Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΚΑΤΑΒΑΣΗ

Ανεβαίνει στριμωγμένη. Ο μπροστινός πισωπατά και το χοντρό του παπούτσι προσγειώνεται στην κομψή της γόβα. Μουρμουρίζει μια «συγνώμη» μες απ' τα δόντια του σαν να λέει «ε, τι να γίνει με τόσο συνωστισμό; Συμβαίνουν κι ατυχήματα». Εκείνη καταπίνει μια βρισιά. Το μεσαίο της δάχτυλο τσούζει απ' το πάτημα, ωστόσο δεν έχει καμία πρόθεση να στήσει καυγά στη μέση της σκάλας. Έφτανε η ταλαιπωρία του τρένου να της σακατέψει τη διάθεση. Δε θα προκαλέσει την τύχη της. Στρέφει το βλέμμα αφηρημένα στο πλάι. Η κατάβαση γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας πάνω στον άλλο. Σπρωξιές και μασημένες βλαστήμιες συνωθούνται ανάμεσα στις τσάντες και τα παλτά. Και τότε τον βλέπει. Έτσι ξαφνικά, να κατεβαίνει, με τα σγουρά μαλλιά και τους πλατιούς του ώμους. Είναι εκείνος. Βάζει το χέρι της στη φωτιά για την ταυτότητά του κι ας έχει να τον δει μια ολόκληρη δεκαετία. Της φαίνεται, πρόκειται για μια ολότελα φευγαλέα εντύπωση, ότι ο χρόνος δεν έχει περάσει από πάνω του, μόνο τον έχει χαϊδέψει ξώφαλτσα μ' ένα ανεπαίσθητο γκριζάρισμα στους κροτάφους. Προσπαθεί να κινηθεί αντίστροφα προς τη ροή της σκάλας. Στέκεται αδύνατο. Όλα τη σπρώχνουν προς τα πάνω αδυσώπητα. Τα κινούμενα σκαλιά, ο ανάκατος κόσμος. Όλα. Τον φωνάζει, αλλά η φωνή της πνίγεται στη χλαλοή του πλήθους. Εκείνος εξακολουθεί να βυθίζεται στο βάθος της γης με το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στην κουπαστή. Φτάνοντας στην οροφή, ορμά στη διπλανή κυλιόμενη να ξανακατέβει, να προλάβει. Οι πλάτες ορθώνονται μπροστά της σαν τείχη. Μια θάλασσα από ριγέ κοστούμια, τα ανώνυμα, πλακέ, τυποποιημένα ανθρωπάκια του Γαΐτη. Μια ζωή εγκλωβισμένα στον μοναχισμό τους, τώρα βρήκαν να ζωντανέψουν για να της φράξουν το δρόμο. Μιλιούνια σαν έντομα καφκικά. Όλα βαλτά να της στερήσουν το όνειρο. Παραμερίζει τα εμπόδια αδιαφορώντας για τις απανωτές επιπλήξεις. «Πού πάτε, κυρία μου;». «Σιγά, κοπέλα μου!». «Κοίτα τρόποι! Τι πράγματα είν' αυτά;» Στο μυαλό της χορεύουν οι μνήμες. Βίαιος, παρορμητικός, της έκανε σκηνές. Του 'κανε κι εκείνη. Μια ζωή στην ένταση, στην παραφορά, έτρωγαν ο ένας τις σάρκες του άλλου. Τον παράτησε. Παντρεύτηκε έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, πράο, ευγενικό. Την αγγίζει με χίλιες δυο προφυλάξεις μην την πονέσει. Όλοι τούς καμαρώνουν, έχουν το «ταιριάζετε» στην άκρη των χειλιών τους. Αλλά αυτή βουτά στο κενό, κυνηγά τον άλλον, τρέχει πίσω απ' τα πιο ταπεινά ένστικτά της. Τον μισεί αυτόν τον άντρα και συνάμα τον ποθεί. Το σμίξιμο των ιδρωμένων τους κορμιών, οι μελανιές στα πόδια της, το θυμιατό της πυρωμένης του ανάσας... Πατά στην αποβάθρα. Στ' αυτιά της φτάνει το ανατριχιαστικό σφύριγμα-ειδοποίηση για την αναχώρηση του συρμού. Δεν προλαβαίνει να δει ούτε σε ποιο βαγόνι μπήκε. Οι συρόμενες πόρτες κλείνουν.

ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΑΤΟΥ

1 σχόλιο: