Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγγελική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγγελική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Αντιμνημονιακό

από την Αγγελική

Όταν πέθανε και σήκωσαν το στρώμα στην παράγκα της, βρήκαν από κάτω κοσμήματα και τιμαλφή, αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Κλασσικά πράγματα, δηλαδή. Το ασυνήθιστο ήταν ότι το σώμα της ήταν ακέραιο. Ούτε σε σήψη, ούτε μισοφαγωμένο από τις γάτες της, ήταν καθ’όλα αξιοπρεπές. Δεν είχαν αργήσει οι φίλοι της να την αναζητήσουν, όταν άρχισε να απουσιάζει από τα κοινά τους στέκια.
Το να έχεις φίλους που σε αναζητούν αμέσως, είναι από μόνο του ένδειξη ευτυχίας και πλούτου. Τίποτε όμως δεν προμήνυε αυτή την ευτυχή κατάληξη μια δεκαετία πριν. Η’ μήπως ήταν δεκαπέντε χρόνια;
Τότε ήταν μια φιγούρα με ξανθόλευκο μαλλί,  τεράστια μάτια γαλανά κι ορθάνοιχτα. Οι ώμοι της κοιτούσαν προς τα κάτω, τα μάτια μπροστά, με απορία, σα να μάθαινε ακόμα κι ας κόντευε τα εξήντα. Έσερνε κι έναν σκύλο μαζί της, παχύσαρκο, που πυορροούσε.
Τον έσερνε τα πρωινά του Σαββάτου στη λαϊκή κι έλεγε στους πωλητές στους πάγκους ότι ήταν άρρωστο το σκυλάκι της κι ότι έπρεπε, μάλλον, να του αλλάξει τροφή. Το έβγαζε βόλτα πάνω-κάτω στο στενό, εκεί που ήταν το σπίτι της, μια μονοκατοικία με τριανταφυλλιές. Έλεγε στις γειτόνισσες που τίναζαν τα χαλιά ότι έπρεπε να πάει στο γιατρό το σκυλί, γιατί ήταν πολύ άρρωστο.  Μην ήξεραν αυτές κανάν καλό; Μπα, πού να ξέρει αυτή που δεν ξεμύταγε απ’ το σπίτι της. Στις παιδικές χαρές όπου σύχναζε, έλεγε στα παιδάκια να μην πολυπλησιάζουν το σκυλί, τους έδειχνε όμως τις πληγές του που γυάλιζαν σαν αστέρια πυορροούντα.
Ο άντρας της φρόντιζε τις τριανταφυλλιές. Κάθε πρωί πήγαινε κοντά τους, να τις κανακέψει, και τις έβρισκε σκαμμένες και χεσμένες. Στο διάολο για σκυλί. Τα ‘βαζε με το γιο τους που τους κουβάλησε το κοπρόσκυλο και μετά δεν ασχολήθηκε ξανά. Με κείνη δεν τα βαζε ποτέ. Τη γυναίκα του. Καλός ήταν, όλα τα φρόντιζε.
Αυτή ένα σκυλί είχε μονάχα να φροντίσει και τα ‘κανε μαντάρα. Δεν της το έθιξαν ποτέ γιατί ήτανε ευαίσθητη και στεναχωριόταν.  Απλώς απέφευγαν να της αναθέτουν πράγματα, της χαμογελούσαν επαρκώς κι όλα καλά.
 Ο άντρας της φύραινε με τα χρόνια, της έριχνε πόσα χρόνια, είκοσι, είκοσι πέντε; Έφεραν μια Ουκρανή να τον προσέχει και η μισή σύνταξη πήγαινε εκεί. Ο γιος τους άλλαζε σταυροπόδι, φυλλομετρώντας την εφημερίδα. Έλεγε στον κόσμο πως έψαχνε στις αγγελίες για δουλειά.
Τη νύχτα που το σκυλί πέθανε, εκείνη στεκόταν πάνω από το στρώμα του, του έλεγε τραγουδάκια και του κουδούνιζε παιχνίδια. Πού και πού  του δρόσιζε τις πληγές με χαμομήλι. Ξάφνου είδε ένα φωτοστέφανο να σχηματίζεται γύρω από το χοντρό κεφάλι του και της φάνηκε πως ο σκύλος ήταν ο Ιησούς Χριστός που θυσιαζόταν, σε πραγματικό χρόνο, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Έπειτα το ζώο έγειρε το κεφάλι του στο μπράτσο της κι άφησε την τελευταία του πνοή.
«Πού πας μάνα;» τη ρώτησε ο γιος της, καθώς την είδε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Γύρισε και τον κοίταξε, ο κώλος του ήταν μεγαλύτερος από την καρέκλα που καθόταν. Άνοιξε το μάνταλο κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Δεν την ξαναείδαν ποτέ.
Πάνε δεκαπέντε χρόνια από τότε που στα εξήντα της - παρά μια χρονιά - άρχισε την επικερδή καριέρα της ως ρακοσυλλέκτρια. Οι φιλενάδες της πάλεψαν με ζέση πάνω από το φέρετρό της για ένα αναμνηστικό της δεύτερης ζωής της, ένα κουμπί, μια τηλεκάρτα, το διαμαντένιο δαχτυλίδι που της χάρισε κάποιος μεγιστάνας.
Οι θαμώνες της αυλής της, δώδεκα τον αριθμό, αναπολούσαν τις ωραίες εκείνες μέρες που ο άρτος και το κρασί εύφραιναν τας καρδίαις των, επιχείρησαν μάλιστα να κάνουν την ζωή της σχολικό εγχειρίδιο που θα έμπαινε στο μάθημα των θρησκευτικών. Όμως εκεί πλάκωσαν οι εκπρόσωποι του κλήρου και οι μνημονιακοί και το εγχείρημα ναυάγησε προτού καν αρχίσει. Κι έμεινε ένα παραμύθι να λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους, τις νύχτες που το φεγγάρι θυμίζει σκυλοκεφαλή, γιομάτη από λυκίσιες αναμνήσεις.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Κυανοπώγων

από την Αγγελική

«Δεν τα χω πει σε άλλον αυτά. Δεν ξέρω τώρα τί μ’έπιασε…».
Κοιτούσε τα δάχτυλά της που χτυπούσαν αμήχανα και ρυθμικά τα τοιχώματα της κούπας. Τα νύχια της. Το διαφανές βερνίκι τους έδινε μια διακριτικά φροντισμένη όψη, αλλά μια καινούργια στρώση τη χρειάζονταν οπωσδήποτε.  Έπινε σοκολάτα ζεστή.
«Εντάξει, αν δε θες, μη συνεχίζεις. Η γνώμη μου όμως είναι ότι σε φθείρει αυτή η ιστορία. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου φέρεται έτσι».
«Το ξέρω…» Κοίταζε ίσια μέσα στην κούπα της.
«Αν δεν έχεις το θάρρος να φύγεις, που το κατανοώ, πρέπει να πατήσεις πόδι σε κάποια ζητήματα. Συγνώμη για το «πρέπει», με πιάνεις πώς το εννοώ.»
«Μου φαίνεται φοβερά δύσκολο όλο αυτό».
«Θα είμαι δίπλα σου σε οτιδήποτε χρειαστείς».
Σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της από την άδεια κούπα και τον κοίταξε στα μάτια. Του άγγιξε το μπράτσο με ευγνωμοσύνη κι εκείνος, άθελά του, ανατρίχιασε.

Μετά από τον καφέ με την παιδική του φίλη, κι αφού φιλήθηκαν στο μάγουλο και υποσχέθηκαν αλλήλοις ότι θα έβγαιναν σύντομα ξανά, ο άντρας τράβηξε βιαστικά για το αγαπημένο του παιχνιδοπωλείο. Κόντευε η ώρα να κλείσει κι έπρεπε να προλάβει.
Η μαμά του τον πήγαινε εκεί από πολύ μικρό. Του αγόραζε ξύλινα παιχνίδια, κυβάκια κι αλογάκια, ακριβά, εισαγωγής. Συνήθιζε κι αυτός να πηγαίνει μονάχος του αργότερα, όταν ανακάλυψε τις συλλεκτικές κούκλες. Αυτές με τα μακριά τσίνορα, τις δαντελένιες καλτσούλες και τα κιλοτάκια, που έκανε αιματηρές οικονομίες για να αποκτά και εναγώνιες προσπάθειες για να κρύβει από τον πατέρα του που, παρόλη την καλλιέργεια και το ανοιχτό μυαλό του, του έριξε ένα φούσκο όταν ανακάλυψε την Πωλίνα στην ντουλάπα, αποκάλεσε το γιο του πούστη, ή μάλλον το έθεσε σαν ερώτημα, «πούστης θα μας βγεις;». Είχε μεγάλη αγωνία να προλάβει το κατάστημα ανοικτό, να παραλάβει το νέο του απόκτημα που είχε παραγγείλει από Αγγλία. Ηταν σίγουρος ότι η αναμονή και τα χρήματα άξιζαν τον κόπο.
Βγαίνοντας ένα τέταρτο αργότερα από το παιχνιδοπωλείο και χαϊδεύοντας την Ελεονώρα, πάνω από την ολοκαίνουργια κούτα της, συλλογίστηκε την παιδική του φίλη και μια σκιά μελαγχολίας συννέφιασε το βλέμμα του. Οταν αποκτούσε αυτό που ήθελε, πάντα αγωνιούσε για το μετά. Πώς θα έβγαινε η καινούργια κούκλα από το χέρια του. Διαμελισμένη και παραχωμένη στο βάθος του συρταριού σαν όλες τις προηγούμενες;

Η θα ταν αυτή η πρώτη που θα την έβγαζε - επιτέλους - καθαρή; Αυτή, το τέλος της αιματηρής του βασιλείας;

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Φούξια

από Αγγελική Μαρίνου

Τον Χριστό σας και την Παναγία σας προσκυνημένοι!!!
Κάποιοι περίοικοι κοιτούσαν ακόμα με περιέργεια πίσω από τις κουρτίνες. Οι περισσότεροι περιορίζονταν στο να ρίξουν ακόμα λίγα κορν φλέικς στο γάλα τους ή να αλλάξουν φύλλο στην εφημερίδα.
Βρωμιάρηδες, προδότες του έθνους!!!
Μια ταχυπαλμία πάντα τους έπιανε, φρόντιζαν όμως να την κρατούν κρυφή. Έτρεμαν τις Κυριακές και τις ημέρες των μεγάλων θρησκευτικών γιορτών, όταν οι καμπάνες της εκκλησίας άρχιζαν να χτυπούν από τις επτά η ώρα το πρωί συνεχόμενα, πολλές φορές μέχρι τις έντεκα, πράγμα που σηματοδοτούσε το ξέσπασμα του τρελού της μονοκατοικίας του αριθμού 14.
Εσείς και η αξιοπρέπειά σας τουρκόσποροι, εσείς και η αξιοπρέπειά σας!
Χριστιανοί, τουρκόσποροι, ξένοι, προδότες, έμπαιναν στο στόχαστρο του μαινόμενου, γίνονταν μέλας πολτός που έφτυνε σε κάθε κραυγή, ήταν πολλοί εκείνοι που δεν είχαν αντέξει τις πρωινές καμπάνες, άλλοι είχαν διαμαρτυρηθεί στην εκκλησία να κατεβάσουν  τα ηχεία, χωρίς αποτέλεσμα, άλλοι είχαν μετακομίσει, αλλά κανείς δεν είχε αντιδράσει όπως τούτος εδώ.
Εσείς είστε οι απόγονοι του Κολοκοτρώνη ρεεεεε;;;
Ήταν ο συνήθης επίλογος. Μετά η πόρτα βροντούσε πίσω του.
Για να ανοίξει ξανά λίγο μετά. Όπως βγαίνει το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή, έτσι έβγαιναν η γυναίκα του και η κορούλα του στο μπαλκόνι.
Το μωρό φορούσε  λουλουδιαστές κορδέλες με χρώματα του ουράνιου τόξου και  τραβούσε να τις βγάλει από το κεφαλάκι του. Η μαμά του είτε το κάθιζε στα γόνατά της και του μιλούσε, ή στο καροτσάκι του για να πλύνει το μπαλκόνι και την αυλή. Αρκετοί τύχαινε  τότε να περνάνε μπροστά από το σπίτι, τους χαμογελούσαν με κατανόηση, να δουν ότι δεν είναι μόνες σε αυτό τον μάταιο κόσμο, περιμένοντας σε μια ελάχιστη ανταπόδοση του ανθρώπινου ενδιαφέροντός τους, κάποιο χαμόγελο, κάποιο φευγαλέο βλέμμα. Η μάνα όμως απλά πλατάγιζε τα χείλη πρρρρρρπλ, πράγμα που το μωράκι έβρισκε πολύ διασκεδαστικό και χτυπούσε ενθουσιασμένο τα χεράκια και τα ποδαράκια του, προσπαθώντας να μιμηθεί τον ήχο. Και οι περαστικοί απογοητεύονταν από την τόση αναισθησία, έφτασαν κάποτε στο συμπέρασμα, ότι η γυναίκα ήταν εκείνη που έπρηζε τα συκώτια του έρμου του άντρα της που, αντί να τη σπάσει στο ξύλο, έβγαινε σαν τρελός στη γειτονιά να βρίζει τα θεία.
Όταν η γυναίκα και το μωρό χόρταιναν παιχνίδι, έλεγε η μαμά. «Πάμε τώρα πίσω στον κήπο, να φυτέψουμε πατάτες».
Ήταν μια διαδικασία που επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή ή σχεδόν. Έσκυβαν και άνοιγαν τρύπες στο χώμα, είκοσι εκατοστά βαθιές, όπως τις είχαν ορμηνέψει, έβαζαν κομματάκια πατάτας και περίμεναν να βγουν τα πατατόδεντρα. Αντί για πατατόδεντρα όμως έβγαιναν κάτι παράξενα άγρια φυτά με φούξια ανθάκια που κάθε πρωί θέριευαν και που κάθε σούρουπο κλείνονταν στο κουκούλι τους περιμένοντας τη νύχτα.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Το νυφικό και η ουρά του

από Αγγελική Μαρίνου

Όταν ξεκίνησε αυτή τη δουλειά, ήξερε ότι υπάρχει πολλή μοναξιά στον κόσμο. Δε σκεφτόταν όμως αυτό όταν αποφάσισε να γίνει κουκλοποιός. Το αποφάσισε γιατί του άρεσε να δημιουργεί και του άρεσε το ωραίο. Όλα τα άλλα τα ανθρωπιστικά ήταν σαν την ουρά ενός πανάκριβου νυφικού που, από εκκεντρικότητα της κατόχου του, αφήνεται να συρθεί κατάχαμα.

Ήξερε για τη μοναξιά του κόσμου όταν σχεδίαζε κούκλες για σεξ κι έβαζε πινελιές για να τους προσδώσει εκείνο το κάτι, εκείνο το ιδιαίτερο που θα τις έκανε κάτι περισσότερο από ένα one-night stand. Με ένα χάλκινο σκουλαρίκι στη γλώσσα, ένα μικρό τατουάζ στον καρπό σε σχήμα καρδούλας με κάποιο αρχικό, γυριστές βλεφαρίδες, τουρλωτή κοιλίτσα, μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν αντικείμενα έρωτα. Και να κάνουν το στυλ του αναγνωρίσιμο. Η περίοδος που φιλοτεχνούσε οδοντιατρικές κούκλες με ψυχρά ρεαλιστική οδοντοστοιχία ήταν μια περίοδος ουδέτερη, γέφυρα από τη νεότητα στον πραγματισμό.

Τότε τον είχαν πάρει τηλέφωνο από την εταιρία που δουλεύει τώρα, ότι έκαναν δεκτή την αίτησή του. Κι αυτός, με τον καιρό, έγινε ο βασικός κουκλοποιός, φτάνει πια τα δεκαπέντε χρόνια. Είναι εταιρεία που κατασκευάζει κούκλες-μωρά σε φυσικό μέγεθος.

Ήξερε ότι υπάρχει μοναξιά και πόνος στον κόσμο όταν έκανε την αίτηση, ήξερε ότι μαμάδες που έχουν χάσει τα μωρά τους ή γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά βρίσκουν παρηγοριά με τέτοιες κούκλες. Τις ντύνεις στο σπίτι με πανέμορφα ρουχαλάκια και μετά τις παίρνεις στο σούπερ μάρκετ, στο πάρκο, στην παιδική χαρά. Κι όλοι έρχονται να χαζέψουν το μωρό, να παίξουν με το ποδαράκι του, να του χαμογελάσουν, αλλά δεν υπάρχει αντίδραση και μετά η «μαμά» γελαστή τους σκάει το παραμύθι, ότι δεν είναι βρε αληθινό!, κι όλοι γελάνε μετά παρέα, ή, τέλος πάντων, αυτός είναι ο σκοπός.

Ήξερε λοιπόν από μοναξιά και πόνο και αυταπάτες, αλλά δεν πήρε τη δουλειά γι’ αυτό. H εταιρία είχε όνομα στη βιομηχανία, ισχυρό δίκτυο διάθεσης, πιστή πελατεία και αυξανόμενη παρουσία στο διαδίκτυο. Πράγμα που του εξασφάλιζε μια κάποια σιγουριά, ήταν τριανταπεντάρης και ήθελε να μπορεί να πληρώνει το νοίκι του, να πάρει αυτοκίνητο, να κάνει κάποια στιγμή και οικογένεια, όταν θα βρισκόταν το κατάλληλο άτομο και τα σχετικά.

Και έγινε ο βασικός κουκλοποιός, εκτοπίζοντας τους πάντες, λόγω του τεράστιου ταλέντου του, ή λόγω του ότι οι συνάδελφοί του πλησίαζαν σταθερά και αμετάκλητα τη σύνταξη κι ελάχιστοι νέοι συνάδελφοι, κάτι ξανθές, συνήθως, με καρέ, είχαν τα προσόντα να τον απειλήσουν στο ελάχιστο.

Κι έφτιαχνε τα μωρά του με απόλυτη προσοχή στη λεπτομέρεια και αγάπη, μέχρι που κάτι συνέβη.

Δε μπορεί πλέον να προσδιορίσει πότε άρχισε και γιατί. Πολύ πιθανόν να έφταιγε η οικονομική κρίση που επέβαλε το κακής ποιότητας βινύλιο και εισήγαγε τη συνθετική τρίχα. Που δεν επέτρεπε πια να ντύνουν τις κούκλες με ακριβά, ποιοτικά ρουχαλάκια, αλλά με βαμβακερά, λίγο ανώτερης ποιότητας από τα κινέζικα. Σίγουρα ήταν ένας από τους ενοχοποιητικούς παράγοντες γι αυτό που συνέβη, αλλά όχι ο βασικός.

Δεν του έφταιγε η οικονομική κρίση που άρχισε ξαφνικά να βαριέται να φυτεύει τουφίτσες τουφίτσες τα συνθετικά μαλλάκια και τα κολλούσε απλώς στο κρανίο με τρόπο γκροτέσκο κι ελάχιστα συμπονετικό προς τη μαμά που θα άνοιγε το κουτί και θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα αντίκριζε. Που ξεχνούσε να συμπεριλάβει στη συσκευασία πιπίλες και άλλα βασικά αξεσουάρ που η εταιρία διαφήμιζε ως δωρεάν. Που έκανε εκπτώσεις στα φουσκωτά, ροδαλά μαγουλάκια και παρήγαγε κούκλες καχεκτικές σαν ηρωίδες του Πόε. Που οι κούκλες του έγιναν ελάχιστα αληθοφανείς. ήταν αλύγιστες, σαν σε νεκρική ακαμψία. Δε μπορούσαν να φέρουν το δάχτυλο στο στόμα, να το πιπιλίσουν, να λυγίσουν τα γόνατα, μετά βίας μάλιστα κάθονταν σε καροτσάκι, καρεκλάκι φαγητού ή οτιδήποτε άλλο.

Και το χειρότερο; Όταν έρχονταν αγανακτισμένα μέιλ στην εταιρία κι αρνητικές κριτικές στο amazon, χαιρόταν. Χαιρόταν και περίμενε να τον διώξουν.

Περιμένει ακόμα να τον διώξουν και δεν ξέρει με ποιον να τα βάλει που δεν το κάνουν. Με τους  αγοραστές που ντρέπονται να κάνουν επιστροφή και να ζητήσουν τα λεφτά τους; Με τον καργιόλη τον φωτογράφο που είναι τόσο εξπέρ στο φώτοσοπ και κάνει τις κούκλες να φαίνονται τόσο όμορφες στα διαφημιστικά; Με τη μοναξιά του κόσμου που σε κάνει να συμβιβάζεσαι με το κάθε τι; Με την καράφλα του, την τύχη του, τον ψυχαναλυτή του; Ήξερε τελικά τον κόσμο, μάντευε ή πιθανολογούσε; Και τα κίνητρά του; Φόρεσε το νυφικό ή τον φόρεσε ή μήπως τον φόρεσε η ουρά του; Η μήπως κοντεύει να τον πνίξει αφού ο αέρας λιγοστεύει;

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Δύο γυναίκες

Το σύντομο διήγημα «Δύο γυναίκες» της Αγγελικής γράφτηκε στις 24-25 Φεβρουαρίου του 2011. Συζητήθηκε από την ομάδα στη συνάντηση της 23ης Μαρτίου 2011 στο σπίτι του Μάνου.

Η Αγγελική εμπνέεται κατά κύριο λόγο από καθημερινά, συνήθως πραγματικά, γεγονότα που συμβαίνουν σε γνωστούς της ή και στην ίδια. Η πάλι μεταφέρει στο χαρτί τον ταραχώδη κόσμο της με αλληγορίες. Η Αγγελική πρέπει να έχει ολοκληρωμένη μια ιστορία στο κεφάλι της προτού καθίσει να την καταγράψει, αδυνατεί να σκέφτεται και να γράφει ταυτόχρονα (αυτό γινόταν παλαιότερα, αλλά όχι πια). Γι αυτό και καθυστερεί αρκετά να καταθέτει κείμενα στην ομάδα, περιμένοντας τις ιστορίες να ωριμάζουν στο μυαλό της, τους χαρακτήρες να μορφοποιούνται, να παίρνουν όλα την οριστική τους εξέλιξη. Όταν αυτό γίνει, γράφει την ιστορία σαν αυτόματο, την ανεβάζει στο μπλογκ της και τη θεωρεί λήξασα. Πολύ σπάνια επανέρχεται για διορθώσεις ή πράγματα που της ξέφυγαν, αυτή την αρετή της αυτοβελτίωσης κατάφερε να της μεταδώσει η ομάδα.

Στη συνάντηση, έλαβε το λόγο ο Σοφοκλής που της είπε ότι το διήγημα είναι «σαν καλοραμμένο φόρεμα, του οποίου όμως φαίνονται οι ραφές». Είναι ένα στρωτό διήγημα με αρχή, μέση και τέλος, συμβατική σύνταξη, δηλωτικό ή σχεδόν, πιθανόν απλοϊκό. Παρατήρησε κάποιες πολυλογίες, οι οποίες είχαν ήδη αφαιρεθεί από τη γράφουσα, βασιζόμενη σε προηγούμενο mail του, κάποια περιττά δηλωτικά («σαν ελληνική ταινία του εξήντα»), που η γράφουσα διατήρησε γιατί της άρεσαν. Ο Νίκος θεώρησε το διήγημα αριστουργηματικό, λιτό, λακωνικό και πικρό, του Μάνου (πέρα από την παρατήρησή του ότι η ηρωίδα θα πάθει χοληστερίνη από τα πολλά αυγά που τρώει) του φάνηκε ενδιαφέρουσα αυτή η μελέτη της «ασφάλειας» που ο άνθρωπος πάντα θέλει και δε θέλει. Η Αγγελική φάνηκε λίγο προβληματισμένη στο τέλος για την πίκρα που βγάζουν τα έργα της, αλλά δε γνωρίζει κατά πόσο είναι σε θέση να το διαχειριστεί αυτό συνειδητά. Ωστόσο οι «δύο γυναίκες» παραμένουν το μέχρι σήμερα αγαπημένο της διήγημα.

Η ευκαιρία της είχε παρουσιαστεί με τα μανταλάκια. Δεν το έκανε επίτηδες. Έσκυβε στο μπαλκόνι της να μαζέψει τα απλωμένα, την έπιανε ζαλάδα, της έπεφταν ένα δυο μανταλάκια απ΄τα χέρια, προσγειώνονταν στο μπαλκόνι της νοικάρισσας του ισογείου.

Ήταν τότε, μετά την αποβολή της, που ένιωθε πως πάταγε και δεν πάταγε στη γη. Που καμιά φορά έχανε τον κόσμο. Δεν πειράζει, της έλεγαν γνωστοί και φίλοι, έχετε όλον τον καιρό μπροστά σας, μα ούτε χρόνο παντρεμένοι δεν κλείσατε καλά καλά. Εκείνος την είχε προσέξει πολύ, της είχε σταθεί. Του ήταν ευγνώμων.

Όταν ήρθαν οι ένοικοι του ισογείου, μια κοπέλα και ο φίλος της, ήταν ακόμα στο νοσοκομείο. Της το είπε η μητέρα της όταν γύρισε σπίτι. Η μητέρα της ήταν η ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας, νοίκιαζε τρία διαμερίσματα. Πρωτοείδε την καινούργια ενοικιάστρια κανα μήνα αργότερα, καθώς περίμενε το ασανσέρ. Αλληλοσυστήθηκαν. Χάρηκαν στη διαπίστωση ότι ήταν συνάδελφοι, καθηγήτριες αγγλικών. Αν και σίγουρα το ήξεραν και οι δύο από πριν, η μητέρα της δεν ήταν διόλου φειδωλή στα λόγια όσο αφορούσε στα οικογενειακά κατορθώματα. Ευχήθηκε στην κοπέλα καλή διαμονή. Κι εκείνη τη ρώτησε «Μήπως χάνεις τίποτα μανταλάκια τελευταία; Έχω κάνει συλλογή». Ναι, φυσικά, χαχα. Αδέξια, όχι αστεία. Μήπως ήθελε να πάει μισό λεπτό μέσα να της τα φέρει; Όχι, καλέ, μην τη βάζει τώρα σε κόπο. «Αφησέ τα στη σκάλα, αύριο, μεθαύριο, και θα τα πάρω».

Την ώρα που ανέβαινε στον όροφό της, αναρωτήθηκε γιατί δεν περίμενε την κοπέλα να της δώσει τα μανταλάκια επί τόπου. Γιατί την έπιασε ξαφνικά ταχυκαρδία, εκεί στο ξένο κατώφλι, τόσο που δεν μπορούσε να περιμένει ένα λεπτό.

Είχε γυρίσει για τα καλά στην καθημερινότητά της. Τα πρωινά κοιμόταν μέχρι αργά. Η μητέρα της, που έμενε στον αποκάτω όροφο, εννοούσε να την αντιμετωπίζει σαν ανήμπορη. Της μιλούσε γλυκά, της μαγείρευε, της καθάριζε το σπίτι. Στην αρχή η κόρη είχε δυσανασχετήσει, αλλά τελικά αφέθηκε στην φροντίδα της. Τα απογεύματα πήγαινε στο φροντιστήριο να κάνει σε παιδάκια αγγλικά. Της έκανε καλό να βλέπει παιδιά, παρά τους αρχικούς της φόβους. Κατά περίεργο τρόπο βοηθούσαν να κλείσει η πληγή πιο εύκολα.

Τα βράδια πήγαιναν με τον σύζυγό της βόλτα στη μαρίνα. Έτρωγαν καμία κρέπα ή χοτ ντογκ και συζητούσαν. Κατά τις έντεκα γυρνούσαν σπίτι. Περίμεναν το ασανσέρ μπροστά από την πόρτα των ενοίκων του ισογείου. Μια βραδιά άκουσαν από μέσα να σπάει κάτι βαρύ. Και μετά σιγή. «Μάλλον έσπασαν την τηλεόραση», είπε ο άντρας της και κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Δε ήταν η πρώτη φορά που άκουγε κάτι τέτοιο.

Τα μανταλάκια συνέχισαν να της πέφτουν από τα χέρια. Όμως δεν τα ξαναβρήκε αφημένα στη σκάλα για να τα πάρει. Δοκίμασε την τύχη της αφήνοντας να της πέσουν πετσετάκια κουζίνας και, μετά από έναν εύλογο δισταγμό, ένα δαντελένιο κυλοτάκι. Τα βρήκε όλα πλυμένα και σιδερωμένα σε μια σακούλα στα χέρια της μητέρας της «μου τα έφερε η νοικάρισσα του ισογείου, χθες που ήρθε για τα κοινόχρηστα, μα καλά, γιατί δε μου λες να σου μαζεύω εγώ την μπουγάδα, αν δεν αισθάνεσαι καλά;»

Είναι μερικές ευκαιρίες στη ζωή που απλώς τις χάνεις.

Συνέχισε να ξυπνάει αργά. Να βρίσκει το πρωινομεσημεριανό της έτοιμο. Αυγά ποσέ. Ομελέτα στραπατσάδα. Φέτες ψωμί με ταχινόμελο. Συνέχισε να πηγαίνει στο φροντιστήριο στις πέντε. Η ιδιοκτήτρια την έπιανε ιδιαιτέρως και της έλεγε ότι η αμοιβή της θα καθυστερούσε λίγο ακόμα γιατί οι-γονείς-δεν-εχουν-να-πληρώσουν-με-αυτή-την-κρίση-κι-εγώ-δεν-μπορώ-να-πιέζω-συνοικιακό-φροντιστήριο-είμαστε. Εκείνη έλεγε «τέλος πάντων». Τα παιδιά της έσπαγαν τα νεύρα. Στα διαλείμματα έπιανε κουβέντα με τη γαλλικού που ήταν η καλύτερή της φίλη. Καμιά φορά πήγαιναν για σουβλάκι μετά το μάθημα. Έπαιρνε τον σύζυγό της στο κινητό και τον ειδοποιούσε, για να ξέρει πως είναι με τη φίλη της και πως θα αργήσει.

Όταν περίμενε το ασανσέρ μπροστά από την εξώπορτα των ενοίκων του ισογείου, άκουγε από μέσα κούφια χτυπήματα, έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας της τασάκια και παντόφλες να εκσφενδονίζονται στον τοίχο, συνοδεία κραυγών «στο διάολο μαλάκα σε σιχάθηκα», «άει γαμήσου καριόλα», «να πας να γαμηθείς εσύ». Την ώρα που ο θάλαμος την ανέβαζε ασφαλή στον όροφό της, άκουγε την εξώπορτα στο ισόγειο να κλείνει με κρότο, προφανώς ο άντρας έβγαινε έξω για να ηρεμήσει ή να πικάρει τη φιλενάδα του, όπως θέλουν να σκέφτονται οι γυναίκες, και εκείνη, πάντα ασφαλής, έτοιμη να μπει στο διαμέρισμά της, ένιωθε τα θεμέλια της πολυκατοικίας να τρέμουν, όπως το ηφαίστειο που είναι έτοιμο να ξεράσει λάβα, η άλλη στο ισόγειο έκλαιγε με λυγμούς και οι λυγμοί της προκαλούσαν σεισμικές δονήσεις. «Αυτοί εκεί κάτω μια μέρα θα σκοτωθούν» έλεγε στον άντρα της, όταν ξάπλωναν στο κρεβάτι τους, «σιγά μη σκοτωθούν, τώρα που ερχόμουν τους άκουγα να το κάνουν, ακόμα κι όταν βγάζουν τα μάτια τους πρέπει να το ξέρει όλη η πολυκατοικία». Εκείνη χαμογελούσε, όπως χαμογελούσε στα παιδιά όταν έκαναν κάποια αταξία. Και χωνόταν στην αγκαλιά του άντρα της για να την πάρει ο ύπνος.

Υπνος-πρωινομεσημεριανό-φροντιστήριο-βόλτα-σουβλάκι-κρέπα-χοτ-ντογκ-οι-τσακωμοί-των-κάτω-ύπνος. Και όνειρα που βούλιαζαν σε κάτι υγρό και κολλώδες και ζωντανό, τόσο ζωντανό, που, μα την αλήθεια, πιο ζωντανά έκανε τα όνειρά της απ’ την πραγματικότητα.

Μια μέρα, συνάντησε τη νοικάρισσα του ισογείου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Είχαν περάσει μήνες, η άλλη είχε βαρύνει, είχε στρουμπουλέψει. «Ξέρεις», της είπε η νοικάρισσα κάπως μαγκωμένα, «δε θα μείνουμε για πολύ καιρό ακόμα στην πολυκατοικία. Είμαι έγκυος και θα χρειαστώ βοήθεια με το μωρό. Θα μετακομίσουμε αλλού, κάπου πιο κοντά στη μητέρα μου. Είμαστε λίγους μήνες εδώ, το ξέρω, ήταν όμως απρόοπτο». Μα τι λέτε τώρα. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ ευχάριστα. Θα λυπηθούμε βέβαια που θα φύγετε, αλλά πάνω απ΄όλα το μωρό.

Μια Κυριακή του Σεπτέμβρη οι ένοικοι του ισογείου έφυγαν. Είχαν έρθει οι μεταφορείς, τους έβγαζαν τα πράγματα από το παράθυρο, η μητέρα της γκρίνιαζε, ωραία πράγματα, να ρχονται και να φευγουν οι ένοικοι πατ κιουτ, και ποιος ξέρει τι ζημιές να κάνανε εκεί μέσα, κι όμως στην αρχή της είχαν γεμίσει το μάτι, πώς γελάστηκε έτσι αυτή. Τους έβλεπε στα σκαλιά να φεύγουν κι ακουγόταν από το πίσω τετράγωνο μια λατέρνα, σα να ‘ταν ελληνική ταινία του εξήντα, ο άντρας κρατούσε την κοπέλα από τον ώμο προστατευτικά, θα την παντρευόταν, θα κάνανε το μωράκι τους, θα βρίσκανε τον τρόπο να μονοιάσουν.

Περίμενε λιγάκι. Έπειτα κατέβηκε κάτω να ανοίξει το σπίτι, να αεριστεί, είχε ζητήσει απ΄τη μάνα της τα κλειδιά. Προς μεγάλη της απογοήτευση, ήταν απλά ένα άδειο σπίτι. Κανένα σημάδι ότι μέχρι πριν λίγες ώρες έμεναν άνθρωποι εκεί. Κανένα σημάδι στους τοίχους, χτυπούσαν με τον τρόπο τον μπάτσων, χωρίς να αφήνουν πληγές. Στο υπνοδωμάτιο στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Έμεινε να τον κοιτάζει ώρα πολλή.

Και μετά άνοιξε επιτέλους τα παράθυρα διάπλατα. Έπρεπε οπωσδήποτε κάποια πράγματα να γίνουν μέχρι το επόμενο «ενοικιάζεται». Η λατέρνα ακουγόταν ακόμη.