσωπο να σκεπάζει τα μάτια, να έχει οπτική επαφή αλλά κανείς να μην το ξέρει.
Ο γιός κάθεται πλάτη με τη μάνα, η κόρη έχει γυρίσει την πλάτη σε όλους, η μάνα που και που γυρνάει και τον παρατηρεί. Ο πατέρας είναι μια ομπρέλα πιο κει και παίζει τάβλι. Η μάνα βάζει λάδι στους ώμους της, φτιάχνει τα αλυσιδάκια του χεριού της, πιάνει τα μαλλιά της μια σφιχτή αλογοουρά-τα κάνει όλα αυτά ενώ τον σπρώχνει με την γερή της πλάτη-, βάζει λιπγλος και φοράει τα μεγάλα άσπρα γυαλιά της. Το σώμα της κουνιέται αυτάρεσκα, ο τρόπος που γυρίζει την πλάτη, το τίναγμα του κεφαλιού, το πως σμίγγει τα χείλη ενώ μιλάει. Ο μικρός ζαβλακωμένος στο πέρα-δώθε, αμίλητος, καμία προσπάθεια να την απωθήσει, καμία ελπίδα να ξυπνήσει μέσα του το τέρας της εφηβείας, αυτό με τον τρομαχτκό παλμό που χτυπάει στη φλέβα του λαιμού και να της ουρλιάξει: γάμησε μας ρε μάνα κάνε πιο κει.
Εκείνη γυρίζει ξανά και ξανά και τον παρατηρεί, ψάχνει αν θέλει κάτι, τον ρωτάει, τον χαιδεύει στα μαλλιά και στην πλάτη. Μετά γυρνάνε πλάτες πάλι και κάθονται έτσι μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε. Εκείνη τρώγεται με την άμμο στα πόδια της. Ξάφνου σηκώνεται και πάει στην απέναντι ομπρέλα, σκύβει στο αυτί του άνδρα της και ψιθυρίζει, λέει λέει ώρα πολλή και εκείνος αφήνει το τάβλι και την ακολουθεί ζαβλάκωμένος στο αυτοκίνητο. Αργούν πολύ και η πλάτη του μικρού μένει μετέωρη.
******
Η γιαγιά είναι ξερακιανή και χρειάζεται σιδέρωμα. Πως χωράει η γιαγιά σε αυτό το μπικίνι; Είναι η σούπερ γιαγιά, η όμορφη νέα που έχει φυλάξει την εικόνα της σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στο συρτάρι της γκαρσονιέρας στο Περιστέρι. Τα εγγονάκια της παίζουν γύρω της. Της ρίχνουν στα μαλλιά με νεροπίστολο, το ένα ασπριδερό και κοκκινομάλλικο, μαλλιάκια φωτιά, κοραλένια και τ’άλλο το κορίτσι απλό, αδύνατο, καστανό, ένα κορίτσι πέντε ετών που δεν σου αποτυπώνεται στη μνήμη. Το αγοράκι όμως ηλιαχτίδα, χαρά θεού, γελιο δροσερό γαργαριστό, ποδαράκια στρουμπουλά που κυκλώνουν τη γιαγιά του με το μαύρο μπικίνι και την αυστηρή στέκα.
Τα χειλη της γιαγιάς μια γραμμή από μαόνι. Και πάνω απ΄το χείλος ρυτίδες, τερατόμορφα ζαρώματα που μαζεύονται και απλώνουν στις πιτσιλιές του μικρού. Τώρα έχει το παιδι κοντά της, εκείνο κάθεται ακίνητο. Νομίζεις πως ξέχασα τι είπες για μένα; του λέει κοιτώντας του κατάματα.
Εκείνο δεν αντιδρά.
Αλλα θα σου δείξω εγώ μόλις πάμε σπίτι. Εγώ δεν ξεχνάω, με κατάλαβες; Συμπληρώνει ενώ συνεχίζει να το κοιτά.
Ο μικρός-είναι δεν είναι τεσσάρων-, δίνει ένα πήδο και καλπάζει με το κουβαδάκι του γεμάτο νερό γύρω από την ομπρέλα. Μετά πιάνει την αδελφή του στο κατόπι. Να θου πω, λέει λαχανιασμένος, θεθ να παίκθουμε εθύ πριγκίπιθα και εγώ ο καλόθ που θε θώζει;
Κανει δυο γυροβολιές και ύστερα πέφτει στην αγκαλιά της γιαγιάς του και της χαιδεύει τον σβέρκο.
Χρόνια μετά, σε μια γκαρσονιέρα στο Γκύζι, ο μικρός-μεγάλος πια-, στέκεται μπροστά από μια σιδερώστρα και πατάει με δύναμη τα ασπρόρουχα. Αλλά αυτά που αγαπά πιο πολύ να πατά είναι όπως λέει τα μαύρα.

*Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σαν σφηνάκια και εστάλησαν απευθείας στο μπλογκ। Περιμένω λοιπόν τα σχόλια των συναγωνιστών εδώ।
Γιούλη Αναστασοπούλου


Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Η παρουσίαση της "Ψυχής στην Κούλουρη"

 
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Τσαμαντάκης στον Πειραιά.

Στο videowall, το βιβλιοκλιπ της νουβέλας με σκηνές από το βιβλίο που θα αναρτηθεί σε μερικές μέρες στο youtube.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους , με τιμήσατε πραγματικά με την παρουσία σας και τις πολύ ιδιαίτερες ερωτήσεις σας που άναψαν την συζήτηση.

Καλό μας καλοκαίρι με πολύ διάβασμα!

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Kόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό

του Νίκου Ξένιου



Στην εξοχή ο ύπνος είναι βαρύς. Εκείνο το βράδυ όμως είδα εφιάλτη. Περπατώντας με τα πολλά του ποδαράκια ήλθε ο ήρωας της Μεταμόρφωσης του Κάφκα στον ύπνο μου και με τη δική του φωνή μούδωσε να καταλάβω. Όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός, μού είπε, είναι προέκταση του χεριού. Του χεριού και όχι του ποδιού. Ήξερα πως είναι εφιάλτης, αλλά με μιαν αντίληψη, σαν να είχα πάρει ναρκωτικά. Ίσως το γεύμα που ο Γκριγκόρι Σάμσα ζητούσε να του παραθέσω νάταν αρκετό για να με αλυσοδέσουν, κι ας τον είχα απομονώσει σ’ένα σταύλο της Ιωλκού, έξω από το Βόλο. Το χέρι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, καθορίζει την κατασκευή των εργαλείων του, το ποιόν της διατροφής του, συνέχισε να λέει ο Γκριγκόρι σπώντας θραύσματα τις λέξεις. Κι έχανε τη στερεότητά της η φράση σαν παξιμάδι μουλιασμένο, υγραινόταν το σιχαμένο αυτό ηχείο ανατριχιάζοντας ταυτόχρονα σύσσωμο κι αποκαλύπτοντας τον εσωτερικό κοιλιακό του χώρο, τόσο τρωτό και συνάμα τόσο μυώδη.
Ο τσέχος σκαθαροζούμης με κοιτούσε με απέχθεια. Μέσα από τους απερίγραπτους βόθρους και τα κανάλια των πόλεων είχε περάσει στα αστικά σαλόνια της λογοτεχνίας και μετά είχε ξαναγυρίσει στο φυσικό του περιβάλλον. Προσκρούοντας, ένα αιώνα τώρα, σε αιχμηρά αντικείμενα έχανε κομμάτια του κριτσανιστού του κορμιού από δω κι από κει. Σίχαμα! Όμως θεραπευόταν κάθε πληγή του με μια ταχύτητα πρωτοφανή. Το τι έτρωγε να μην το θίξω καλύτερα. Οι γαστριμαργικές μου συνήθειες των τελευταίων εκατό χρόνων...προσπαθούσε να μου πει, αλλά εγώ δεν τον άφηνα, γιατί όπως και να το κάνουμε είχα συνηθίσει το πρωϊνό μου να είναι απολαυστικό, να τέρπει τον ουρανίσκο, κι αυτός ήταν τόσο, τόσο...πώς να το πω;
Για όσην ώρα τον κρατούσα εκεί απέναντί μου, ούτε δευτερόλεπτο δεν μου πέρασε η ιδέα πως πρόκειται για ήρωα του Μπάροουζ ή του Κάφκα. Και τι να λέμε τώρα, ποιος δεν τάχει σκεφτεί αυτά, ουδεμία σχέση με το είδος του, που ως γνωστόν επιβιώνει στις πιο αντίξοες συνθήκες. Δεν είχα φροντίσει, όπως θάκανε κάθε καλός οικοδεσπότης, να προμηθευτώ τα κατάλληλα για την περίπτωσή του εδέσματα. Μέσα σε μισή ώρα μου είχε παραθέσει ένα κατάλογο τέτοιων εδεσμάτων, γιατί όσο θα καταβρόχθιζα βουλιμικά το δικό μου πρόγευμα αυτός δεν θα ζήλευε ούτε θα πεινούσε. Θα πρέπει νάτρωγε μόνο χόρτα, άν είναι δυνατόν. Έπαιζε βιολί με μια κεραία του πάνω στις διάφανες καφετιές φτερούγες του και τραγουδούσε: «La cucaracha, la cucaracha…» Η λογική του εφιάλτη. Πρασινάδες και πράσινα άλογα. Και χόρτα. Εκτός ορίων πολιτισμού.

Πώς άντεξα τις διηγήσεις του για την Πράγα στην εποχή της αποθέωσης της γραφειοκρατίας, διαδηλώσεις, χέρια με κλόμπς, και να λέει οι ολοκληρωτικές κυβερνήσεις είχαν προβλέψει για μας. Μόνο τα κλίματα των περιοχών όπου έστελναν τους πολιτικούς εξορίστους δεν μας ευνοούσαν. Τον κοιτούσα με βδελυγμία αλλ’ αυτό κατά περίεργο τρόπο δεν τον προσέβαλλε, όπως δεν τον προσέβαλλε η αντίδραση της ίδιας του της μάνας τότε. Πιάνοντας τη σκέψη μου σχολίασε Τι ξέρουν οι επαρχιώτες από υγρασία; Άλλο να μου το λέει και άλλο να το βλέπω το κλίμα σ’αυτή τη σκοτεινή πολιτεία, τριάντα χρόνια αργότερα στο υπέδαφος του Βερολίνου και στο δίκτυο υπονόμων του Παρισιού κι έπειτα εδώ κάτω, στη Μεσόγειο. Μα εγώ είχα κολλήσει στην απορία πώς της βάσταξε της μάνας του να του φερθεί έτσι. Παιδί της ήσουν στο κάτω κάτω!
Ξάφνου έστρεψε όλο το κορμί του του αστακού κινώντας ταυτόχρονα όλα τα ποδαράκια προς τα πίσω και τεντώνοντας τις κεραίες του. Με κοίταξε πλάγια Ό,τι πετάξεις πέταξες, κι έκανε στο χώρο τον ήχο που κάνει ένα πουλί μέσα σε στενόχωρο κλουβί που φοβάται μην πιαστούν τα νύχια του και κρεμαστεί στα κάγκελα, έπειτα κατρακύλησε με εκπληκτική ταχύτητα στην οροφή κι άρχισε από ψηλά να πλέκει εγκώμια για τους οχετούς και τις σωληνώσεις. Το μικρό δωμάτιο που χρησίμευε σαν σταύλος αντήχησε από τα λόγια του όπως μου τα εκσφενδόνιζε από ψηλά, κοιτώντας με ανάποδα: Ό,τι πετάξεις πέταξες πετάνε τα πιο σημαντικά! βιβλία κι εφημερίδες με πρωτοσέλιδα το κόκκινο μελάνι το πετάνε το κόκκινο. Το κόκκινο! στρίγκλισε φουρφουρίζοντας τις προτιμήσεις του, ενώ στριμωχνόταν και χωρούσε το καφετί ελαστικό κορμί στη χαραμάδα πάνω από τον εξαεριστήρα και πάει, έγινε άφαντος.

Ξυπνώντας από τον εφιάλτη με το αρθρόποδο της κεντρικής Ευρώπης σκέφτηκα: -Δεν είναι θέμα ύπαρξης ή μη πολιτισμού. Ούτε τίνος πολιτισμού. Τέλος, δεν αφορά κάν τη σύγκρουση Φύσης και Πολιτισμού!
Όπως σηκωνόμουν, κουτούλησα κατά λάθος στην πόρτα της παλιάς ντουλάπας με τον καθρέφτη, που ήταν παρατημένη μισάνοιχτη. Φοβόμουν ν’ αντικρύσω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Όπως έγερνε κι έκλεινε η πόρτα προς στιγμήν ανακουφίστηκα γιατί είδα το μούσι μου, τα χείλη μου και το δεξί μου μάτι. Απαράλλακτα. Πήγα να συνέλθω να σκεφτώ Ευτυχώς , αλλά όχι. Δεν πρόλαβε να γείρει κι άλλο το φύλλο της ντουλάπας και με οδύνη
(Πώς η μνήμη μου σβύστηκε γαμώτο μες στον ύπνο!)
με οδύνη αντίκρυσα τη χαίτη, άκουσα το ποδοβολητό και όπως έκλεινε η ντουλάπα καθρεφτίστηκε η αλογίσια μου ουρά να κυματίζει σφηνωμένη στα τεράστια καπούλια μου,είδα και το χλωρό σανό πεταμένο στο δάπεδο, Θεέ μου , χλιμίντρισα και θυμήθηκα

Από την εποχή που οι αστικοί μύθοι δεν επαρκούν πια

είμαι και πάλι Κένταυρος.


(Όταν πρωτόγραψα αυτή την ιστορία την προόριζα για άσκηση λόγου: το ζήτημα ήταν να ξεκινήσει κανείς από τη ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ του Κάφκα και να γράψει κάτι παραπέρα. Το θέμα και το ύφος του κειμένου ξένισαν την ομάδα. Ανεξάρτητα από το βαθμό κατανόησης ή τη συναισθηματική μέθεξη στα τεκταινόμενα, όλοι είχαν την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα κείμενο αντιπροσωπευτικό του στυλ μου. Προσωπικά θεωρώ ότι εκφράζει απλώς ένα συμβολικό στυλ που κατά καιρούς υιοθετώ. Επίσης, το θεωρώ δύσκολο κείμενο. Με λίγα λόγια, δεν θα το πρότεινα στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Όλα αυτά όμως δεν είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι συνιστούν αρετές για τη συγγραφή ενός διηγήματος. Ωστόσο, το αγαπώ αυτό το κείμενο, γι' αυτό και το έβαλα πρώτο στη συλλογή διηγημάτων μου "Το Άχτι", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Φαρφουλάς".)

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

To ασανσέρ

Το ασανσέρ πρωτογράφτηκε σαν άσκηση γραφής. Κοινοποιήθηκε στην Λέσχη τον Ιανουάριο του 2011 στο φιλόξενο και γεμάτο εδέσματα σπίτι της Κατερίνας.
Γιούλη Αναστασοπούλου


Του είπε πως θα ξαναγυρίσει αλλά αντί γιαυτό βρέθηκε να γύριζει το κλειδί στο σπίτι το δικό της. Έκανε εμετό- έβαλε δάχτυλο όπως της είχε πει η Νίκη για να φύγει η χολή - πήρε τηλέφωνο την Ελένη να της πει πως θα πάει καράτε και έβαλε τη φόρμα της. Έφαγε δυο μεγάλες φέτες ψωμί με μερέντα, έβαλε μάσκαρα και λιπ-γκλος και τον είδε πίσω της να την περιγελά που βαφόταν για να παει στο γυμναστήριο. Τον έδιωξε μόλις έπλυνε το πρόσωπο της˙ μετά ήπιε το ροζ χάπι για τους ιλλίγους και ξεκίνησε. Έδωσε κλωτσιές, έφαγε μπουνιές, γύρισε σπίτι και ήπιε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί. Εφτά παρά τέταρτο ξύπνησε για να πάει στην τράπεζα˙ τα τελευταία δέκα χρόνια το ίδιο δρομολόγιο, σήμερα είχε θέατρο, καλή παράσταση, η Ελένη την έπρηζε να πάει, είχε και τη συνάντηση με τους παλιούς συμμαθητές, αν δεν πήγαινε θέατρο ήταν και αυτό κάτι για να γεμίσει τη μέρα και μετά να πέσει ξερή για να σηκωθεί το πρωί. Σχεδόν ξέχασε πως θα πέρναγε από πειθαρχικό σήμερα, είχε ετοιμάσει ολόκληρη επιστολή και την άφησε σπίτι, πόσο χαζή μπορεί να ήταν; Όταν ονειροβατούσε ήτανε πολύ άχρηστη σκέφτηκε, είχε προσέξει και το τελευταίο κόμμα, έτοιμη, κατευθείαν για το γραφείο Προσωπικού, η απολογία της: γιατί αργεί συστηματικά ένα τέταρτο το πρωί, οι συνάδελφοί της ήταν μαλάκες που έρχονταν στην ώρα τους; αυτό καλούνταν να απαντήσει, κάθε μέρα η κυρία Καλλίρη αργεί ένα τέταρτο, κάθε μέρα. Γιατί; Γιατί έχει ψυχολογικά θέματα, υπάρχει κάποιο χαρτί γιατρού; Όχι υπάρχουν τα θέματα μόνο.
Και; Και..αποπομπή η μετάθεση δυσμενής, αυτό. Κανένα πρόβλημα, όσο γίνεται πιο μακριά απο αυτόν , να ξεχάσει, να ξεχάσει τη μυρωδιά της αρρώστιας πάνω της και πάνω του, τα γέρικα κύτταρα, μικρό κοριτσάκι και να αφήνεις να σε καβαλάει ο παλιόγερος˙ αυτός που αγαπάς παλιόγερος, όχι Πέτρος ή Στάθης, οι μεγάλοι δεν έχουν ταυτότητα, την σβήνει ο χρόνος, μπαίνουν όλοι στο ίδιο κλαμπ για οικονομία.
Να γυρίσει, προλαβαίνει; Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, ταλαιπωρία, μετά καπάκι μάθημα ιδιαίτερο με τον Μανώλη, να θυμηθεί τα phrasal verbs και να πει στη μάνα του να την πληρώσει. Στο chat χθες μπήκε ένας παντρεμένος, τον λέγανε λυκάνθρωπο, πνίγηκε στα γέλια, την κάλεσε για τηλεφωνικό σεξ, λίγο πριν τελειώσει πήρε και έβαλε στον κόλπο της ένα ταμπόν και το τράβαγε από το κορδονάκι, δεν κατάλαβε τιποτα, ξενέρωσε.
Πριν φτάσει στην τράπεζα κάλεσε στο κινητό του, πάλι τον βρήκε να γκρινιάζει, η μάνα του είχε χάσει τα pampers της και είχε αναστατώσει όλο το σπίτι, δεν είχε πάλι λεφτά, δεν πήρε το ταξί πόναγε η καρδιά του και ήταν ρέστος, του το΄πε στεγνά, προχθές ψωνίστηκε με Αλβανό, τον Χάκι, κάνει προσπάθειες να τον τελειώσει μέσα της τελειώνοντας με άλλους, έτσι του είπε ακριβώς, την είπε καριόλα, πουτάνα και το ‘κλεισε. Έκατσε στο γραφείο της, στην πρώτη γουλιά καφέ αποφάσισε να γυρίσει πίσω, δεν ήθελε παιδί τελικά ένα καπρίτσιο ήταν, δεν θέλει κλαμπάκια και καφέδες όλη την ώρα, θέλει μια αγκαλιά, την αγκαλιά του, τέλος, να το παραδεχτεί να τελειώνουν. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για τα πολλά.
Στην τράπεζα κάνουν επισκευές σήμερα, οι φωνές φτάνουν μέχρι το τέλος του διαδρόμου, φτιάχνουν και τα ασανσέρ, όλη μέρα χωρίς ασανσέρ, πάνω-κάτω, να πάρει τις σκάλες. Το εσωτερικό παράθυρο είναι ανοιχτό, εκεί περνάει το ασανσέρ-κακό παράθυρο πρέπει να κλείσει μπορεί κάποιος να χτυπήσει, ποιός το άφησε ξεκλείδωτο; Οι μάστορες. Κακό αυτό κακό, σκέφτεται όπως τα νήπια, της αρέσει, νιώθει μια κάποια ανεμελιά, θυμάται την μπλε ποδιά της και καραμέλες κόκκινες που καίνε.
Πάει κοντά στο παράθυρο και σκύβει στο ανοιγμά του˙ ξέρει τί κατεβαίνει, το ακούει απλά θα βάλει το κεφάλι της κάνοντας πως θέλει να κοιτάξει στο φωταγωγό και δεν θα πάει ούτε μπρος ούτε πίσω...