Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Νίκος Ξένιος, "O Kύριος των ανδρών" (μυθιστόρημα, προδημοσίευση αποσπάσματος)

"...Η μάνα μου μού τo΄λεγε: “Ευθαλία”, μου ‘λεγε, “μην ξεχνάς, είσαι κορίτσι!” Aυτή η κουβέντα, να ξέρετε κυρία Λαμπεντούα, καθόρισε τη ζωή μου. Και καθόρισε και τη σχέση μου με τον γιο μου. O Ζακ μου έφευγε για το γαλλικό σχολείο στις εφτάμιση κι αμέσως μετά έφευγα κι εγώ για τη δουλειά. Τα τελευταία χρόνια ποτέ δεν κοιμόμουν πάνω από τέσσερεις ώρες. Μπορεί γι’αυτό να χάλασε το δέρμα μου. Τέλος πάντων. Ήμουν πάντα όμορφη, μέχρι που ήλθα σ’ αυτόν τον τόπο κι ασχήμηνα, ρε γαμώτο. Δεν ξέρω γιατί, ταλαιπωρημένη ήταν η ζωή μου και στην Αρμενία, αλλ’ εδώ είχα πιο πολύ άγχος. Μάλλον το παιδί ήταν, κι όχι η φτώχεια. Άσε, να μη λέμε φτώχεια κιόλας, αφού έχουμε να φάμε, θα μας κάψει ο Θεός. Τα παιδιά στον κόσμο πεινούν, αφού έχουμε να φάμε δόξα τω Θεώ και μη μιλάς. Έτσι μου έλεγε η Σίλα. Η Σίλα ήταν η καλύτερή μου φίλη. Κι ας μην έρχεται τώρα ούτε να με δει. Προσπαθώ να ρίξω λίγο φως στη σκέψη μου, μα εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά. Να, ο Ζακ μου κοιμάται στα πόδια μου κι οι άλλες γυναίκες ακούγονται ταραγμένες μες στον ύπνο τους. Είναι περασμένες τρεις, Νοέμβριος μήνας. Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι άνθρωποι τέτοιαν ώρα, όμως εγώ είχα να σκεφτώ, να βάλω τα πράγματα σε τάξη. Τραβώ την κουβέρτα λίγο στα πόδια μου και ξαπλώνω πιο βαθιά στο κρεβάτι. Ένα ψυχρό ρεύμα έρχεται απ΄τη χαραμάδα. Το κοντέινερ είναι στημένο σ’ένα οικόπεδο του Δημοτικού Διαμερίσματος και κατεβαίνεις στο χώμα μ’ένα μεταλλικό σκαλί. Βάλαμε και πατάκι για να μη λασπώνουμε. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω, στο ίδιο τετράγωνο, μια φωτεινή διαφήμιση χρωματίζει τις σκοτεινές προσόψεις των σπιτιών. Κοιτάζω τα μπλε, ενώ το χρώμα τους λίγο-λίγο περνάει στο κίτρινο. Στο παράθυρο ανεβαίνει η μούχλα, γιατί τις τελευταίες μέρες βρέχει συνέχεια. Αυτή τη χρονιά δεν είχα πια σχεδόν καθόλου δουλειά, μόνο το σπίτι του κύριου Ιωάννη στην οδό Ντεμπιτάντ και τις σκάλες, και τελείωναν κι οι οικονομίες μου. Αλλά δεν κλαιγόμουν, γιατί όλοι το ίδιο παράπονο είχαν σ’ αυτόν τον τόπο. Κρύωνα πολύ, έπρεπε να σκεφτώ κάτι φωτεινό και ζεστό. Το παιδί τιναζόταν στον ύπνο του. Ήταν κοτζάμ άντρας πια, ένιωθα ότι θα μου έφευγε γρήγορα και δεν θα τον έλεγχα, όπως δεν έλεγχε κι εμένα η μάνα μου. Αλλ’ ούτε και κανένας άλλος. Μια ζωή ταλαιπωρία. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα εδώ με τον γιο μου και μια βαλίτσα. Οι άντρες εδώ μπορεί να μην είναι έξυπνοι, όμως είναι δυνατοί και λένε λιγότερα ψέματα από τις γυναίκες. Με τις ντόπιες γυναίκες δύσκολο να συνεννοηθώ. Μάλλον νόμιζαν πως ήθελα να τους πάρω τον άντρα. Έτσι λέγεται τα τελευταία χρόνια, πως «οι Ρωσίδες τρώνε τους αντράδες των γυναικών, και το ίδιο κάνουν και οι Ουκρανές». Δεν ξέρω τι κάνουν οι Ουκρανές και οι Ρωσίδες, εμένα το όνομά μου είναι Ευθαλία και είμαι Αρμένια. Στην αρχή νόμισα πως ο τόπος αυτός είναι φιλόξενος, μα γελάστηκα. Ήμουν νέα τότε και τα πράγματα ήταν καλύτερα, όμως με τον καιρό δυσκόλεψαν. Την κλιμακτήριο βέβαια δεν την είχα φτάσει, αλλά πλησίαζε, και ό,τι που προλάβαινα. Έπρεπε απλά να σκεφτώ, γιατί το παιδί μεγάλωνε και δεν ήξερα να του πω από πού έρχεται και πού πάει. Να του πω γιατί ήταν καλύτερα που ήταν αγόρι. Εγώ τουλάχιστον του Ζακ του το είχα πει από τότε που ήταν μικρός: «Να’σαι χαρούμενος που είσαι αγόρι!». Τώρα βέβαια αυτό έτσι το λέμε στα παιδιά μας, δεν το πολυπιστεύουμε αλλά το λέμε, μπας και -μια στις χίλιες- μείνουν χαρούμενα όταν μεγαλώσουν. Ειδικά στ’αγόρια δεν χρειάζεται να λες όλη την αλήθεια από νωρίς• γρήγορα θα καταλάβουν από μόνα τους..."