Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Barney's corner






Στέκομαι πάντα ένα-δυο λεπτά έξω από του Μπάρνευς. Δεν κάνω απολύτως τίποτα όταν στέκομαι εκεί. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, διαφραγματική αναπνοή που φουσκώνει τα πλευρά μου. Ανοίγουν κοκκινωπά σαν ενός μικρού ψαριού έξω απ΄το νερό. Βγάζω την ανάσα μου μέσα από ένα νοερό καλαμάκι, κίτρινο ριγέ. Την λεπταίνω και την στρογγυλεύω να περάσει στο άνοιγμα. Δεν με ενδιαφέρει πού καταλήγει η αναπνοή μου και πώς χάνεται. Αυτός ο δρόμος καταλήγει πάντα στην προκυμαία.
Η δική μου αρχή του δρόμου που σταματά στη θάλασσα, ξεκινά από του Μπάρνευς. Άλλων ανθρώπων μπορεί να ξεκινάει από το πλυντήριο- στεγνωτήριο του Χάλει, ή από το μπαράκι του Σκάλ, αλλά δεν με νοιάζει. Εμένα ξεκινά απο εδώ. Ο πιο μεγάλος δρόμος της πόλης αφυπνίζεται, ανάβει και σβήνει έξω από αυτή την επιγραφή: «Μπάρνευς κόρνερ
Ο Μπάρνευ, ο εστιάτορας, δεν δίνει ποτέ δεκάρα για έναν άνδρα που κοντοστέκεται και δεν μπαίνει μέσα να πάρει έναν διπλό καφέ στο χέρι ή να κάτσει στις ροτόντες για ντόνατ και αυγά με μπείκον. Μπορείς να στέκεσαι δίπλα στο σταντ με τις εφημερίδες της Πόλης με τα φρέσκα νέα τους για όση ώρα θες, ακόμα και αν έχεις ένα προβολέα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου και φωτίζεσαι σαν το Χριστό. Ο Μπάρνευ δεν θα σε προσέξει. 
Αντίθετα, ο Σκάλ και ο Χάλει θα κολλήσουν τη μύτη τους στο κρύο διπλό τζάμι και αφήνoντας το χνώτο τους να φτιάχνει μηδενικά στο γυαλί, θα σε αναγκάσουν να περάσεις μέσα, έστω για να πεις ένα γεια. Εγώ όμως το μόνο που θέλω είναι να περπατάω. Nα περπατάω την πόλη, αλλά μερικές φορές δεν γίνεται.
Αυτή η πόλη με αγαπάει. Πάντα με αγαπούσε. Το μόνο σίγουρο. Τα δέντρα μερικές φορές σκύβουν ελαφρώς καθώς περνάω στητός με τα αθλητικά μου παπούτσια και την ολοκαίνουργια φόρμα μου. Όλο αυτό γίνεται με ιδιαίτερη μυστικότητα, γιατί ίσως κάποιος θελήσει να το οικειοποιηθεί, και ποτέ δεν ξέρεις πού θα φτάσουν οι άνθρωποι, τι θα σκαρφιστούν προκειμένου να τους συμβούν πράγματα.
Πριν ένα χρόνο, εδώ ακριβώς που στέκομαι, είχα φέρει την Νία. Της είχα δείξει το δικό μου μυστικό μέρος ανάπαυλας από το περπάτημα στην πόλη. Τι χαρά που είχε κάνει!Είχε ακουμπήσει στον καφετί τοίχο του ταχυ-εστιατορίου και είχε ανοίξει διάπλατα τις εφημερίδες ψάχνοντας τις αναγγελίες γάμων και θανάτων. Δεν είχα καταλάβει τί την ενδιέφερε πιό πολύ απ’τα δύο.
Ο καφές του Μπάρνευ έβγαινε αχνιστός από τα πλαστικά ποτήρια των πελατών του, πριν ξεπηδήσει από τα ανοιχτά παράθυρα, για να τρυπώσει κατευθείαν στη μύτη μας. Η κριτσανιστή ζάχαρη των ντόνατ κολλούσε στα χείλη μας, και χρειάστηκε να την βγάλουμε πασαλείφοντας το στόμα μας με το μελάνι των εφημερίδων, που’χε χωθεί στα δάχτυλά μας.Άφησα το αποτύπωμα μου έξω από του Μπάρνευς. Κάτω δεξιά , δίπλα από την πόρτα, χάρισα πέντε δαχτυλικά αποτυπώματα στον καφετί τοίχο του. Η Νία δεν έβγαλε άχνα. Εκείνη τη στιγμή δεν με ένοιαζε που δεν περπατούσα.                                 
Ο περίπατος της Πόλης είναι καθημερινή ανάγκη, κάτι πιό σημαντικό από το πρωινό πλύσιμο του προσώπου και το καθάρισμα των νυχιών των ποδιών. Από το βράδυ σημειώνω τις διαδρομές σε ένα πράσινο ευρετήριο, απλώνω τα ρούχα μου στην καρέκλα της κουζίνας και διαλέγω τα παπούτσια που ταιριάζουν με τη φόρμα μου. 
Πρώτο πέρασμα πάντα η κρεμαστή γέφυρα του Γκάρισον που οι αλυσίδες της μοιάζουν με λουκάνικα δεμένα σφιχτά το ένα με το άλλο. Δεύτερο πέρασμα ο ουρανοξύστης της Κάρπε Μίντια, με τους πολύχρωμους καθρέφτες της εισόδου, που πολλαπλασιάζουν την κινούμενη φιγούρα μου. Από εκείνο το σημείο βάζω πάντα τα δυνατά μου να ξεπεράσω στο τρέξιμο τα πολλαπλά χρωματιστά είδωλά μου που με συναγωνίζονται. Σαν κάποιος να με κουρδίζει εκεί, για να με ξεκουρδίσει κοντά στου Μπάρνευς.  
Προσπάθησα πολλές φορές να μείνω κουρδισμένος μέχρι να φτάσω στην προκυμαία, αλλά πάντα λαχανιάζω λίγο πριν το εστιατόριο.Η Νία συνεχίζει και φτάνει στην θάλασσα σε είκοσι λεπτά και τριαντατρία δευτερόλεπτα. 
Παλιά μου άρεσε στην προκυμαία. Τα κύματα έσκαγαν σε εκείνα τα πελώρια λέγκο και άφριζαν την είσοδό τους πίσω στο θολό νερό. Έβγαζα τα αθλητικά μου και τα κρέμαγα στην πλάτη δένοντας τα κορδόνια στο ένα δάχτυλο. Αυτό το μπλαβιασμένο δάχτυλο έμενε έτσι πρησμένο μέχρι να γυρίσω στο διαμέρισμά μου. Η Νία του έδινε ένα φιλάκι, καμιά φορά, όταν την άφηνα να το κάνει˙ Όταν είχα τρέξει καλά, σύμφωνα με το χρονόμετρο μου-, αλλιώς τι νόημα είχε να το φιλήσει. 
Στις πολύ καλές κούρσες που σου έδιναν ένα περιθώριο να χαμογελάσεις και να το ρίξεις έξω, παίρναμε μαλλί της γριάς από τον Λέξι. Η Νία πασάλειβε όλο της το πρόσωπο και τα μαλλιά με αυτό το ρημάδι, γιατί συνήθως είχε έναν δαιμονισμένο αέρα στο Φάρο. Εγώ τάιζα το μαλλί  της γριάς στους γλάρους, όταν δεν μου ξέφευγε από μόνο του σαν εκείνο το μικρό λουλούδι, τον κλέφτη που θρυμματίζεται στον αέρα σε δευτερόλεπτα. Νομίζω πως δεν είναι καν λουλούδι.                                                             
Τώρα δεν φτάνω στην προκυμαία, είναι αδύνατον να φτάσω ως εκεί. Το χρονόμετρο μου σταματάει να δουλεύει έξω από του Μπάρνευς. Ένα χρόνο τώρα χαλάει λίγο πριν το μαγαζί του. Η Νία μάλλον συνεχίζει. Δεν την έχω ρωτήσει. Τα αποτυπώματά μου σβήνουν με τον καιρό, δεν είμαι σίγουρος οτι είναι πια πέντε, ίσως είναι τέσσερα ή τρία, μπορεί και κανένα. Και σήμερα για πρώτη φορά μου φάνηκε πως κάτι σάλεψε πίσω από το μεγάλο παράθυρο του Μπάρνευ, μου φάνηκε πως ο ίδιος ο Μπάρνει έβγαλε το κεφάλι του και κοίταξε δεξιά κι αριστερά, μέσα από το άνοιγμα της λευκής πόρτας με τη μεγάλη επιγραφή.
Αυτό είναι ένα γεγονός. Μία σημαντική αλλαγή που πρέπει να σημειωθεί. Ποτέ δεν είχα προσέξει το πρόσωπο του Μπάρνευ, μόνο το σχήμα του κεφαλιού του, ένα κεφάλι ωοειδές και άτριχο σαν μπάλα ποδοσφαίρου που παρέμενε πάντα ακουμπισμένη πάνω στον πάγκο του εστιατορίου.             Και οι αλλαγές συνεχίζουν να συμβαίνουν˙ σχεδόν δεν προλαβαίνω να τις σημειώσω. Σήμερα πρώτη φορά ο Μπάρνευ πέρασε το κατώφλι του και με πλησίασε. Άρχισα να τρέμω. Υπήρχε φως γύρω από το ήδη αστραφτερό κεφάλι του. Ήταν το φως της επιγραφής. Συνέχισα να τρέμω σύγκορμος αλλά διατήρησα την ψυχραιμία μου και τον κοίταξα κατάματα θέλοντας να πω δυνατά: Μπάρνευ, επιτέλους σε γνωρίζω, ή, Μπάρνευ, να΄ξερες τί είσαι για μένα, ή, έστω, Μπάρνευ, πολύ ωραίο το μαγαζί σου, εγώ πάντα εδώ κοντοστέκομαι πριν περπατήσω την πόλη. 
Έσκυψε κοντά μου, όπως τότε που έσκυβαν τα κλαδιά των δέντρων στην Μέι στριτ ενώ έτρεχα τριάντατρία λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα. Μου ακούμπησε ένα χάρτινο κύπελλο με αχνιστό καφέ ανάμεσα στα γόνατα, παραμερίζοντας την κουβέρτα που μισοκρεμόταν από το αναπηρικό μου καροτσάκι : «Πάρε, πιες. Δεν θέλω ζητιάνους εδώ» μου είπε χαμηλόφωνα και έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω μου.




Γιούλη Αναστασοπούλου
Πρώτη δημοσίευση στις εκδόσεις Παράξενες μέρες, Νοέμβριος 2013, Ιστορίες Ονείρου και Φυγής, 1ο βραβείο Eyelands.gr



Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Συνέντευξη για το 1ο βραβείο στο eyelands.gr

Τρίτος Διεθνής Διαγωνισμός Διηγήματος - Συνέντευξη με τη νικήτρια

E-mail Εκτύπωση PDF
ΓΙΟΥΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ: Η νικήτρια του τρίτου διαγωνισμού διηγήματος του eyelands, απαντάει στις ερωτήσεις του Γρηγόρη Παπαδογιάννη
*

Barney's Corner ονομάζεται το διήγημα που πήρε το πρώτο βραβείο εφέτος. Το έγραψε η νεαρή συγγραφέας Γιούλη Αναστασοπούλου. Οπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος η νικήτρια του διαγωνισμού μιλάει στην ιστοσελίδα και μας περιγράφει την ως τώρα περιπέτειά της στο χώρο της γραφής. Μ' αρέσει ιδιαίτερα ο τρόπος που κλείνει η συνέντευξη:«Δεν ονειρεύομαι τη φυγή. Μ’αρέσει η ζωή εδώ. Μαρέσει ο τόπος αλλά με στενοχωρεί το πως τοποθετούμε τους εαυτούς μας στον τόπο. Τον έχουμε δεδομένο. Αυτό χρειάζεται να αλλάξει.»

**
Πώς έμαθες για τον διαγωνισμό;
 Φίλη που συμμετείχε στον περσινό διαγωνισμό με ενημέρωσε για το eyelands.

Πώς ένιωσες όταν έμαθες ότι πήρες το πρώτο βραβείο;
 Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω: Αισθάνθηκα σαν αθλητής που περνάει την κορδέλα του τερματισμού. Μοναδικό συναίσθημα!

Ήταν κάτι που το περίμενες;
Πίστευα πολύ σε αυτό το διήγημα. Είχε γραφτεί απνευστί πριν μερικούς μήνες και είχε υποστεί ελάχιστες διορθώσεις. Συνήθως όταν γράφω με αυτόν τον τρόπο, καταλαβαίνω πως έχω γράψει κάτι σχετικά καλό. Περίμενα να πάρει μια καλή σειρά αλλά δεν φανταζόμουν οτι θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο.

altΥπάρχει κάτι που μοιάζει σύμπτωση (αλλά κατά βάθος δεν είναι) σχετικά με τον τρίτό διαγωνισμό μας. Το διήγημά σου, που ήρθε πρώτο, ήταν μια ελληνική συμμετοχή, με αγγλόφωνο όμως τίτλο. Και μιλάει για την ζωή ενός ανθρώπου που ζει σε μια πόλη. Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μεγαλούπολη. Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω λοιπόν σαν είναι ένα αληθινά …«διεθνές» διήγημα. Νομίζω ότι βάζεις τα συστατικά για μια αφήγηση που αφορά οποιονδήποτε, οπουδήποτε και πουθενά συγκεκριμένα. Δεν ξέρω αν το έχεις σκεφτεί έτσι… θα ήθελες να μου πεις;
 Το έχω σκεφτεί έτσι ακριβώς, βρίσκω οτι μπορεί να συμπεριλάβει περισσότερες αναγνώσεις. Μάλιστα μετά το Μπάρνευ'ς κόρνερ, ξεκίνησα μια σειρά διηγημάτων σε αυτήν τη λογική. Είναι αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί αλλά νομίζω πως είμαι σε καλό δρόμο.

Σχετικά πάλι με αυτό, θέλω σε ρωτήσω είναι αν έχεις ζήσει κάποιο διάστημα στο εξωτερικό, αφού μοιάζει σαν να είναι πραγματικά μια βιωμένη εμπειρία αυτό που αφηγείσαι. Αν και στη λογοτεχνία αυτό δεν είναι απαραίτητο…
 Έχω ζήσει ένα χρόνο στη Σκωτία για τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Θα έλεγα όμως πως αποφεύγω συνειδητά να γράφω για βιωμένες εμπειρίες γιατί, στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον, δεν έχουν την απαιτούμενη απόσταση-αποστασιοποίηση για να γίνουν λογοτεχνία. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο ήθελα και η ιστορία αυτή να μοιάζει με μεταφρασμένο κείμενο. Δεν πρόκειται λοιπόν για βιωμένη εμπειρία αλλά, για μυθοπλασία.
Είχες από την αρχή μια ολοκληρωμένη εικόνα για την ιστορία που θα δημιουργούσες ή απλώς κάποια στοιχεία της;
 Ναι υπήρχε στο μυαλό μου από την αρχή η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας:
Ένας άνδρας περπατά σε μια πόλη. Αρχικά φαίνεται απλώς να περιγράφει την καθημερινότητά του, αλλά στην πραγματικότητα αναπολεί τις παλιές καλές μέρες . Τα σημεία αναφοράς- οι τόποι που καθημερινά επισκεπτόταν υποδηλώνουν την αγωνία του να διατηρήσει τις ίδιες ρουτίνες, σαν να μην άλλαξε ποτέ τίποτα.

Η δική μου άποψη είναι πως «πρωταγωνιστής» στην ιστορία που έγραψες είναι η ίδια η πόλη, και το πιο σημαντικό, το πιο ωραίο στοιχείο είναι ο τρόπος που προσεγγίζεις την σχέση του ανθρώπου-αφηγητή με αυτήν. Εμένα εκείνο που με άγγιξε πολύ είναι ο τρόπος που αναζητά ο άνθρωπος αυτός σημεία αναφοράς στην πόλη – σε κάθε πόλη. Θα ήθελα όμως να μου πεις-για να θυμηθούμε και το θέμα του διαγωνισμού, πόσο σημαντικά είναι το όνειρο και η φυγή για σένα, για τη ζωή σου…
 Χαίρομαι που το λέτε αυτό γιατί ήταν το ζητούμενο. Με ένα τρόπο η πόλη πρωταγωνιστεί, η κάθε πόλη με τα σημεία αναφοράς του καθενός μας. Οι αγαπημένες μας ρουτίνες από τις οποίες αγκιστρωνόμαστε για να νοιώθουμε ασφαλείς. Με ενδιαφέρει το ισχύον και το πραγματικό. Τι πιο πραγματικό για μας από αυτό που νομίζουμε και υποστηρίζουμε σθεναρά πως πραγματικά ισχύει; Oι υποκειμενικές αλήθειες που δημιουργουν την υποκειμενική πραγματικότητα του καθενός. Και παρ’όλα αυτά, παρά την επικοινωνιακή βαβέλ, η λογοτεχνία κερδίζει το στοίχημα όταν μπορεί να μιλά σε ένα συλλογικό ασυνείδητο.
Όνειρο και φυγή. Νομίζω πως ζω αρκετά μέσα στα όνειρά μου. Η ονειροπόληση συχνά με προστατεύει και με βοηθά να δημιουργώ. ‘Αλλες φορές με εγκλωβίζει στην λογική ενός μελλοντικού χρόνου. Όταν το αντιλαμβάνομαι, επανέρχομαι για να μην αφήνω τη στιγμή να ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια μου.


alt Από το πολύ σύντομο βιογραφικό που μας έχεις στείλει (ίσως το πιο μικρό από όλα όσα έστειλαν οι συγγραφείς της μικρής λίστας) ξεχωρίζω το στοιχείο ότι μαζί με τον Σοφοκλή Ρόκο (άλλη μια σύμπτωση: είχε διακριθεί στον περυσινό διαγωνισμό μας) δημιουργήσατε μια Λέσχη Δημιουργικής Γραφής –τη Γομολάστιχα. Θα ήθελα να μας πεις περισσότερα γι’ αυτήν την εμπειρία.
 Ξεκίνησε ως εμπειρία και κατέληξε τρόπος ζωής, άλλαξε δε τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζομαι.
Η Λέσχη άνευ διδασκάλου όπως πρωτοσυστήθηκε, ξεκίνησε το 2008 με ανθρώπους που γνωριστήκαν στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής του ΕΚΕΒΙ και που όταν αυτά ολοκληρώθηκαν, ήθελαν να κρατήσουν επαφή με συγγραφείς--αναγνώστες των ιστοριών τους. Την ιδέα σκεφτήκαμε κ οργανώσαμε μαζί με τον Σοφοκλή΄Ρόκο.

Ξεκινήσαμε αρχικά μόνο με τρία μέλη, στέλνοντας τις ιστορίες μας ο ένας στον άλλον, μέσω email, και κανονίζοντας μια συνάντηση το μήνα για να συζητήσουμε διεξοδικά τα κείμενά μας. Έπειτα πληθύναμε, αποκτήσαμε εννέα μέλη και βαφτίσαμε την Λέσχη Γομολάστιχα γιατί στις συναντήσεις μας έπεφτε πολύ σβήσιμο!
Ήταν δύσκολο αρχικά να σβήνουμε τις ιστορίες μας αλλά σύντομα το ξεπεράσαμε μέσω της έκθεσης στο φόβο μας και του κοινού βιώματος. Ίσα ίσα που ήταν αναγκαίο και μας έκανε να εξελιχθούμε.
Το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φαρφουλά η Συλλογή Διηγημάτων μας «Γράψε-Σβήσε, μου πήδηξες την ιδέα» (αντιλαμβάνεστε γιατί ο ιδιαίτερος αυτός  τίτλος...) στην οποία περιλάβαμε τα πιο αγαπημένα μας διηγήματα.


Θα ήθελα να μας μιλήσεις για την ως τώρα συγγραφική δουλειά σου και ειδικότερα για το βιβλίο σου που έχει εκδοθεί το 2010.
 Ξεκίνησα στην εφηβεία γράφοντας ιστορίες μυστηρίου. Στα χρόνια που ακολούθησαν έκανα στροφή σε πιο καθημερινές ιστορίες και νομίζω ωρίμασα μέσα από εκείνες, για να καταλήξω σήμερα σε πιο ιδιαίτερες αφηγήσεις.
Σημαντική για μένα ήταν η γνωριμία μου με τον Μισέλ Φάις, στο πλαίσιο των μαθηματών δημιουργικής γραφής του ΕΚΕΒΙ.
Το πρώτο μου βιβλίο, «Ψυχή στην Κούλουρη», από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, περιγράφει την ιστορία ενός εφήβου στην Σαλαμίνα του 89’ που δημιουργεί έναν δικό του κόσμο για να τρυπώσει εκεί και να προστατευτεί από τους κλυδωνισμούς της οικογενειακής ζωής αλλά καί τις αναπόφευκτές αλλαγές του τόπου και του χρόνου.


Μια κλασική ερώτηση και αναπόφευκτη είναι «τι γράφεις αυτό τον καιρό…;»
 Γράφω μία συλλογή διηγημάτων με κοινό άξονα μια φανταστική πόλη. Έχουν γραφτεί ήδη δεκαεπτά διηγήματα. Είναι σχεδόν ολοκληρωμένη και πιστεύω πολύ σε αυτή τη δουλειά.
Επίσης αναρωτιέμαι ποια πόλη θα είναι ο προορισμός σου στο ταξίδι που κέρδισες με το πρώτο σου βραβείο…
 Είμαι παιδί του Νοέμβρη και μ’αρέσει το κρύο! Είμαι λοιπόν ανάμεσα σε δυο πρωτεύουσες: Τη Στοκχόλμη και την Κοπεγχάγη. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα.Υπάρχει όμως ένας σημαντικότερος λόγος από τον καιρό: Στο Ελσίνκι της Φινλανδίας, έγραψα σχεδόν εξολοκλήρου τη συλλογή διηγημάτων που ετοιμάζω. Για κάποιον λόγο, ο τόπος και οι άνθρωποι με βοήθησαν να συγκεντρωθώ αλλά και να έχω την απαιτούμενη απόσταση που χρειάζομαι για το γραψιμό μου. Φιλοδοξώ η επόμενη βόρεια πρωτεύουσα να με κάνει να γράψω έναν νέο κύκλο διηγημάτων. Σας ευχαριστώ πολύ που με βοηθάτε να το υλοποιήσω!

Θα ήθελες να ζήσεις στο εξωτερικό; Θα ήταν πιο εύκολο πιστεύεις να ασχοληθείς με το γράψιμο αν ζούσες σε μια άλλη χώρα;  Η Ελλάδα (που τρώει τα παιδιά της) σου φέρνει θλίψη τώρα στα χρόνια της κρίσης ή έμπνευση; Ή ίσως και τα δύο; Με διαφορετικά λόγια: Ονειρεύεσαι τη Φυγή σε μια διεθνή καριέρα;
 Θα μπορούσα να ζήσω έξω για κάποιον καιρό. Νομίζω όμως πως θα είχα στο μυαλό μου την επιστροφή, τα δικά μου σημεία αναφοράς.
Η κρίση μού φέρνει θλίψη --όρεξη για δράση, ματαίωση καί έμπνευση. Υπάρχει ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων που με κάνει σχεδόν να κρατώ την ανάσα μου. Μιοιάζει με κλωστή στην οποία ακροβατούμε.
Δεν ονειρεύομαι τη φυγή. Μ’αρέσει η ζωή εδώ. Μαρέσει ο τόπος αλλά με στενοχωρεί το πως τοποθετούμε τους εαυτούς μας στον τόπο. Τον έχουμε δεδομένο. Αυτό χρειάζεται να αλλάξει. Σας ευχαριστώ πολύ.

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Η Γιούλη Αναστασοπούλου κέρδισε το 1ο βραβείο στο Διεθνή διαγωνισμό διηγήματος του eyelands!

Polis Art Cafe, στις 23 Νοεμβρίου

BΡΑΒΕΙΑ 3ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ EYELANDS

1o βραβείο: Barney’s corner, της Γιούλης Αναστασοπούλου
2o βραβείο: Τα γενέθλια της Μαρίας,της Αρχοντούλας Διαβάτη
3o βραβείο: Το παιχνίδι των τρένων, της Αργυρώς Μαργαρίτη και Νησιά, της Marija Nezirovic (Κροατία) -
Τιμητικές διακρίσεις (ισότιμες) σε: World Revolution 15 October 2011, του Hobgoblin Αχιλλέας και Χελώνα, του Seth Libby (ΗΠΑ) Ένα παράδειγμα της διαπερατότητας ορισμένων συνόρων, του Γιώργου Καραντάλη
Υπενθυμίζουμε τα 24 διηγήματα της μικρής λίστας:
 ΜΙΚΡΗ ΛΙΣΤΑ 3ου ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ  
Barney’s corner της Γιούλης Αναστασοπούλου
Do nothing, της Jolita Kelias* , (Λιθουανία) Λες να βγήκαν οι νεράιδες; της Λυδίας Δερέκη Όλες έτσι νομίζουμε, της Μαίρης Τσόγκα Springtime in Greece, του Gordon Hall (Αγγλία) Ένα παράδειγμα της διαπερατότητας ορισμένων συνόρων, του Γιώργου Καραντάλη Achilles and Tortoise, του Seth Libby (ΗΠΑ) Ας μπορούσα για μια φορά, του Δημήτρη Χατζηχαραλάμπους A dream come true, της Mary Irvine (Αγγλία) Ένας κόσμος που να βολεύει, του Κώστα Παπαϊωάνου I almost found it, Jen, της Helen Kampfner (Ισπανία) Last flight with Flame, της Φανής Ραγκούση Τα γενέθλια της Μαρίας, της Αρχοντούλας Διαβάτη World Revolution 15 October 2011, του Hobgoblin* Ο μικρός και ο μεγάλος, του Ιγνάντιου Μηλιόρδου Ονειρεύτηκα πως ήμουν θάλασσα, της Δέσποινας Χαραλαμπίδη Miss Flint awakening, της Denise Bayes (Ισπανία) Η σκάλα, της Μαρίας Θωμά (Κύπρος) Παρ’ ολίγον ωραίο, της Βασιλικής Χριστοδουλιά Σπασμένος Καθρέφτης, του Δημήτρη Σταυρογιάννη Το παιχνίδι των τρένων, της Αργυρώς Μαργαρίτη The dreamhouse, του NG F Clark (Αγγλία) Islands, της Marija Nezirovic* (Κροατία) Το κόκκινο φανάρι, του Άγγελου Ανδρέου ** ΕΠΙΛΟΓΗ EYELANDS (19 διηγήματα) Ένα διήγημα, της Ελίνας Ανδριανού Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα, του Αντώνη Τσιρικούδη Με δύναμη, του Ονούφριου Ντοβλέτη Φυγή, της Ελένης Χριστοφοράτου Lucy, του Γιώργου Κουβαρά Η καρδιά μου εκεί πάνω στα ψηλώματα, της Ελισάβετ Ιακωβίδου Το φτερούγισμα της πεταλούδας του Παναγιώτη Νικολάου Η επανάσταση του σούπερ μάρκετ, της Μαρισόφης Μαρινάκη Χωρίς επιστροφή, του Σταμάτη Μπεκιάρη Ο αυλός του Π., του Εργκάντο * Έτσι όπως μπερδευτήκαμε, της Ίριδας Φουστέρη Η φυλή των ανθρώπων, του Μανόλη Βενιέρη Οι γάμοι, της Αγγελικής Στεφάνου * Ο Υπερήρωας, του Χρήστου Καραντωνίου Οδηγίες οδικής ασφάλειας, του Τάσου Μιχαηλίδη Κύριε υπάρχω!, του Κλεμεντίνου* (Κύπρος) Νεφέλη, της Αθανασίας Μουταφίδη Βέρα Mushroom, του Γιώργου Γιώτσα Πετώντας στα σύννεφα, του Γιώργου Μαρινάκη -
Τα διηγήματα δημοσιεύονται με σειρά συμμετοχής στο διαγωνισμό. -\
 Η εκδήλωση για την παρουσίαση της Συλλογής Διηγημάτων θα γίνει στο Polis Art Cafe, στις 23 Νοεμβρίου.
Σχετική ανακοίνωση θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα τις επόμενες μέρες. - Τα διήγηματα απο την Επιλογή Eyelands θα αρχίσουν να δημοσιεύονται από την 1η Νοεμβρίου.
Η ανάρτησή τους θα ολοκληρωθεί τον Μάρτιο όταν θα ξεκινήσει ο νέος διαγωνισμός. -
Στη διάρκεια του νέου διαγωνισμού (20 Μαρτίου - 20 Ιουνίου 2014), θα ανεβούν στην ιστοσελίδα τα διηγήματα της Μικρής Λίστας. -
Κριτική επιτροπή των βραβείων του διαγωνισμού: Γεωργία Ανδρουλιδάκη, Αντωνία Γεωργεδάκη, Βικτώρια Μακρή, Κωστής Μαλουσάρης, Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Καίτη Στεφανάκη και Μαρία Ψωμά-Πετρίδου.

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

"άργησες..." του Δημήτρη Μποσκαίνου




(Στη Μνήμη του Κ.ΚΑΒΑΦΗ)

Αθήνα 03-05-2013
Το δωμάτιο μονόκλινο με όλες τις ανέσεις… καλό κατευόδιο .

Τι να πεις στον ετοιμοθάνατο οροθετικό; Στον ομοφυλόφιλο σαρανταπεντάρη που έσβηνε στον ‘Ευαγγελισμό’ από την ασθένεια της εποχής μας.

Αδιαφορία και Ρατσισμός, Μίσος κι Εγκατάλειψη, όλα μαζί βαπτισμένα AIDS.

Aργόσβηνε ως τα Καβαφικά κεριά κι έκανε από μόνος του το συνειρμό.

Όχι όμως κάθε κερί και μια μέρα, με τις ζωές που χάνονται τα παρομοίασε.

‘Σταγόνα η Ζωή στη δίνη του Χρόνου’ σκέφτηκε και μέσα στη θανατική του θλίψη μια αμυδρή , εσώτερη ανατριχίλα του ζέστανε ξαφνικά την κοιλιά. Αγάπη. Πόσο στ αλήθεια Αγάπησε κι Αγαπήθηκε. Τίποτε άλλο δεν είχε νόημα. Σε λίγο θα τέλειωνε κι αυτό όπως όλα τα ωραία μέσα σε αυτή την Παρωδία.

Έκλεισε τα μάτια του που χαν στερέψει από δάκρυα και υγρασία κι ευθύς το μυαλό του τον ταξίδεψε…

Στα μύχια της ψυχής, στο ζόφο των αναμνήσεων, στο κρίμα του τέλους των.

Αλεξάνδρεια (λίγα χρόνια πριν, Καλοκαίρι)

Το μεσημεριάτικο λιοπύρι έσκιζε την πέτρα στα δυο.

Άνυδρα τα πετρόχτιστα σπίτια στην αγορά με το κίτρινο της αμμόπετρας να κατισχύει, μπλέκονταν τόσο όμορφα χρωματικά με το κόκκινο, το μελιτζανί και το λευκό από τις αυτοσχέδιες τέντες -κουρελούδες που ‘ταν τα σκίαστρα των πάγκων στο παζάρι. Μυρωδιές , αισθήσεις, εικόνες και φασαρία.

Πιασμένοι από το χέρι κι ερωτευμένοι με τη Στιγμή και το Πάντα, απέριττα ντυμένοι στα λευκά, σεργιανούσαν παρασυρμένοι στη μέθη της Νιότης τους και τη πληρότητας της καρδιάς τους.

Δύο σώματα ενωμένα σε μια ψυχή, δυο παιδιά που δεν νοιάστηκαν στιγμή για τα βλέμματα και τους ψιθύρους των περαστικών ούτε για τις μανάδες που’ κλειναν τα μάτια των παιδιών στο διάβα τους.

Χάζευαν κοραλλένια κοσμήματα και φορούσαν ο ένας στον άλλο γιρλάντες, πετούσαν στον αέρα κι έλουζαν ο ένας τα μαλλιά του άλλου με μπαχάρια, παρά τις φωνές και τις αντιδράσεις του χοντρού μικροπωλητή.

Λάτρευαν να Ζουν.

Πριν νυχτώσει, με τη ζέστη να ιδρώνει ακόμα τα καλοσμιλεμένα τους κορμιά μπήκαν αγκαλιά στα λουτρά της Πόλης, ανανέωσαν αιώνιους όρκους μ ένα βλέμμα τους και φιλήθηκαν, αδιαφορώντας για τις δυσθυμίες των ντόπιων που βγήκαν όπως -όπως από το χαμάμ ν αποφύγουν το μίασμα.

Το βράδυ γλυκός έρωτας γαλήνεψε τη σκέψη και την ένταση της ημέρας καθώς το μαβί σκοτάδι που ‘μπαινε από παντού, έβρισκε εμπόδιο τα λευκά σεντόνια και την κουνουπιέρα.

Ο καιρός κύλησε.

H άμμος στην κλεψύδρα σώθηκε κι  έφυγε πια από τα ρούχα, το βλέμμα τη θύμηση.

Τέλειωσαν όλα τόσο εύκολα και τυχαία, όσο  τυχαία κάποτε ξεκίνησαν.

Κάποιος τον πληροφόρησε ότι ο Γλαύκος πέθανε μόνος στην Αλεξάνδρεια, ότι γύρισε εκεί για να τελειώσει. Να θυμηθεί και να σβήσει. Βαφτίστηκε και σαβανώθηκε μόνος του, άρχισε και τελείωσε εκεί που αγάπησε κι αγαπήθηκε.

Έκλαιγε για μήνες, δεν μπορούσε να το χωνέψει.

Οι εφιάλτες τον περίμεναν στην πρώτη στροφή κάθε που γλάρωνε το βλέμμα από εξάντληση. Σε λίγο καιρό ούτε τα φάρμακα τον βοηθούσαν πια να κοιμηθεί.

Ζωντανός Νεκρός περιφέρονταν από δω κι από κει… να θυμηθεί… γιατί του ήταν αδύνατο να ξεχάσει

Φαί και νερό ίσα να βαστιέται.

Αρρώστησε.

Πάνω που οι γιατροί ετοιμάζονταν να τον παραπέμψουν σε ψυχίατρο, κάποιος διέγνωσε σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, προχωρώντας με δική του πρωτοβουλία το ειδικό τεστ.

Έκαναν και δεύτερο τεστ που σε αντίθεση με το πρώτο βγήκε αρνητικό.

Δεν ήξεραν τι είχε, τα ψυχοφάρμακα δεν σταματούσαν την κάθοδο, ενώ σημάδια που εμφανίστηκαν σε πόδια και χέρια κι ύστερα σε όλο το σώμα, έκαναν τους γιατρούς να μείνουν στην αρχική διάγνωση από το πρώτο τεστ.

Δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το Σύνδρομο Έντονης Αγάπης, Πάθους κι Αποκλίνοντος Ερωτισμού.

Καλυτέρα από το τίποτα (θα σκέφτηκαν)… και βλέπουμε

Δεν ξύπνησε ποτέ από εκείνο το λυτρωτικό τελευταίο του Ύπνο.

Το νέο μαθεύτηκε με ταχύτητα φωτός και αρκετοί στο νοσοκομείο είπαν ‘Πέθανε ο πούστης από το 103’ κρυφογελώντας.

Οι πιο καλόψυχοι, χαμήλωσαν το βλέμμα και χωρίς χαρακτηρισμούς ψέλλισαν απλά…

‘Έφυγε νέος’

Δημήτρης Μποσκαίνος

Υ.γ.

Την ώρα που οι γιατροί έγραφαν τα απαραίτητα πάνω από το  παγωμένο σώμα του,  ένας άυλος εαυτός του σηκώθηκε και πέρασε από μέσα τους με κατεύθυνση προς την πόρτα… Ο Γλαύκος τον περίμενε εκεί, το ίδιο αέρινος κι αχνός, σ ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης, φορώντας εκείνα τα ίδια λευκά, με χέρια και πόδια σταυρωμένα σε στάση αναμονής , με χαμόγελο… εκείνο το ίδιο αιώνιο χαμόγελο.

-Άργησες.


Ο Δημήτρης Μποσκαίνος είναι 41 ετών, ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα. Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβλήματα... Το γράψιμο είναι αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα.

Ιστορίες του θα διαβάσετε στο προσωπικό του blog: http://paraxenesistories.wordpress.com/

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Νίκος Ξένιος, "O Kύριος των ανδρών" (μυθιστόρημα, προδημοσίευση αποσπάσματος)

"...Η μάνα μου μού τo΄λεγε: “Ευθαλία”, μου ‘λεγε, “μην ξεχνάς, είσαι κορίτσι!” Aυτή η κουβέντα, να ξέρετε κυρία Λαμπεντούα, καθόρισε τη ζωή μου. Και καθόρισε και τη σχέση μου με τον γιο μου. O Ζακ μου έφευγε για το γαλλικό σχολείο στις εφτάμιση κι αμέσως μετά έφευγα κι εγώ για τη δουλειά. Τα τελευταία χρόνια ποτέ δεν κοιμόμουν πάνω από τέσσερεις ώρες. Μπορεί γι’αυτό να χάλασε το δέρμα μου. Τέλος πάντων. Ήμουν πάντα όμορφη, μέχρι που ήλθα σ’ αυτόν τον τόπο κι ασχήμηνα, ρε γαμώτο. Δεν ξέρω γιατί, ταλαιπωρημένη ήταν η ζωή μου και στην Αρμενία, αλλ’ εδώ είχα πιο πολύ άγχος. Μάλλον το παιδί ήταν, κι όχι η φτώχεια. Άσε, να μη λέμε φτώχεια κιόλας, αφού έχουμε να φάμε, θα μας κάψει ο Θεός. Τα παιδιά στον κόσμο πεινούν, αφού έχουμε να φάμε δόξα τω Θεώ και μη μιλάς. Έτσι μου έλεγε η Σίλα. Η Σίλα ήταν η καλύτερή μου φίλη. Κι ας μην έρχεται τώρα ούτε να με δει. Προσπαθώ να ρίξω λίγο φως στη σκέψη μου, μα εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά. Να, ο Ζακ μου κοιμάται στα πόδια μου κι οι άλλες γυναίκες ακούγονται ταραγμένες μες στον ύπνο τους. Είναι περασμένες τρεις, Νοέμβριος μήνας. Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι άνθρωποι τέτοιαν ώρα, όμως εγώ είχα να σκεφτώ, να βάλω τα πράγματα σε τάξη. Τραβώ την κουβέρτα λίγο στα πόδια μου και ξαπλώνω πιο βαθιά στο κρεβάτι. Ένα ψυχρό ρεύμα έρχεται απ΄τη χαραμάδα. Το κοντέινερ είναι στημένο σ’ένα οικόπεδο του Δημοτικού Διαμερίσματος και κατεβαίνεις στο χώμα μ’ένα μεταλλικό σκαλί. Βάλαμε και πατάκι για να μη λασπώνουμε. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω, στο ίδιο τετράγωνο, μια φωτεινή διαφήμιση χρωματίζει τις σκοτεινές προσόψεις των σπιτιών. Κοιτάζω τα μπλε, ενώ το χρώμα τους λίγο-λίγο περνάει στο κίτρινο. Στο παράθυρο ανεβαίνει η μούχλα, γιατί τις τελευταίες μέρες βρέχει συνέχεια. Αυτή τη χρονιά δεν είχα πια σχεδόν καθόλου δουλειά, μόνο το σπίτι του κύριου Ιωάννη στην οδό Ντεμπιτάντ και τις σκάλες, και τελείωναν κι οι οικονομίες μου. Αλλά δεν κλαιγόμουν, γιατί όλοι το ίδιο παράπονο είχαν σ’ αυτόν τον τόπο. Κρύωνα πολύ, έπρεπε να σκεφτώ κάτι φωτεινό και ζεστό. Το παιδί τιναζόταν στον ύπνο του. Ήταν κοτζάμ άντρας πια, ένιωθα ότι θα μου έφευγε γρήγορα και δεν θα τον έλεγχα, όπως δεν έλεγχε κι εμένα η μάνα μου. Αλλ’ ούτε και κανένας άλλος. Μια ζωή ταλαιπωρία. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα εδώ με τον γιο μου και μια βαλίτσα. Οι άντρες εδώ μπορεί να μην είναι έξυπνοι, όμως είναι δυνατοί και λένε λιγότερα ψέματα από τις γυναίκες. Με τις ντόπιες γυναίκες δύσκολο να συνεννοηθώ. Μάλλον νόμιζαν πως ήθελα να τους πάρω τον άντρα. Έτσι λέγεται τα τελευταία χρόνια, πως «οι Ρωσίδες τρώνε τους αντράδες των γυναικών, και το ίδιο κάνουν και οι Ουκρανές». Δεν ξέρω τι κάνουν οι Ουκρανές και οι Ρωσίδες, εμένα το όνομά μου είναι Ευθαλία και είμαι Αρμένια. Στην αρχή νόμισα πως ο τόπος αυτός είναι φιλόξενος, μα γελάστηκα. Ήμουν νέα τότε και τα πράγματα ήταν καλύτερα, όμως με τον καιρό δυσκόλεψαν. Την κλιμακτήριο βέβαια δεν την είχα φτάσει, αλλά πλησίαζε, και ό,τι που προλάβαινα. Έπρεπε απλά να σκεφτώ, γιατί το παιδί μεγάλωνε και δεν ήξερα να του πω από πού έρχεται και πού πάει. Να του πω γιατί ήταν καλύτερα που ήταν αγόρι. Εγώ τουλάχιστον του Ζακ του το είχα πει από τότε που ήταν μικρός: «Να’σαι χαρούμενος που είσαι αγόρι!». Τώρα βέβαια αυτό έτσι το λέμε στα παιδιά μας, δεν το πολυπιστεύουμε αλλά το λέμε, μπας και -μια στις χίλιες- μείνουν χαρούμενα όταν μεγαλώσουν. Ειδικά στ’αγόρια δεν χρειάζεται να λες όλη την αλήθεια από νωρίς• γρήγορα θα καταλάβουν από μόνα τους..."

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Διάκριση της Ομάδας Γομολάστιχα

Σας ενημερώνουμε πως το μέλος της ομάδας μας, Mανώλης Βελισκάκης, θα συμμετέχει με το διήγημα  "ΡΟΖ ΚΟΡΔΕΛΑ" στη συλλογή διηγημάτων "Λόγω Τέχνης" των εκδόσεων Καλέντη λόγω της διάκρισής του στον αντίστοιχο διαγωνισμό (14η θέση μεταξύ 1469 υποψηφιοτήτων). Περισσότερες λεπτομέρειες για τoν διαγωνισμό:http://logotexnis.artspot.gr/

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Περιοδικό ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ

Η υπομονή ανταμείβεται. Καταπώς η ηρωίδα του κυρίου Φώλιου στην «ελκυστικη προσφορα» περίμενε υπομονετικά να ανοίξει το μαγαζί, έτσι κι εγώ ξεροστάλιαζα στα σκαλοπάτια του «χεστε τουλαχιστον εικοσι κιλα…» αναμένοντας την επερχόμενη ανάρτηση.
Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου όταν είδα προ εβδομάδος τέσσερις αναρτήσεις μαζεμένες. Το πρώτο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο κύριος Φώλιος πλέον εκδίδεται έντυπα (και με την άδειά του). Το δεύτερο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι, έχοντας εκδώσει τα εξαιρετικά βιβλία «σκουληκομυρμηγκότρυπα» και «κτηνογραφίες» του Μιχάλη Τάδε - έργα τα οποία μου έγιναν γνωστά στη μασονική λογοτεχνική στοά όπου συχνάζω τις νύχτες με πανσέληνο, όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνται - οι εκδόσεις «Τυφλόμυγα» μου είναι ιδιαίτερα προσφιλείς.


Η ταλαιπωρία, ωστόσο, που τράβηξα στο παρελθόν να εντοπίσω τα βιβλία του Μιχάλη Τάδε δε συγκρίνεται με τη δυσκολία του να εντοπίσω το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Τυφλόμυγα», αυτό του Δεκεμβρίου 2012. Αφού γύρισα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου, στο τέλος, έχοντας απαυδήσει, έκανα αυτό που έπρεπε εξαρχής να κάνω: να πάρω τηλέφωνο τον ίδιο τον εκδότη να τον ρωτήσω*. Εκεί λοιπόν, ο κύριος Κώστας, πατήρ των εκδόσεων και του περιοδικού Τυφλόμυγα, με πληροφορεί ότι σημείο διάθεσης των πονημάτων του είναι το βιβλιοπωλείο του εκδότου της λέσχης μας «Γομολάστιχα» κ. Διαμαντή Καράβολα ή Φαρφουλά επί της οδού Μαυρομιχάλη 18 κι εκεί να δείτε χαρά και αγαλλίαση, αφού βγήκαμε και συγγενολόι.
Το να επιδιώκει ένας εκδότης ή ένας δημιουργός να μένει στην αφάνεια και να αφήνει άλλους να μιλούν γι αυτόν, είναι μια στάση θεμιτή, ρομαντική και μάλλον ευθυνόφοβη, καθώς μεταθέτει την ευθύνη της «πεζής» προβολής σε κάποιον άλλον, κάποιον σαν τον Φαρφουλά που στηρίζει τις ανεξάρτητες προσπάθειες ή κάποιον φανατικό. Μπορεί να συντρέχουν κι άλλοι λόγοι, το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ότι το αναγνωστικό κοινό χάνει αξιόλογες προσπάθειες και την ευκαιρία της ποιοτικής ψυχαγωγίας κι επιμορφώσεως. Κι επειδή πλέον οι καιροί μας θέλουν υποψιασμένους («με άλλο κεφάλι») κι επειδή κανείς δε διατίθεται να δώσει τα ωραία του λεφτά σε προσπάθειες λιγότερο από πολύ καλές κι επειδή, στην τελική, «δε λέει» να αναζητείς ένα γμμένο τεύχος λες και είναι το Άγιο Δισκοπότηρο και να μην υπάρχουν ικανά σημεία διάθεσης, αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του άρθρου αυτού, να κάνει τις εκδόσεις-περιοδικό «Τυφλόμυγα» λίγο περισσότερο γνωστές στους αναγνώστες του μπλογκ, καταρχήν, και σε άλλους, στη συνέχεια, ώστε να το απολαμβάνουν περισσότεροι. 
Το περιοδικό «Τυφλόμυγα» που, επαναλαμβάνω, διατίθεται στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά** κοστίζει μόλις 3 ευρώ. Για ένα πήγα κι έφυγα με τρία. Οποιαδήποτε τιμή προς τα πάνω, εδώ που τα λέμε, θα ήταν υπερβολή, δεδομένου ότι το περιοδικό έχει αισθητική απλώς προσεγμένου fanzine, είναι ασπρόμαυρο, δεμένο με συρραπτικό (δεν γνωρίζω λοιπές τεχνικές πληροφορίες)  και δε διαθέτει συνεργάτες που θα ανέβαζαν το κόστος του, μεταφραστές, γραφίστες, διορθωτές και βιβλιοδέτες. Βρίθει σκαναρισμάτων, επαναδημοσιεύσεων κυρίως από περιοδικά του αντιεξουσιαστή- le όνειδος – ανένταχτου Λεωνίδα Χρηστάκη και από ξένα περιοδικά κι έχει και συνεντεύξεις-διηγήματα-αφιερώματα σε εγχώριους και ξένους συγγραφείς με τη στάμπα του εναλλακτικού- πρωτοπόρου (Πάνος Κουτρουμπούσης, Γερτρούδη Στάιν, Νικ Μπήτνικ, Λάρυ Κουλ, ενδεικτικά).
Κι όμως το περιοδικό θεωρείται φτηνό, αναφορικά με το περιεχόμενό του. Στο τελευταίο ειδικά τεύχος, του Δεκεμβρίου 2012,  πέρα από τα τέσσερα αριστουργήματα του Σάκη Φώλιου, το περιοδικό πραγματικά «τα σπάει»: αφιέρωμα στην εκδοτική δραστηριότητα στην Ελλάδα τον καιρό της δικτατορίας (αναδημοσίευση από το Panderma του Λεων. Χρηστάκη). Αφιέρωμα στον Τάσο Φαληρέα, δημοσιογράφο, δισκοπώλη, ποιητή και στον Γρηγόρη Γρηγοριάδη, πηγαίο κι ανένταχτο ποιητή –πεζογράφο που έγραφε μέχρι την εξαφάνισή του το 1995, ο οποίος,  με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του, φέρνει ένα επιθυμητό και χαριτωμένο αντίβαρο στην ακρότητα του μόνο γνωστού στο ευρύ κοινό αντιεξουσιαστή Νικόλα ‘Aσιμου. Τουλάχιστον ο Γρηγοριάδης είχε κι ένα βιβλιοπωλείο (στο οποίο δεν πατούσε κανείς). Και φυσικά ήταν ένας άνθρωπος με ήθος απέναντι στη συγγραφή. Αυτό τώρα δε μπορώ να το εξηγήσω, θα το καταλάβετε μόνοι σας. Αλλά ο άνθρωπος αποδείχθηκε πραγματική έμπνευση για μένα.
Φυσικά, πέρα από αυτά τα ωραία, το περιοδικό έχει μια αφοσίωση στο εναλλακτικό και στο προκλητικό per se, η οποία προσωπικά δε με ελκύει, αλλά who cares. Στην καλύτερη περίπτωση, τα αφιερώματα στους hipsters και στους beatniks, στους Hells Angels και στις κοινότητες των ελεσντιανών***, σε κάνουν να αναπολείς τα χρόνια τα παλιά, την εφηβεία σου, την αγνότητά σου και μπορεί να σε εμπνεύσουν για το μέλλον. Όλα κύκλους κάνουν.
Συνοπτικά, στο περιοδικό «Τυφλόμυγα» βρίσκεις ένα πολύ οικονομικό και ποιοτικό, ταυτόχρονα, ανάγνωσμα, σε πολύ εύχρηστο σχήμα για να το έχεις στην τσάντα σου και να διαβάζεις όποτε βρίσκεις χρόνο. Είναι, κυρίως, ένα αποτελεσματικό όχημα ιδεών, ποιεί συνειδήσεις και διαπνέεται από ήθος. Έχει συγκεκριμένη θεματολογία και ιδεολογία που δεν την προδίδει – κι ούτε χρειάζεται, στην τελική. Το περιοδικό μπορεί να είναι κοινός τόπος για ετερόκλητους ανθρώπους. Μερικές στιγμές μπορεί να χωρίσουν τον νομοταγή από τον εγκληματία, τον υγιή από τον πρεζάκια, την αγία από την πόρνη κι όλους αυτούς τους περιθωριακούς ανθρώπους που λάτρεψε ο Λεωνίδας Χρηστάκης****. The beast lies within, που λένε.

* Περιοδικό Τυφλόμυγα: Αραχώβης 14-16, τηλ. 210-36.37.164, tflmg@yahoo.com
** Εκδόσεις-Βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς: Μαυρομιχάλη 18 (είναι η κάθετος της Ακαδημίας ανάμεσα στην Ιπποκράτους και στη Χαριλάου Τρικούπη), 10680 Αθήνα, τηλ.: 2111845583, farfoulas@gmail.com 

*** Κατηγορούμενο εκ του LSD προερχόμενο

**** Αχ, να ζούσε ο Χρηστάκης και να έβλεπε τον διευθυντή μου, διευθυντή τραπέζης, να διαβάζει την «Τυφλόμυγα» που μου ζήτησε δανεική – κι αγύριστη, όπως το κόβω.