Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Το κερδηθέν στοίχημα ή μια μεγάλη επιτυχία για τη λέσχη μας

Ανακοινώθηκαν οι Λίστες Λογοτεχνίας 2012 του περιοδικού "Διαβάζω" και στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς-πεζογραφία, ιδού:

Βασίλης Κουνέλης, Νοματαίος, μυθιστόρημα, Ωκεανίδα
Γιώργος Μητάς, Ιστορίες του Χαλ, διηγήματα, Κίχλη
ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ, Το άχτι, διηγήματα, Φαρφουλάς
Χίλντα Παπαδημητρίου, Για μια χούφτα βινύλια, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο
Βασιλική Πέτσα, Θυμάμαι, νουβέλα, Πόλις

Νίκο μας, συγχαρητήρια! Μας έκανες περήφανους και είσαι για μας, ούτως ή άλλως, νικητής!




Περισσότερα για τα βραβεία:
http://www.avecnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=9509:-lr-2012&catid=2:2011-06-02-22-34-11&Itemid=8





Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Σε πράξεις τρεις

του Σοφοκλή Ρόκου

ΤΟ ΦΙΛΙ
Πάρκαρε μ’ έναν απότομο ελιγμό μέσα στην πιλοτή. Δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο στο μυαλό του, μόνο να την πάει και να την αφήσει σπίτι. Φρέναρε κοιτώντας ίσα μπροστά του στο μικρό κηπάκο της πολυκατοικίας. Κάρφωσε τα μάτια στα χαμηλά φυτά, καταπράσινα και φροντισμένα. Όχι δέντρα, όχι θάμνοι μόνο δεντρίλια ιδιαίτερα νοικοκυρεμένα, στη σειρά, λαμπερά, σε πλήρη αρμονία με το χορτάρι του μικρού κήπου, μαρτυρούσαν ενοίκους καθαρούς και νοικοκυραίους. Τράβηξε το χειρόφρενο δυνατά σχεδόν βάρβαρα και γύρισε και την κοίταξε.
Το πρόσωπό της ήταν ξαναμμένο κι όμορφο. Τα μάτια της έλαμπαν, γλυκά και πονηρά μαζί, σχεδόν αγοραία. Τα χείλη της σχημάτιζαν ένα αδιόρατο χαμόγελο ταμπουρωμένο πίσω από μύες σφιγμένους στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν μια κοροϊδευτική ριπή αστραφτερού γέλιου. Ναι, μπορείς να μ’ έχεις έλεγε εκείνο το πρόσωπο, προκλητικό κι απροσπέλαστο μαζί, χωρίς καμιά εγγύηση όμως ότι αυτό το έχεις θα σήμαινε και μια κατάκτηση διαρκείας και ουσιαστική. Μπορείς να μπεις μέσα μου, να καταφύγεις όχι όμως να κουρνιάσεις, να κατασταλάξεις.
Ανταριάστηκε ολόκληρος, τον κυρίευσε μια ακατανίκητη επιθυμία να βυθιστεί στην γλυκόπικρη αίσθηση που φανταζόταν ότι αναδίνει το στόμα της. Πίσω από τη στοματική της κοιλότητα μάντευε το κρανίο της, ήθελε να το κατακτήσει αλλά ταυτόχρονα τον κατατρόπωνε η τραχιά βεβαιότητα ότι ποτέ δε θα απλώσει νωχελικά τις αντρικές αρίδες του μέσα σ’ αυτό το καύκαλο.
Γύρισε το κεφάλι κι ολόκληρο το σώμα του προς το μέρος της κι έπεσε με ορμή πάνω στο στόμα της. Κατέφαγε τα χείλη, αιχμαλώτισε τη γλώσσα, κατατρόπωσε τα μάγουλα, πίεσε με τα δάχτυλα όλο το πρόσωπο. Ήθελε να συνεχίσει, να ξεριζώσει τα μαλλιά, να ξεκογχίσει τα μάτια, να ξεκολλήσει τη μύτη, να μην αφήσει τίποτα πάνω στ’ όμορφο πρόσωπο, να το ισοπεδώσει, να το ρουφήξει, να ‘ναι βέβαιος πως είναι ο τελευταίος που το είδε έτσι προκλητικό κι ατίθασο, να δίνεται και να αποκλείεται ταυτόχρονα, να διακωμωδεί και να βυθίζεται στην τραγωδία την ίδια στιγμή.
Δεν έκλεισε τα μάτια του, ανοικτά όπως ήταν τα ‘νιωσε να βαθαίνουν, να σκουραίνουν και να βουτάνε προς τα μέσα στα μαύρα χάσματα που ανοίχτηκαν απότομα πίσω τους. Τότε μόνο η άσπρη δυνατή αστραπή που τόση ώρα συσκότιζε το μυαλό του ξαφνικά έσβησε. Απομάκρυνε το πρόσωπό του από το δικό της και την κοίταξε. Ήταν σημαδεμένη παντού, σ’ όλο το πρόσωπο. Θυμήθηκε το φιλί του Klimpt, όχι δεν ήταν έτσι. Δεν ένιωθε να τους τριγυρίζουν λουλούδια και αρώματα, δεν ακούγονταν μουσικές και καμπάνες. Τ’ αγγελάκια γύρω τους κάγχαζαν κι έξυναν τα νιούτσικα κερατάκια τους, φυτρωμένα μόλις στα μακρουλά άσχημα κεφάλια τους.
Ένα τρανταχτό, σχεδόν διαβολικό γέλιο ακουγόταν επίμονο μέσα του και τον έκανε να νιώθει αμήχανος και μόνος. Δεν επαρκούσε, φοβόταν. Συρρικνωνόταν και ταυτόχρονα αυτοσαρκαζόταν. Ήθελε να καταβροχθίσει κι είχε μια κουμπότρυπα για στόμα, ήθελε να πετάξει και δεν είχε παρά πούπουλα σκόρπια κολλημένα σ’ ολόκληρο το σώμα του. Ήταν λίγος.

Η ΕΝΩΣΗ
Στο δωμάτιο ο αέρας μύριζε αρώματα οργασμού και έξαψης. Η ζεστασιά του ήταν ζεστασιά μήτρας που αρνιόταν να γεννήσει οτιδήποτε γιατί προτιμούσε να κρατήσει για λογαριασμό της όλη τη γλύκα. Έγειρε πάνω στην κατακόκκινη καρδιά-μαξιλάρι κι έκλεισε τα μάτια. Ονειροπολούσε και γυρνούσε λίγες στιγμές πριν. Τον θυμόταν ξαναμμένο κι όμορφο, σκοτεινό αντρικό σύμβολο μιας γλυκιάς αρπακτικότητας που ξεκινούσε από την τρυφεράδα κι ανέβαινε τρεχάτο την κλίμακα μέχρι την ηδονή και την αντάρα ακόμη και τον πόνο.
Έψαξε με τα χείλη της το μόριό του. Έψαξε με τα δάκτυλα του το αιδοίο της. Ιδρωμένοι μηροί ενώθηκαν σε ένα υγρό σφιχταγκάλιασμα.

Τυφλό κουφό κι αδοκίμαστο πάθος κινητοποιούσε κάθε ικμάδα των δύο σωμάτων που δεν ήξεραν πια αν ήταν δυο, ένα, χίλια δυο ή εκατομμύρια. Το μόριό του παντού μέσα στις κοιλότητες της αγωνιούσε να γεμίσει κάθε κενό και να πλημμυρίσει με την υγρή του δύναμη την ξεραϊλα μιας ζωής ολόκληρης που κυλούσε έξω από το σκοτεινό δωμάτιο, αγνοώντας τα ηδονικά φουντώματα που πρόσφερε ο ένας στον άλλον εκείνο το συμπυκνωμένο δίωρο.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Ένιωσε τη σκέψη του που αγκιστρώθηκε ξαφνικά στα μαλλιά της. Τον αισθάνθηκε να τα χαϊδεύει στην αρχή απαλά κι έπειτα ν’ αρπάζει μερικές τρίχες να τις τραβάει άγρια. Το χέρι του κατέβηκε στο σβέρκο της κι έπιασε σε μια λαβή κάποια συγκεκριμένα νεύρα της κι έκανε όλο της το κορμί να ακινητοποιηθεί. Όσο κι αν προσπαθούσε να απελευθερώσει το κεφάλι τινάζοντάς το και να κινήσει το λαιμό, η μέγγενη έμενε εκεί. Δε φαινόταν η παραμικρή εξωτερική εμπλοκή, καμιά παραμόρφωση μόνο σαν κάτι να αφαιρούσε κάθε ενέργεια από κάθε μέλος της ή ακόμα χειρότερα να τη μετέτρεπε σε ενέργεια εχθρική εναντίον της, σα να ‘βαζε το σώμα της να επιτεθεί στον εαυτό του.
Τον ένιωθε σαν ένα ρούχο που σε πληγώνει αλλά δεν μπορείς να το βγάλεις γιατί είσαι μπροστά στον κόσμο ή γιατί δεν έχεις άλλο ρούχο και χρειάζεσαι ένα, οπότε το υφίστασαι σιωπηλά, ούτε το πετάς, ούτε το ανέχεσαι. Αυτή η σκέψη κούρνιασε περιπαικτικά μέσα της.
Και δεν ήταν πια ο έρωτας που την κατείχε, δεν ήταν η χαρά του που την ενέπνεε. Ήταν μια οδύνη αναξιοπρεπής, όχι ισχυρή, όσο ενοχλητική κι απωθητική. Ένιωθε μικρή, αδύναμη σα να ‘χε υποτιμήσει, σχεδόν εξευτελίσει ένα σημαντικό της κομμάτι.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

πώς έγινα η υπογραφή της

(του Νίκου Ξένιου)



Τι είναι κανονικός άνθρωπος; Έκανα αυτήν τη σκέψη κοιτάζοντας τη γυναίκα μου, που κοίταζε το κενό. Και είδα τότε και τον ίδιο μου τον εαυτό από ψηλά, τον είδα έντρομο να αντικρύζει αυτό το απέραντο κενό πέρα από τη βεράντα, εκεί όπου είχαμε βάλει το πατάκι να κόβει το κρύο στη χαραμάδα. Ένα τυλιχτό παλιόπανο δηλαδή, που έπρεπε να το σπρώξεις με το πόδι για ν΄ανοίξει η μπαλκονόπορτα. Εκείνη να κοιτά το κενό πίσω από την κουρτίνα, πίσω από τη βεράντα, να ονειρεύεται αυτό το σπίτι στην εξοχή. Που το είχα αγοράσει στο όνομά της με οικονομίες χρόνων.
Σκέφτηκα λοιπόν πως πλέον η γυναίκα μου δεν ήταν ένας κανονικός άνθρωπος και τρόμαξα με την ίδια μου τη σκέψη. Αλλά παράλληλα κάθησα κι έβαλα κάτω να σκεφτώ άν και εγώ ήμουν κανονικός, να πούμε. Που κανονικό λέμε εκείνον που ζει σε αρμονία με το περιβάλλον του. Δηλαδή εκείνον που ξέρει, που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του επακριβώς. Η γυναίκα έχανε επαφή, αυτό ήταν σίγουρο. Η αρρώστια της ήταν τέτοια που δεν της επέτρεπε επαφή με την έξω πραγματικότητα.


Eκείνο, όμως, που μαρτυρούσε αδιάψευστα τη ραγδαία εξέλιξη της αρρώστιας ήταν η υπογραφή της. Ήταν τρομακτικό. Άλλο να στο λέω και άλλο να το ζεις. Οι χειμώνες είναι καταθλιπτικοί. Οι χειμώνες με συνεχή βροχή, πολύ χειρότεροι. Όταν πρέπει να μιλήσεις με κάποιον για σοβαρά θέματα κι έχεις μέσα στο σπίτι σου τη γυναίκα που τη φιλούσες και βογγούσε. Και μετά τη φιλούσες και καύλωνε. Και μετά έκανες έρωτα. Τη σύντροφό σου, που τώρα την έβλεπες σιγά σιγά να μετατρέπεται σε ανήλικη. Να μην καταλαβαίνει, να της μιλάς και να μουγκρίζει, να προσπαθείς εσύ τα συναισθήματά της να τα μαντέψεις μέσα σε τεράστιες περιόδους σιωπών. Να θέλεις να πάς καυλωμένος στο κρεββάτι της και σιγά σιγά να την αγγίξεις και να την υγράνεις εκεί μπροστά με το χέρι σου, να τη φτιάξεις. Πώς να το πώ , ντρέπομαι κιόλας , αλλά ακριβώς θέλω να πω να μπεις μέσα της και να της το κάνεις. Δεν λέω άγρια, γλυκά, να τη φτιάξεις τη γυναικούλα σου και να σου πει Δώστον μου άντρα μου δώστον μου γαμιά μου αλλά να μην μπορείς. Να μην σου πάει, δεν μού πήγαινε, πώς να στο πω, ήταν σαν έγκλημα γιατί θα ήταν σαν να εκμεταλλεύομαι ένα μικρό, ανυπεράσπιστο παιδί. Και δεν ήθελα πια να ξενογαμάω, την αγαπούσα, πώς το λένε. Ήταν όμως παρόλ’αυτά ένα παιδί, ξεμωραμένη τελείως.

Με έφτιαχνε, δε λέω, πολλές φορές –το λέω και θα πέσει φωτιά να με κάψει-πολλές φορές το σκέφτηκα να της τον χώσω μαλακά χωρίς να την πονέσω εκεί που ήταν ξαπλωμένη και με κοιτούσε με τα δυο χαμένα ματάκια της, αλλά μού πεφτε ρε γαμώτο, ήταν βιασμός, κανονικός βιασμός. Εδώ δεν ήξερε να πει τ’όνομά της καλά καλά. Για οργασμό να μιλάμε;Σκέφτηκα τόσες φορές, έτσι, από αγάπη, όχι βρώμικα, και μετά κατάπια τη σκέψη μου, την κατάπια για τα καλά και τράβηξα μαλακία. Η αγαπημένη μου είχε χαθεί ανεπιστρεπτί. Δεν μπορούσε να κάνει ένα σωρό πράγματα που θα μου θύμιζαν τα πρώτα χρόνια. Μια απλή γυναικούλα ήταν, βιοπαλαίστρια, μισθωτή, που όμως ήταν εκλεκτή νοικοκυρά κι εκλεκτός άνθρωπος, με ποιότητα στα συναισθήματά του και πόνο στην καρδιά του για τους άλλους ανθρώπους. Ιδιαίτερα για τους κατατρεγμένους της ζωής. Και για τα ζώα τα παρατημένα. Έτσι είχαμε πάρει και το γατάκι μας , την ψιψίνα μας την Άση, που ήταν πια η μοναδική μου συντροφιά, και ήταν και ο μίτος που μας συνέδεε. Γιατί τα λόγια απουσίαζαν από αυτό το σπίτι της σιωπής.

Κι έπρεπε να τραβήξω το πατάκι, αυτό το καταραμένο πατάκι, και μετά να τραβήξω και την κουρτίνα, για να μπει μια δέσμη από φως και ο θόρυβος από την πλατεία. Να νιώσω μιαν ανθρώπινη παρουσία. Στιγμές στιγμές αναρωτιόμουν τι θα επακολουθούσε, τι μας περίμενε ακόμα. Και βούρκωνα, αλλά σφιγγόμουν και έλεγα θα τη βγάλω έξω να δει κόσμο να μην ξεχαστεί τελείως! Στην αρχή τη βοηθούσα να κατέβει ένα ένα τα πόδια της στο κάθε σκαλί.

Μετά, παραιτήθηκε κι απ' αυτό, και τη ζαλωνόμουν στο σβέρκο και τη φορτωνόμουν. Και ήταν και παχειά και οι μυες της είχαν ατονήσει. Μού'παιρνε μισήν ώρα να κατέβω τα σκαλιά με τη γυναίκα μου στο σβέρκο, μόνο για να την πάω στη λαϊκή που τόσο της άρεσε,να περιδιαβάζουμε άν είχε ήλιο και να μας κοιτάει καλά καλά ο κόσμος, σαν αξιοπερίεργο. Άσε να μην τα θυμάμαι, που πώς να μην τα θυμάμαι, γίνεται; Έτσι, σκαλί σκαλί γινόταν , εκτός από σιωπηλή, και μια ακίνητη γυναίκα. Σιωπηλή και ακίνητη. Εγώ ήμουν τα μάτια της και τα πόδια της και η γλώσσα της. Αργότερα έγινα και η υπογραφή της.

Τα πρώτα δυο χρόνια έβαζε την υπογραφή της κανονικά. Μη φανταστείς καμμιά περίπλοκη υπογραφή, απολυτήριο γυμνασίου είχε η γυναίκα. Όμως τα πρώτα δυο χρόνια την έβαζε κανονικά, την αναγνώριζες. Σκεφτόσουν Ναι, είναι ένας κανονικός άνθρωπος,τουλάχιστον ακόμα. Όμως το πράγμα άρχιζε να γίνεται πολύ ανησυχητικό όταν στις τράπεζες δυσκολεύονταν πια να αναγνωρίσουν την υπογραφή της.

Τι εννοώ. Πηγαίναμε για να πάρουμε τη σύνταξή της και το πράγμα γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Ξεκίνησε σαν τρεμάμενη γραμμή, που σιγά σιγά έγινε μια καρικατούρα, μια ασυναρτησία, μέχρι που δεν μπορούσε πια να θυμηθεί καθόλου αυτή την υπογραφή. Σαν μικρό παιδί, κοιτούσε το χαρτί και μετά κοιτούσε το στυλό και δεν αντιδρούσε καθόλου. Της έπαιρνα μαλακά το χέρι και οδηγούσα το στυλό να σχηματίσει αυτή την υπογραφή, που τόσο καλά πια την ήξερα απέξω κι ανακατωτά. Την επόμενη φορά την άφηνα πάλι να το κάνει μόνη της. Αλλά η γυναίκα μου, τότε, απλά μουντζούρωνε την απόδειξη. Σαν μικρό παιδί. Σαν ένα κανονικό μικρό παιδί όμως. Τότε σκεφτόμουν πως ήταν κανονικός άνθρωπος, απλά δεν ήταν ενήλικας πια. Ο χρόνος λειτουργούσε αντίστροφα.

Δεν είχε ταυτότητα, δεν είχε υπογραφή. Ο υπάλληλος με κοιτούσε με οίκτο και τούκανα νόημα. Δεν ήταν εκεί το θέμα. Ο υπάλληλος καταλάβαινε, έπιανε το νόημά μου και καταλάβαινε. Και ο κόσμος στην ουρά καταλάβαινε και έπασχε κι αυτός μαζί μου. Δεν ήταν εκεί το θέμα. Το θέμα ήταν πως έπρεπε ν' αναλάβω να υπογράφω για λογαριασμό της. Κι αυτό τα σόγια της δεν θα το ανέχονταν, θα μου το έβγαζαν από τη μύτη.

Δεν το άντεχαν που ήμουν πια η υπογραφή της...

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Κριτική Κωστή Παπαγιώργη στο "Αθηνόραμα"



Γράψε σβήσε «μου πήδηξες την ιδέα»
Ιστορίες και κατορθώματα της Λέσχης «Γομολάστιχα»


(Φαρφουλάς, σελ. 123)
Η πειραματική αυτη ομάδα, παρότι αναγνωρίζει ότι η συγγραφή αποτελεί μοναχική διαδικασία, δοκίμασε με επιτυχία το αντίθετο. Μια οκτάδα υποψήφιων λογοτεχνών (Γ. Αναστασοπούλου, Μ. Βελισκάκης, Π.Μ. Ζερβός, Κ. Κορομπιλη, Αγγ. Μαρίνου, Ν.Ξένιος, Σ. Ρόκος, Ελ. Χριστοφοράτου) αποφάσισαν να δίνουν τα γραπτά τους για φιλική ανάγνωση και να αποδέχονται τις διορθώσεις, τις παρατηρήσεις και –καθώς πιστεύουμε– τις ποικίλες παρεμβάσεις. Είναι γνωστό ότι ο διορθωτής, αν έχει το ελεύθερο, μπαίνει στον πειρασμό να ξαναγράψει το κείμενο με δικό του, «καλύτερο» τρόπο. Άλλωστε, γι’ αυτό η όλη επιχείρηση βαφτίστηκε «γομολάστιχα». Οι ίδιοι ομολογούν ότι «η κριτική τούς πονούσε», άρα έσβηναν μάλλον παρά έγραφαν, θυσίαζαν πράγματα που αγαπούσαν, ήταν θα λέγαμε ένας συγγραφέας με οκτώ κεφάλια. Τα διηγήματα υπερβαίνουν τις αμηχανίες του πρωτάρη, καθώς διαβάζονται με άνεση κι έχουν αμεσότητα και ζωντάνια. Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε κάποια, πώς να βάλουμε όμως φιτιλιές στους κόλπους ενός φιλικού κύκλου στον οποίο κάθε μέλος αναγνωρίζει τόσο στο δικό του όσο και στα άλλα κάποια παρέμβαση που πιθανώς έφερε τούμπα το όλο γραπτό; Το μόνο που μπορούμε να πούμε (λόγω πείρας και όχι προφητισμ ού) είναι ότι η επιχείρηση «Γομολάστιχα» θα δικαιωθεί όταν τα μέλη της «τσακωθούν» για να βρει το καθένα τη δική του γραφή. Για να φιλιώσει κάποιος με τη γραφή, συχνά κάνει τους φίλους «εχθρούς»...

Κριτική της Ανίσας Ντούρα στο Protagon.gr

Ιδέες από Γομολάστιχα
26/01/2012

“Εκεί που νομίζεις πως το κεφάλι σου πάει να σπάσει, βρες τη δύναμη να αδράξεις τις ευκαιρίες που θα σε βοηθήσουν να βγεις από την μονοτονία. Και αν ακούγεται ουτοπικό βρες τρόπο να γίνεις λιγότερο ρεαλιστικός.” Είναι προτροπές που αυθαίρετα αισθάνομαι να λαμβάνω από μια ομάδα ανθρώπων που απαρτίζεται από οχτώ μέλη και δείχνουν να έχουν βρει τον τρόπο.

Πριν λίγο καιρό έλαβα μια πρόσκληση μέσω mail. Με ενημέρωνε για την παρουσίαση του βιβλίου “Γράψε σβήσε μου π*δ*ξες την ιδέα”. Ο τίτλος με παρεξένεψε. Άρχισα να ψάχνω πληροφορίες και έπεσα στο blog της ομάδας που έχει τον ιδιαίτερο τίτλο “Γομολάστιχα”. Αποτελείται από τους:

Γιούλ Αναστασοπούλου
Μανώλης Βελισκάκης
Παναγιώτης Ζερβός
Κατερίνα Κορομπίλη
Αγγελική Μαρίνου
Νίκος Ξένιος
Σοφοκλής Ρόκος
Ελένη Χριστοφοράτου.

Αποφάσισα να πάω, το βιβλίο δεν είχα προλάβει να το διαβάσω. Ο άνθρωπος που έκανε την παρουσίαση μου έδωσε μια εικόνα για τα μέλη της λέσχης. Δεν διαφέρει από εκείνη που είχα κατά νου, με βοήθησε όμως στο να την εμπλουτίσω έχοντάς τους απέναντί μου και παρατηρώντας συνάμα τις αντιδράσεις τους. Πρόκειται για ανθρώπους που αγαπούν τη γραφή και διαγράφουν ήδη μια πορεία οι περισσότεροι από αυτούς στις εκδόσεις διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Δεν είναι τόσο αυτό που με κάνει να τους καταξιώνω στο νου μου, όσο η προτροπή τους στο κοινό την ώρα της παρουσίασης. Ειπώθηκε από όλους, χωρίς εξαίρεση: “Αν αγαπάτε τη γραφή, δημιουργήστε τη δική σας λέσχη δημιουργικής γραφής”.

Το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί μια λέσχη της μορφής αυτής δόθηκε παραστατικότατα με ένα σκετσάκι που παρουσιάστηκε στην αρχή της εκδήλωσης. Είναι δυο μέλη που εκφράζουν την αντιπαράθεσή τους με έντονο και ρεαλιστικό τρόπο την ώρα που γίνεται σχολιασμός των κειμένων τους, αντιπαράθεση την ώρα της κριτικής. Από τα μέλη ειπώθηκε πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστείς ένα πλήγμα για το κείμενό σου αλλά συνάμα με μια φωνή κυριάρχησε το “Μπορεί να σκοτωθούμε, αλλά δεν θα διαλυθούμε”.

Πόσο θα θελα να είχα την αυθεντία να το έλεγα και για την κοινωνία μας αυτό...

Γομολάστιχα σε ευχαριστώ, έχω αρχίσει ήδη να σε διαβάζω!

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Στην εφημερίδα METROPOLIS

ΓΡΑΨΕ ΣΒΗΣΕ ΜΟΥ Π*Δ’’ΞΕΣ ΤΗΝ ΙΔΕΑ

Η ομάδα Γομολάστιχα δημιουργήθηκε το 2008. Αποτελείται από τους: Γιούλη Αναστασοπούλου, Μανώλη Βελισκάκη, Π. Μ. Ζερβό, Κατερίνα Κοροµπίλη, Αγγελική Μαρίνου, Νίκο Ξένιο, Σοφοκλή Ρόκο και Ελένη Χριστοφοράτου, οι οποίοι συναντιούνται δύο φορές το μήνα, συζητάνε και κριτικάρουν τα κείμενά τους, χωρίς κάποιο δάσκαλο δημιουργικής γραφής. Οπως οι ίδιοι γράφουν, «δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος από εµάς, αγανακτισμένος από τις συνεχείς διορθώσεις, γύριζε και έλεγε: ‘Αµάν πια! Μου πήδηξες την ιδέα!’» Τα καλύτερα από τα κείμενά τους αποφάσισαν να τα εκδώσουν, έτσι κυκλοφόρησε η συλλογή «Γράψε Σβήσε ‘Μου π*δ”ξες την ιδέα’» από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, η οποία αποτελείται από 21 διηγήματα με κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι όλα τους δουλεμένα μέσα στην ομάδα.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Το video της παρουσίασης της συλλογής μας



Την επιλογή και σύνθεση των εικόνων οφείλουμε στην Ελένη Γιαννέτου.

Τη σύνθεση της μουσικής προσφέρθηκαν ευγενώς να κάνουν οι May Fly.

Τους ευχαριστούμε ολόψυχα.

Γομολάστιχα