Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Πείραμα

του Σοφοκλή Ρόκου


( Ο παρατηρητής κάθε πειράματος επηρεάζει την έκβασή του, άρα στην ουσία είναι μέρος του και συμμετέχει σ’ αυτό.)

Τους κοιτούσα από την απέναντι τζαμαρία.
Σίγουρα πιωμένοι, το μπουκάλι στην τσέπη της γυναίκας κι ο άντρας μόλις που κατάφερνε να βάλει το κράνος, πριν ανέβει πάνω στη μηχανή και κάνει ένα ελαφρύ νόημα στη συνοδό του ν’ ανέβει κι εκείνη, χωρίς κράνος.
Μ’ άρεσε πάντα να φαντάζομαι σενάρια για τους αγνώστους γύρω μου.
Έβγαιναν από μια μουσική σκηνή της μόδας, όπου μπορεί να είχαν βρεθεί εντελώς τυχαία, αν και ήταν παλιά φίλοι. Είχαν ωστόσο-ίσως- χαθεί μετά το Πανεπιστήμιο, πάντα κάτι υπήρχε μεταξύ τους, δεν έγινε ποτέ τίποτα ούτε καν ένα άγγιγμα, μερικά βλέμματα ίσως. Τώρα, υπέθεσα, είχαν κι οι δύο παντρευτεί, είχαν καλούς γάμους, ευτυχισμένους, το παραδέχτηκαν κι οι δυο και λάτρευαν τα παιδιά τους.
Δεν μπορούσε ν’ ανέβει εκείνη, κατέβηκε κι αυτός να τη βοηθήσει. Τους είδα ν’ αγκαλιάζονται, στην αρχή τα χέρια μέσα από τα ρούχα να κινούνται του ενός προς τον άλλο, ν’ αγγίζονται μόνο οι παλάμες , μετά άνοιξαν τα μπράτσα, έσμιξαν τα σώματα μέσα από τα χοντρά πανωφόρια, ήταν Νοέμβρης κοντά στο Πολυτεχνείο, θα μπορούσε να είχε έρθει εκείνος για την πορεία από την επαρχία, οι πινακίδες της μηχανής του ήταν από την επαρχία.
Κοιτάχτηκαν για λίγο μετά το αγκάλιασμα σιωπηλοί, την κράτησε γερά από το χέρι για να τη βοηθήσει ν’ ανέβει. Ανέβηκε κι εκείνος και γύρισε να της δείξει πώς να ενώσει τους μηρούς της με τους δικούς του, έπιασε τα πόδια της χωρίς να γυρίσει όλο του το σώμα προς το μέρος της και τα κόλλησε πάνω του γύρω από τους γοφούς και τα δικά του μπούτια. Κι εκείνη αφέθηκε, κι όλος της ο κορμός έγειρε πάνω του και τα χέρια της αγκάλιασαν τη μέση του. Έτοιμοι λοιπόν πάμε.
Είπα μια στιγμή να τους φωνάξω, είχαν σίγουρα πιει πολύ.
Ξεκίνησαν με ταχύτητα, η μηχανή ακούστηκε να βρυχάται.
Εντάξει θα είναι, σκέφτηκα.
Βάλθηκα να τους φαντάζομαι.  Θα την πάει στο ξενοδοχείο του, για λίγο έστω, να ζήσουν όσα δεν είχαν ζήσει, για χάρη του παλιού καλού καιρού τότε που ήταν φοιτητές κι επαναστάτες.
Είχαν ωστόσο πιει , άνοιξα την τζαμαρία, σταθείτε, άκουσα τη μηχανή να φρενάρει.

Εντάξει θα είναι, σκέφτηκα.
Βάλθηκα να τους φαντάζομαι.  Θα την πάει στο ξενοδοχείο του, για λίγο έστω, να ζήσουν όσα δεν είχαν ζήσει, για χάρη του παλιού καλού καιρού τότε που ήταν φοιτητές κι επαναστάτες.
Είδα το φανάρι στην επόμενη γωνία να γίνεται κόκκινο, δεν άκουσα όμως τη μηχανή να σταματάει.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου ωστόσο την είδα και την άκουσα να ορμάει στην απέναντι βιτρίνα, αφού πρώτα διέσχισε κάθετα τη μεγάλη λεωφόρο. Έγιναν όλα θρύψαλα, τζάμια και μηχανή και μπουκάλα και όλα.
Απόμεινα να κοιτάζω.

    

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

κριτική για την ΨΥΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΛΟΥΡΗ της Γιούλης Αναστασοπούλου

Ασφαλές καταφύγιο για τις φουρτούνες της ζωής

Ο δωδεκάχρονος Άγης μεγαλώνει στη Σαλαμίνα, δίπλα στη νεαρή χήρα μητέρα του που δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τη γιαγιά του, στις παραινέσεις της οποίας ανατρέχει συχνά ο μικρός, όταν ετοιμάζεται να κάνει κάποια ζαβολιά. Ο εν λόγω μικρός έχει την ικανότητα να «αλλάζει» την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζει, φτιάχνοντας ιστορίες ως προέκτασή της και δίνοντας άλλο νόημα στις λέξεις που τις περιγράφουν. Πρώτο «θύμα» ο υποψήφιος πατριός του Άγη, ο ταξιτζής Μπάμπης, τον οποίο ο μικρός φαντάζεται ότι ζει μόνιμα στο χωρίς ταπετσαρία ταξί του, όπου «ταπετσαρία (η), ουσιαστικό = ο χαρτονένιος κόσμος του τοίχου». Η άλλη αγάπη του Άγη είναι η Κούλουρη, από την οποία δεν θέλει καθόλου να φύγει. Βλέπει με τρόμο την απέναντι ακτή και θα μισήσει ό,τι τον απομακρύνει προσωρινά από κοντά της μέχρι να επιστρέψει στην αγκαλιά της ξανά.

Η πρωτοεμφανιζόμενη, ουσιαστικά, Γιούλη Αναστασοπούλου, έγραψε μια ιστορία με κέφι και μπρίο, αν και γλυκόπικρη λόγω του θέματός της. Το βιβλίο, μια νουβέλα, χωρίζεται σε τρία μέρη: στο πρώτο, «Στάση σε εκκίνηση», γνωρίζουμε τον Άγη και την οικογένειά του και ολοκληρώνεται η ιστορία με τον Μπάμπη. Στο δεύτερο, «Πέρα δώθε», ο Άγης ακολουθεί τη μητέρα του στο Πέραμα. Εκείνος πηγαινοέρχεται στη Σαλαμίνα, κάνει παρέα με τον Στέφανο και ερωτεύεται την Κοραλία, ένα χρόνο μεγαλύτερή του. Στο τρίτο, «Πίσω πάλι», η ψυχή μας επιστρέφει στη …θέση της και ο Άγης στην Κούλουρη.

Η νοσταλγία ξεχειλίζει από παντού για αυτό το νησί ,που πολλοί από εμάς πιθανόν δεν έχουμε καν επισκεφθεί κι ας βρίσκεται δυο βήματα από την Αθήνα. Μα τόσο ωραία είναι η Κούλουρη; θα αναρωτηθείτε. Πιθανόν. Αυτό που έχει ίσως περισσότερη σημασία για μας εδώ, είναι ό,τι αυτή συμβολίζει στο βιβλίο: μια επιστροφή στον οικείο τόπο, στο σπίτι όπου γεννιέται και μεγαλώνει κανείς, εκεί όπου σχημάτισε για πρώτη φορά και στη συνέχεια εδραίωσε μέσα του την εικόνα του κόσμου. Μια αφετηρία που είναι και ασφαλές καταφύγιο για τις φουρτούνες της ζωής. Η πολυδαίδαλη φαντασία του ευφυούς Άγη μας βοηθά να αναπαραστήσουμε με τα δικά μας χρώματα το γενέθλιο τόπο. Η υπαινικτικότητα του κειμένου, ωστόσο, ίσως σε κάποια σημεία να δυσκολεύει την κατανόησή του.

Η Γιούλη Αναστασοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε Φιλοσοφία-Παιδαγωγική-Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών, Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού στη Σκωτία και Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται ως Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια. Δεν δηλώνει τόσο συγγραφέας όσο συστηματικός αναγνώστης. Το 2008 βρέθηκε ανάμεσα στους δώδεκα επιλεχθέντες του διαγωνισμού των εκδόσεων Πατάκη Hotel Internet, με το διήγημα «Κάνε με φίλο σου». Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη συγγραφή στο ΕΚΕΒΙ.


Βασιλική Χρίστη
diavasame.gr

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Λουόμενοι (δυο εικόνες)


Τον αλείφει κρέμα στα μπράτσα. Του βάζει άλλες δυο γενναίες χούφτες στα μάγουλα. Κοιτάζει ξανά και ξανά στο πρόσωπό του. Απλώνει μια τελευταία σαν κουτσουλιά στη μύτη του. Ο μικρός-κοντά στα δώδεκα-, δεν μιλά και δεν σαλεύει, μόνο μοιάζει να απολαμβάνει το αγγιγμά της ή να περιμένει αυτό κάποτε να τελειώσει.
Εκείνη επανέρχεται με μια πορτοκαλάδα-φυσικό χυμό στο χέρι και μπαίνει ως τα μπούτια στην θάλασσα. Και τα μπούτια της φυσικός χυμός, χυμός που κατακάθισε. Και το ένα και το άλλο φλοιός πορτοκαλιού, ολοστρόγγυλα πορτοκάλια που έχουν πέσει χάμω. Στήθος δεν έχει, δυο τριγωνάκια απλά καλύπτουν το σημείο εκτοξεύοντας ιριδίζουσες γαλάζιες λάμψεις στη θάλασσα. Γαλαζιο το μαγιό πάνω κάτω, το κάτω μικροσκοπικό, μόλις που χωράνε τα οβάλ ηλιοκαμμένα οπίσθια και τα μπούτια πορτοκάλια συνθλίβονται στο περπάτημα προς τη θάλασσα. Έχει πέτρες η παραλία και η μάνα ξέρει πως κάνει άθλο περπατώντας στα ρηχά με το χυμό στο χέρι, αλλά πρέπει να φτάσει το παιδί της.
Μετά έξω και δυο. Σκουπίζονται. Μάνα και γιός. Η κόρη της κρατάει μούτρα γιατί νωρίτερα η μάνα της έφερε τον άλλο χυμό στο στόμα, της έχωσε το καλαμάκι στα χείλη, να πιει- η κόρη στα δεκατέσσερα-, έχει σκεπαστεί με την πετσέτα θαλάσσης και δεν θέλει να βλέπει κανένα, έχει ρίξει τα μαλλιά της στο πρόσωπο να σκεπάζει τα μάτια, να έχει οπτική επαφή αλλά κανείς να μην το ξέρει.
Ο γιός κάθεται πλάτη με τη μάνα, η κόρη έχει γυρίσει την πλάτη σε όλους, η μάνα που και που γυρνάει και τον παρατηρεί. Ο πατέρας είναι μια ομπρέλα πιο κει και παίζει τάβλι. Η μάνα βάζει λάδι στους ώμους της, φτιάχνει τα αλυσιδάκια του χεριού της, πιάνει τα μαλλιά της μια σφιχτή αλογοουρά-τα κάνει όλα αυτά ενώ τον σπρώχνει με την γερή της πλάτη-, βάζει λιπγλος και φοράει τα μεγάλα άσπρα γυαλιά της. Το σώμα της κουνιέται αυτάρεσκα, ο τρόπος που γυρίζει την πλάτη, το τίναγμα του κεφαλιού, το πως σμίγγει τα χείλη ενώ μιλάει. Ο μικρός ζαβλακωμένος στο πέρα-δώθε, αμίλητος, καμία προσπάθεια να την απωθήσει, καμία ελπίδα να ξυπνήσει μέσα του το τέρας της εφηβείας, αυτό με τον τρομαχτκό παλμό που χτυπάει στη φλέβα του λαιμού και να της ουρλιάξει: γάμησε μας ρε μάνα κάνε πιο κει.
Εκείνη γυρίζει ξανά και ξανά και τον παρατηρεί, ψάχνει αν θέλει κάτι, τον ρωτάει, τον χαιδεύει στα μαλλιά και στην πλάτη. Μετά γυρνάνε πλάτες πάλι και κάθονται έτσι μερικά λεπτά χωρίς να μιλάνε. Εκείνη τρώγεται με την άμμο στα πόδια της. Ξάφνου σηκώνεται και πάει στην απέναντι ομπρέλα, σκύβει στο αυτί του άνδρα της και ψιθυρίζει, λέει λέει ώρα πολλή και εκείνος αφήνει το τάβλι και την ακολουθεί ζαβλάκωμένος στο αυτοκίνητο. Αργούν πολύ και η πλάτη του μικρού μένει μετέωρη.
******
Η γιαγιά είναι ξερακιανή και χρειάζεται σιδέρωμα. Πως χωράει η γιαγιά σε αυτό το μπικίνι; Είναι η σούπερ γιαγιά, η όμορφη νέα που έχει φυλάξει την εικόνα της σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στο συρτάρι της γκαρσονιέρας στο Περιστέρι. Τα εγγονάκια της παίζουν γύρω της. Της ρίχνουν στα μαλλιά με νεροπίστολο, το ένα ασπριδερό και κοκκινομάλλικο, μαλλιάκια φωτιά, κοραλένια και τ’άλλο το κορίτσι απλό, αδύνατο, καστανό, ένα κορίτσι πέντε ετών που δεν σου αποτυπώνεται στη μνήμη. Το αγοράκι όμως ηλιαχτίδα, χαρά θεού, γελιο δροσερό γαργαριστό, ποδαράκια στρουμπουλά που κυκλώνουν τη γιαγιά του με το μαύρο μπικίνι και την αυστηρή στέκα.
Τα χειλη της γιαγιάς μια γραμμή από μαόνι. Και πάνω απ΄το χείλος ρυτίδες, τερατόμορφα ζαρώματα που μαζεύονται και απλώνουν στις πιτσιλιές του μικρού. Τώρα έχει το παιδι κοντά της, εκείνο κάθεται ακίνητο. Νομίζεις πως ξέχασα τι είπες για μένα; του λέει κοιτώντας του κατάματα.
Εκείνο δεν αντιδρά.
Αλλα θα σου δείξω εγώ μόλις πάμε σπίτι. Εγώ δεν ξεχνάω, με κατάλαβες; Συμπληρώνει ενώ συνεχίζει να το κοιτά.
Ο μικρός-είναι δεν είναι τεσσάρων-, δίνει ένα πήδο και καλπάζει με το κουβαδάκι του γεμάτο νερό γύρω από την ομπρέλα. Μετά πιάνει την αδελφή του στο κατόπι. Να θου πω, λέει λαχανιασμένος, θεθ να παίκθουμε εθύ πριγκίπιθα και εγώ ο καλόθ που θε θώζει;
Κανει δυο γυροβολιές και ύστερα πέφτει στην αγκαλιά της γιαγιάς του και της χαιδεύει τον σβέρκο.
Χρόνια μετά, σε μια γκαρσονιέρα στο Γκύζι, ο μικρός-μεγάλος πια-, στέκεται μπροστά από μια σιδερώστρα και πατάει με δύναμη τα ασπρόρουχα. Αλλά αυτά που αγαπά πιο πολύ να πατά είναι όπως λέει τα μαύρα.

*Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σαν σφηνάκια και εστάλησαν απευθείας στο μπλογκ। Περιμένω λοιπόν τα σχόλια των συναγωνιστών εδώ।
Γιούλη Αναστασοπούλου


Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

συμβουλές προς ενδυματολόγο

του Νίκου Ξένιου


« Φίλιππε,
δεν θα μπορούσα να σχεδιάσω κάτι άλλο στη σκηνή με τη μεταμφίεση. Έβαλα τον Πενθέα ντυμένο με στρατιωτικά να φοράει περούκα με κοτσίδες και μετά να χαριεντίζεται φιλάρεσκα στον καθρέφτη γιατί –το λέει και το όνομά του- αυτό κάνει αντίθεση. Μα τι να δει τώρα ο θεατής; Τούτος δω είναι ο βασιλιάς της Θήβας, έτσι δεν είναι; Και βρίσκεται πάνω στο θρόνο του,και προσπαθεί να τον υποστηρίξει, έτσι δεν είναι; Να πει και να πείσει πως η Κορυφή της πολιτείας μπορεί να φέρει και τη λύτρωση. Θέλει τη Θήβα να είναι μια πόλη «εγκεφαλική», χωρίς κορμί. Αλλά ο Ευριπίδης το βλέπει αυτό και στην Αθήνα (δεν μας το είπες στο σεμινάριο πριν αρχίσεις να σκηνοθετείς;). Αυτό δεν ζήτησες; Ν' αναδειχθεί το κορμί της Θήβας; Από τη μέση και κάτω, Φίλιππε, μιλάμε εδώ για το σεξ, μιλάμε για την αίσθηση της γης, για τις μυρωδιές της και τη μυρωδιά του σπέρματος και της κοπριάς.Και ο Πενθέας(το λέει και τ’ όνομά του) δεν το θέλει αυτό: ο Πενθέας θέλει την πολιτεία του μια εξαχνωμένη, μια θεϊκή πολιτεία, αλλά με βάση τους ουράνιους, τους ανδρικούς θεούς. Γι’ αυτό και πρέπει το κοστούμι του να είναι πολύ ανδρικό, μιλιταριστικό. Κιέπειτα, πρέπει να φοράει τυπικό γυναικείο ένδυμα.
Το υποστηρίζω αρκετά;
Περιμένω απάντησή σου με ανυπομονησία.
Κωνσταντίνος»


« Κωνσταντίνε κοίτα...δεν θα διαφωνούσα με το κοστούμι, μόνο που θέλω τον Πενθέα να απεκδύεται πλήρως το ανδρικό και να μένει ολόγυμνος πάνω στη σκηνή. Και μετά να φορά τους βοστρύχους και το ψιμύθιο, αλλά σαν νάναι μια μάσκα νεκρική, σαν να υποδυόταν, λίγο πριν πεθάνει, τον ρόλο του βαλσαμωμένου πτώματος. Να είναι έτοιμος για το φέρετρο, και το κεφάλι του που θα αποκοπεί να είναι ένα τρόπαιο αναμαλλιασμένο, μια παρεφθαρμένη εκδοχή της δόξας της ομιλούσης κεφαλής. Έτσι; Τήρησέ το αυτό, φίλε μου! Θέλω ο Πενθέας μου να νομίζει πως από την κορφή του έλατου θα μπορέσει όλα να τα παρακολουθήσει και όλα να τα κατασκοπεύσει και να τα υποσκάψει, χωρίς να συμμετάσχει στα οδυνηρά τεκταινόμενα των γυναικών. Μα πρέπει κι αυτόςνα είναι ζώο από τη μέση και κάτω και να πονά. Και να καταλάβει, με τον πιο οδυνηρό και φρικιαστικό τρόπο, πως δεν πρέπει κανείς να περιφρονεί το 'κάτω μισό', γιατί τα πόδια θα σηκωθούν και θα εκδικηθούν το κεφάλι. Το κάτω μισό του πρέπει να αποκοπεί. Γιατί έτσι κι αλλιώς δεν το τίμησε αρκετά, κι έχει κι αυτό τις άγριες,τις αιμοδιψείς του θεότητες. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, και καταλαβαίνεις βέβαια και τις αισθητικές/ εικαστικές παραμέτρους του εγχειρήματός μας. Βασίζομαι σε σένα, είσαι ο πιο έμπειρος ενδυματολόγος. Στο χέρι σου είναι να φανεί πως δεν πρόκειται για μεταμφίεση, αλλά για αλλαγή φύλου. Επί σκηνής, με δεδομένες τις σκηνικές συμβάσεις της κλασικής εποχής.
Σε φιλώ
Φίλιππος»


«Ευχαριστώ για το αναλυτικό γράμμα. Το διάβασα στη Ναταλία και συμφωνεί μαζί μας. Όμως εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς νοείται ο πόνος του κάτω μισού. Τόσες γενεές γαλουχήθηκαν, κι εμείς μαζί, να βλέπουν ένα ακάνθινο στέφανο στη θέση του εγκεφαλικού θεού τους. Οι Έλληνες δεν ήξεραν απ΄ αυτά, και η δυσκολία ενός σύγχρονου δυτικού κοινού συνίσταται στην προσέγγιση του ίδιου νοήματος από την ανάποδη. Νομίζω ότι η πλειοψηφία θέλει τον πόνο να αποδίδεται με κραυγές, και μάλιστα ει δυνατόν με πλέι μπακ. Ζούμε στην εποχή της Κλινικής Πόνου. Πώς να κραυγάσει το κομμένο κεφάλι του Πενθέα, πώς να γυρίσει να δει η Αγαύη στη δική σου σκηνοθεσία τι ακριβώς κρατά, τι αποτρόπαιο τρόπαιο;
Βλέπεις ; δεν είναι τόσο απλό...
Κωνσταντίνος»


« Αχ βρε Κωνσταντίνε. Πάντα ήθελες να κυριολεκτείς. Βγες λίγο από τον εαυτό σου, σου είπα ότι είναι αλλαγή φύλου, μεταμόρφωση, όχι τρανσβεστισμός. Και το εννοώ. Πονάει το κορμί της Θήβας και σπαράσσεται κι αυτός δεν καταλαβαίνει Χριστό πάνω στο θρονί του. Και κρατά το θώκο του με τη βία. Ποιος είναι ο φίλος του λαού και ποιος ο εχθρός του,για να το δούμε και με το θεατρικό πρίσμα του Ιψεν; Αν πάλι δεν θέλεις να το δεις έτσι, πάρτο αλλιώς:πες, λόγου χάριν, ότι σου έλεγαν να διαλέξεις ανάμεσα στον πόνο της γέννας και την επίμονη ημικρανία. Τι θα διάλεγες; Είναι ρητορικό το ερώτημα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Μη μου μιλάς για πλέι μπακ. Έχουμε το κοινό στο αμφιθέατρο να ψάχνει το τραγικό εκτός πλαισίου, και το μόνο που μας μένει ως επιλογή είναι να κόψουμε το κεφάλι και να πονάει το κομμένο κεφάλι, κι όχι το αφημένο σπαραγμένο κορμί. Εν ανάγκη να κραυγάζει το κομμένο κεφάλι, ρε φίλε!

Το βλέπεις αυτό μπροστά σου ως προοπτική;

Φίλιππος»


Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Το νυφικό και η ουρά του

από Αγγελική Μαρίνου

Όταν ξεκίνησε αυτή τη δουλειά, ήξερε ότι υπάρχει πολλή μοναξιά στον κόσμο. Δε σκεφτόταν όμως αυτό όταν αποφάσισε να γίνει κουκλοποιός. Το αποφάσισε γιατί του άρεσε να δημιουργεί και του άρεσε το ωραίο. Όλα τα άλλα τα ανθρωπιστικά ήταν σαν την ουρά ενός πανάκριβου νυφικού που, από εκκεντρικότητα της κατόχου του, αφήνεται να συρθεί κατάχαμα.

Ήξερε για τη μοναξιά του κόσμου όταν σχεδίαζε κούκλες για σεξ κι έβαζε πινελιές για να τους προσδώσει εκείνο το κάτι, εκείνο το ιδιαίτερο που θα τις έκανε κάτι περισσότερο από ένα one-night stand. Με ένα χάλκινο σκουλαρίκι στη γλώσσα, ένα μικρό τατουάζ στον καρπό σε σχήμα καρδούλας με κάποιο αρχικό, γυριστές βλεφαρίδες, τουρλωτή κοιλίτσα, μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν αντικείμενα έρωτα. Και να κάνουν το στυλ του αναγνωρίσιμο. Η περίοδος που φιλοτεχνούσε οδοντιατρικές κούκλες με ψυχρά ρεαλιστική οδοντοστοιχία ήταν μια περίοδος ουδέτερη, γέφυρα από τη νεότητα στον πραγματισμό.

Τότε τον είχαν πάρει τηλέφωνο από την εταιρία που δουλεύει τώρα, ότι έκαναν δεκτή την αίτησή του. Κι αυτός, με τον καιρό, έγινε ο βασικός κουκλοποιός, φτάνει πια τα δεκαπέντε χρόνια. Είναι εταιρεία που κατασκευάζει κούκλες-μωρά σε φυσικό μέγεθος.

Ήξερε ότι υπάρχει μοναξιά και πόνος στον κόσμο όταν έκανε την αίτηση, ήξερε ότι μαμάδες που έχουν χάσει τα μωρά τους ή γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά βρίσκουν παρηγοριά με τέτοιες κούκλες. Τις ντύνεις στο σπίτι με πανέμορφα ρουχαλάκια και μετά τις παίρνεις στο σούπερ μάρκετ, στο πάρκο, στην παιδική χαρά. Κι όλοι έρχονται να χαζέψουν το μωρό, να παίξουν με το ποδαράκι του, να του χαμογελάσουν, αλλά δεν υπάρχει αντίδραση και μετά η «μαμά» γελαστή τους σκάει το παραμύθι, ότι δεν είναι βρε αληθινό!, κι όλοι γελάνε μετά παρέα, ή, τέλος πάντων, αυτός είναι ο σκοπός.

Ήξερε λοιπόν από μοναξιά και πόνο και αυταπάτες, αλλά δεν πήρε τη δουλειά γι’ αυτό. H εταιρία είχε όνομα στη βιομηχανία, ισχυρό δίκτυο διάθεσης, πιστή πελατεία και αυξανόμενη παρουσία στο διαδίκτυο. Πράγμα που του εξασφάλιζε μια κάποια σιγουριά, ήταν τριανταπεντάρης και ήθελε να μπορεί να πληρώνει το νοίκι του, να πάρει αυτοκίνητο, να κάνει κάποια στιγμή και οικογένεια, όταν θα βρισκόταν το κατάλληλο άτομο και τα σχετικά.

Και έγινε ο βασικός κουκλοποιός, εκτοπίζοντας τους πάντες, λόγω του τεράστιου ταλέντου του, ή λόγω του ότι οι συνάδελφοί του πλησίαζαν σταθερά και αμετάκλητα τη σύνταξη κι ελάχιστοι νέοι συνάδελφοι, κάτι ξανθές, συνήθως, με καρέ, είχαν τα προσόντα να τον απειλήσουν στο ελάχιστο.

Κι έφτιαχνε τα μωρά του με απόλυτη προσοχή στη λεπτομέρεια και αγάπη, μέχρι που κάτι συνέβη.

Δε μπορεί πλέον να προσδιορίσει πότε άρχισε και γιατί. Πολύ πιθανόν να έφταιγε η οικονομική κρίση που επέβαλε το κακής ποιότητας βινύλιο και εισήγαγε τη συνθετική τρίχα. Που δεν επέτρεπε πια να ντύνουν τις κούκλες με ακριβά, ποιοτικά ρουχαλάκια, αλλά με βαμβακερά, λίγο ανώτερης ποιότητας από τα κινέζικα. Σίγουρα ήταν ένας από τους ενοχοποιητικούς παράγοντες γι αυτό που συνέβη, αλλά όχι ο βασικός.

Δεν του έφταιγε η οικονομική κρίση που άρχισε ξαφνικά να βαριέται να φυτεύει τουφίτσες τουφίτσες τα συνθετικά μαλλάκια και τα κολλούσε απλώς στο κρανίο με τρόπο γκροτέσκο κι ελάχιστα συμπονετικό προς τη μαμά που θα άνοιγε το κουτί και θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα αντίκριζε. Που ξεχνούσε να συμπεριλάβει στη συσκευασία πιπίλες και άλλα βασικά αξεσουάρ που η εταιρία διαφήμιζε ως δωρεάν. Που έκανε εκπτώσεις στα φουσκωτά, ροδαλά μαγουλάκια και παρήγαγε κούκλες καχεκτικές σαν ηρωίδες του Πόε. Που οι κούκλες του έγιναν ελάχιστα αληθοφανείς. ήταν αλύγιστες, σαν σε νεκρική ακαμψία. Δε μπορούσαν να φέρουν το δάχτυλο στο στόμα, να το πιπιλίσουν, να λυγίσουν τα γόνατα, μετά βίας μάλιστα κάθονταν σε καροτσάκι, καρεκλάκι φαγητού ή οτιδήποτε άλλο.

Και το χειρότερο; Όταν έρχονταν αγανακτισμένα μέιλ στην εταιρία κι αρνητικές κριτικές στο amazon, χαιρόταν. Χαιρόταν και περίμενε να τον διώξουν.

Περιμένει ακόμα να τον διώξουν και δεν ξέρει με ποιον να τα βάλει που δεν το κάνουν. Με τους  αγοραστές που ντρέπονται να κάνουν επιστροφή και να ζητήσουν τα λεφτά τους; Με τον καργιόλη τον φωτογράφο που είναι τόσο εξπέρ στο φώτοσοπ και κάνει τις κούκλες να φαίνονται τόσο όμορφες στα διαφημιστικά; Με τη μοναξιά του κόσμου που σε κάνει να συμβιβάζεσαι με το κάθε τι; Με την καράφλα του, την τύχη του, τον ψυχαναλυτή του; Ήξερε τελικά τον κόσμο, μάντευε ή πιθανολογούσε; Και τα κίνητρά του; Φόρεσε το νυφικό ή τον φόρεσε ή μήπως τον φόρεσε η ουρά του; Η μήπως κοντεύει να τον πνίξει αφού ο αέρας λιγοστεύει;

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Απόσπασμα από τη νουβέλα "Ψυχή στην Κούλουρη" Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


-Τι τάξη πας, Άγη;
-Πέρσι πήγαινα Πρώτη Γυμνασίου, άρα;
-Μάλιστα, άρα Δευτέρα. Και είσαι καλός μαθητής;
-Δεν ξέρω.
-Τι πάει να πει δεν ξέρεις;
-Πάει να πει πως δεν μπορώ εγώ να πω για μένα.
-Α! Είσαι έξυπνο παιδί, σαν τη μάνα σου.
-Και τον πατέρα μου. Θέλει δυο για να γίνει, έλεγε η γιαγιά.
-Ναι, ναι… Σωστά το λες.
-Πόσο μεγάλο είναι τα ταξί σου;
-Α! Πολύ μεγάλο, Μερσεντές, ξέρεις από Μερσεντές; Είναι πολύ ωραίο αμάξι.
-Δεν έχει όμως ταπετσαρία.
-Τι;
Καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα και μάλιστα στην άκρη και κοιτούσε συνέχεια την λουλουδάτη ταπετσαρία τους. Θα την χαλάσει ο χοντρός την καρέκλα, σκέφτηκε ο Άγης, και είδε περιττά στρώματα λίπους σε δίπλες να την καταπιέζουν, ενώ εκείνη άφηνε χαρακτηριστικές στριγγές σε κάθε κούνημα του χοντρού.
Έψαξε τη μάνα του, είχε πεταχτεί στην κουζίνα να φέρει καφέ και γλυκό του κουταλιού, κυδώνι με αμύγδαλο – κι αυτό το αγαπημένο του, λοιπόν; Ποιος του έφταιγε τώρα; Λες και γινόταν επίτηδες για να τον αντιπαθήσει, κι αυτός καθόταν ατάραχος στην πολυθρόνα, ούτε μια σταγόνα στην γκρι φαβορίτα του, χάθηκε κι αυτή η μάνα να ΄χε κάνει γλυκό κάστανο; Αυτό ήταν μια αηδία, θα του το ’δινε ευχαρίστως να το πάρει και στο σπίτι – ή μάλλον στο ταξί του, αφού αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να έμενε σε σπίτι. Τόσο βρόμικος τού φάνηκε και τόσο ταλαιπωρημένος, όμως δεν ένιωθε κανένα οίκτο γι’ αυτόν, αντιθέτως του ’ρθε να γελάσει στη σκέψη πως ο κύριος Μπάμπης είχε για σπίτι ένα κίτρινο κατασκεύασμα από παλιοσίδερα. Τον φαντάστηκε στριμωγμένο στο πίσω κάθισμα να προσπαθεί να βολέψει τα χοντρά του πόδια στην πίσω πόρτα. Να κοιτάει το ταβάνι και να ονειρεύεται τα μπορντό λουλούδια και τις ριγωτές γραμμές της ταπετσαρίας της μαμάς.
Ταπετσαρία (η), ουσιαστικό= Ο χαρτονένιος κόσμος του τοίχου.
Αλλά δεν υπάρχει ταπετσαρία, αντί γι’ αυτή τον σκέφτεται να παρατηρεί μόνο τη μαυρίλα απ΄ τα τσιγάρα των επιβατών και να χάσκει σα χάνος. Να γυρνοβολάει για να κοιμηθεί χωρίς επιτυχία, η ζώνη του να πιάνεται στο μαδημένο σαλόνι και να αποκαλύπτει μια τούφα από το μουσταρδί αφρολέξ.
Αφρολέξ (το), ουσιαστικό= Λέξη από αφρό.
-Ο καφές σου, Μπάμπη, το καϊμάκι δε μου πέτυχε αυτή τη φορά!
Ο μικρός τής έριξε μια γρήγορη ματιά και ύστερα κάρφωσε το βλέμμα στα δάχτυλα του Μπάμπη∙ ήταν τριχωτά και σκαμμένα.
Τα είδε να ξεκλειδώνουν το κίτρινο πορτ-μπαγκάζ. Εκεί υπάρχει καταχωνιασμένο ένα μπρίκι, θέλει να ψήσει καφέ. Το τραβάει ενώ χώνει όπως όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο στο παντελόνι του με το ζόρι. Μετά ανοίγει το ντουλαπάκι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και βγάζει ένα διπλό μάτι κουζίνας. Το κάθισμα του συνοδηγού δεν υπάρχει, είναι ξηλωμένο, στη θέση του φιγουράρει ένα μικρό μακρόστενο τραπέζι. Παίρνει το μάτι και το ακουμπά πάνω στο τραπεζάκι, μετά αδειάζει ένα μικρό εμφιαλωμένο νερό στο μπρίκι και τo ανάβει.
-Πολύ ωραίος, κυρία Άνδριάννα μου, μέσα στη ζάχαρη είναι!
Καμία απάντηση. Ο Άγης τον παρατηρεί να ψάχνει τη σκιά της μάνας του στο φως της κουζίνας, το μόνο που βλέπει είναι οι ατμοί που ανεβαίνουν στον απορροφητήρα...

Η παρουσίαση της "Ψυχής στην Κούλουρη"

 
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Τσαμαντάκης στον Πειραιά.

Στο videowall, το βιβλιοκλιπ της νουβέλας με σκηνές από το βιβλίο που θα αναρτηθεί σε μερικές μέρες στο youtube.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους , με τιμήσατε πραγματικά με την παρουσία σας και τις πολύ ιδιαίτερες ερωτήσεις σας που άναψαν την συζήτηση.

Καλό μας καλοκαίρι με πολύ διάβασμα!