Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Φούξια

από Αγγελική Μαρίνου

Τον Χριστό σας και την Παναγία σας προσκυνημένοι!!!
Κάποιοι περίοικοι κοιτούσαν ακόμα με περιέργεια πίσω από τις κουρτίνες. Οι περισσότεροι περιορίζονταν στο να ρίξουν ακόμα λίγα κορν φλέικς στο γάλα τους ή να αλλάξουν φύλλο στην εφημερίδα.
Βρωμιάρηδες, προδότες του έθνους!!!
Μια ταχυπαλμία πάντα τους έπιανε, φρόντιζαν όμως να την κρατούν κρυφή. Έτρεμαν τις Κυριακές και τις ημέρες των μεγάλων θρησκευτικών γιορτών, όταν οι καμπάνες της εκκλησίας άρχιζαν να χτυπούν από τις επτά η ώρα το πρωί συνεχόμενα, πολλές φορές μέχρι τις έντεκα, πράγμα που σηματοδοτούσε το ξέσπασμα του τρελού της μονοκατοικίας του αριθμού 14.
Εσείς και η αξιοπρέπειά σας τουρκόσποροι, εσείς και η αξιοπρέπειά σας!
Χριστιανοί, τουρκόσποροι, ξένοι, προδότες, έμπαιναν στο στόχαστρο του μαινόμενου, γίνονταν μέλας πολτός που έφτυνε σε κάθε κραυγή, ήταν πολλοί εκείνοι που δεν είχαν αντέξει τις πρωινές καμπάνες, άλλοι είχαν διαμαρτυρηθεί στην εκκλησία να κατεβάσουν  τα ηχεία, χωρίς αποτέλεσμα, άλλοι είχαν μετακομίσει, αλλά κανείς δεν είχε αντιδράσει όπως τούτος εδώ.
Εσείς είστε οι απόγονοι του Κολοκοτρώνη ρεεεεε;;;
Ήταν ο συνήθης επίλογος. Μετά η πόρτα βροντούσε πίσω του.
Για να ανοίξει ξανά λίγο μετά. Όπως βγαίνει το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή, έτσι έβγαιναν η γυναίκα του και η κορούλα του στο μπαλκόνι.
Το μωρό φορούσε  λουλουδιαστές κορδέλες με χρώματα του ουράνιου τόξου και  τραβούσε να τις βγάλει από το κεφαλάκι του. Η μαμά του είτε το κάθιζε στα γόνατά της και του μιλούσε, ή στο καροτσάκι του για να πλύνει το μπαλκόνι και την αυλή. Αρκετοί τύχαινε  τότε να περνάνε μπροστά από το σπίτι, τους χαμογελούσαν με κατανόηση, να δουν ότι δεν είναι μόνες σε αυτό τον μάταιο κόσμο, περιμένοντας σε μια ελάχιστη ανταπόδοση του ανθρώπινου ενδιαφέροντός τους, κάποιο χαμόγελο, κάποιο φευγαλέο βλέμμα. Η μάνα όμως απλά πλατάγιζε τα χείλη πρρρρρρπλ, πράγμα που το μωράκι έβρισκε πολύ διασκεδαστικό και χτυπούσε ενθουσιασμένο τα χεράκια και τα ποδαράκια του, προσπαθώντας να μιμηθεί τον ήχο. Και οι περαστικοί απογοητεύονταν από την τόση αναισθησία, έφτασαν κάποτε στο συμπέρασμα, ότι η γυναίκα ήταν εκείνη που έπρηζε τα συκώτια του έρμου του άντρα της που, αντί να τη σπάσει στο ξύλο, έβγαινε σαν τρελός στη γειτονιά να βρίζει τα θεία.
Όταν η γυναίκα και το μωρό χόρταιναν παιχνίδι, έλεγε η μαμά. «Πάμε τώρα πίσω στον κήπο, να φυτέψουμε πατάτες».
Ήταν μια διαδικασία που επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή ή σχεδόν. Έσκυβαν και άνοιγαν τρύπες στο χώμα, είκοσι εκατοστά βαθιές, όπως τις είχαν ορμηνέψει, έβαζαν κομματάκια πατάτας και περίμεναν να βγουν τα πατατόδεντρα. Αντί για πατατόδεντρα όμως έβγαιναν κάτι παράξενα άγρια φυτά με φούξια ανθάκια που κάθε πρωί θέριευαν και που κάθε σούρουπο κλείνονταν στο κουκούλι τους περιμένοντας τη νύχτα.

3 σχόλια:

  1. υπόψη ότι οι καμπάνες στις εκκλησίες έχουν σιωπηρά απαγορευτεί. Επίσης τα μεγάλα κανάλια μας μιλούν όλο το απόγευμα Τούρκικα. Όντως επίκαιρο το αφήγημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή