Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Το νυφικό και η ουρά του

από Αγγελική Μαρίνου

Όταν ξεκίνησε αυτή τη δουλειά, ήξερε ότι υπάρχει πολλή μοναξιά στον κόσμο. Δε σκεφτόταν όμως αυτό όταν αποφάσισε να γίνει κουκλοποιός. Το αποφάσισε γιατί του άρεσε να δημιουργεί και του άρεσε το ωραίο. Όλα τα άλλα τα ανθρωπιστικά ήταν σαν την ουρά ενός πανάκριβου νυφικού που, από εκκεντρικότητα της κατόχου του, αφήνεται να συρθεί κατάχαμα.

Ήξερε για τη μοναξιά του κόσμου όταν σχεδίαζε κούκλες για σεξ κι έβαζε πινελιές για να τους προσδώσει εκείνο το κάτι, εκείνο το ιδιαίτερο που θα τις έκανε κάτι περισσότερο από ένα one-night stand. Με ένα χάλκινο σκουλαρίκι στη γλώσσα, ένα μικρό τατουάζ στον καρπό σε σχήμα καρδούλας με κάποιο αρχικό, γυριστές βλεφαρίδες, τουρλωτή κοιλίτσα, μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν αντικείμενα έρωτα. Και να κάνουν το στυλ του αναγνωρίσιμο. Η περίοδος που φιλοτεχνούσε οδοντιατρικές κούκλες με ψυχρά ρεαλιστική οδοντοστοιχία ήταν μια περίοδος ουδέτερη, γέφυρα από τη νεότητα στον πραγματισμό.

Τότε τον είχαν πάρει τηλέφωνο από την εταιρία που δουλεύει τώρα, ότι έκαναν δεκτή την αίτησή του. Κι αυτός, με τον καιρό, έγινε ο βασικός κουκλοποιός, φτάνει πια τα δεκαπέντε χρόνια. Είναι εταιρεία που κατασκευάζει κούκλες-μωρά σε φυσικό μέγεθος.

Ήξερε ότι υπάρχει μοναξιά και πόνος στον κόσμο όταν έκανε την αίτηση, ήξερε ότι μαμάδες που έχουν χάσει τα μωρά τους ή γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά βρίσκουν παρηγοριά με τέτοιες κούκλες. Τις ντύνεις στο σπίτι με πανέμορφα ρουχαλάκια και μετά τις παίρνεις στο σούπερ μάρκετ, στο πάρκο, στην παιδική χαρά. Κι όλοι έρχονται να χαζέψουν το μωρό, να παίξουν με το ποδαράκι του, να του χαμογελάσουν, αλλά δεν υπάρχει αντίδραση και μετά η «μαμά» γελαστή τους σκάει το παραμύθι, ότι δεν είναι βρε αληθινό!, κι όλοι γελάνε μετά παρέα, ή, τέλος πάντων, αυτός είναι ο σκοπός.

Ήξερε λοιπόν από μοναξιά και πόνο και αυταπάτες, αλλά δεν πήρε τη δουλειά γι’ αυτό. H εταιρία είχε όνομα στη βιομηχανία, ισχυρό δίκτυο διάθεσης, πιστή πελατεία και αυξανόμενη παρουσία στο διαδίκτυο. Πράγμα που του εξασφάλιζε μια κάποια σιγουριά, ήταν τριανταπεντάρης και ήθελε να μπορεί να πληρώνει το νοίκι του, να πάρει αυτοκίνητο, να κάνει κάποια στιγμή και οικογένεια, όταν θα βρισκόταν το κατάλληλο άτομο και τα σχετικά.

Και έγινε ο βασικός κουκλοποιός, εκτοπίζοντας τους πάντες, λόγω του τεράστιου ταλέντου του, ή λόγω του ότι οι συνάδελφοί του πλησίαζαν σταθερά και αμετάκλητα τη σύνταξη κι ελάχιστοι νέοι συνάδελφοι, κάτι ξανθές, συνήθως, με καρέ, είχαν τα προσόντα να τον απειλήσουν στο ελάχιστο.

Κι έφτιαχνε τα μωρά του με απόλυτη προσοχή στη λεπτομέρεια και αγάπη, μέχρι που κάτι συνέβη.

Δε μπορεί πλέον να προσδιορίσει πότε άρχισε και γιατί. Πολύ πιθανόν να έφταιγε η οικονομική κρίση που επέβαλε το κακής ποιότητας βινύλιο και εισήγαγε τη συνθετική τρίχα. Που δεν επέτρεπε πια να ντύνουν τις κούκλες με ακριβά, ποιοτικά ρουχαλάκια, αλλά με βαμβακερά, λίγο ανώτερης ποιότητας από τα κινέζικα. Σίγουρα ήταν ένας από τους ενοχοποιητικούς παράγοντες γι αυτό που συνέβη, αλλά όχι ο βασικός.

Δεν του έφταιγε η οικονομική κρίση που άρχισε ξαφνικά να βαριέται να φυτεύει τουφίτσες τουφίτσες τα συνθετικά μαλλάκια και τα κολλούσε απλώς στο κρανίο με τρόπο γκροτέσκο κι ελάχιστα συμπονετικό προς τη μαμά που θα άνοιγε το κουτί και θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα αντίκριζε. Που ξεχνούσε να συμπεριλάβει στη συσκευασία πιπίλες και άλλα βασικά αξεσουάρ που η εταιρία διαφήμιζε ως δωρεάν. Που έκανε εκπτώσεις στα φουσκωτά, ροδαλά μαγουλάκια και παρήγαγε κούκλες καχεκτικές σαν ηρωίδες του Πόε. Που οι κούκλες του έγιναν ελάχιστα αληθοφανείς. ήταν αλύγιστες, σαν σε νεκρική ακαμψία. Δε μπορούσαν να φέρουν το δάχτυλο στο στόμα, να το πιπιλίσουν, να λυγίσουν τα γόνατα, μετά βίας μάλιστα κάθονταν σε καροτσάκι, καρεκλάκι φαγητού ή οτιδήποτε άλλο.

Και το χειρότερο; Όταν έρχονταν αγανακτισμένα μέιλ στην εταιρία κι αρνητικές κριτικές στο amazon, χαιρόταν. Χαιρόταν και περίμενε να τον διώξουν.

Περιμένει ακόμα να τον διώξουν και δεν ξέρει με ποιον να τα βάλει που δεν το κάνουν. Με τους  αγοραστές που ντρέπονται να κάνουν επιστροφή και να ζητήσουν τα λεφτά τους; Με τον καργιόλη τον φωτογράφο που είναι τόσο εξπέρ στο φώτοσοπ και κάνει τις κούκλες να φαίνονται τόσο όμορφες στα διαφημιστικά; Με τη μοναξιά του κόσμου που σε κάνει να συμβιβάζεσαι με το κάθε τι; Με την καράφλα του, την τύχη του, τον ψυχαναλυτή του; Ήξερε τελικά τον κόσμο, μάντευε ή πιθανολογούσε; Και τα κίνητρά του; Φόρεσε το νυφικό ή τον φόρεσε ή μήπως τον φόρεσε η ουρά του; Η μήπως κοντεύει να τον πνίξει αφού ο αέρας λιγοστεύει;

2 σχόλια: