Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

No fear

Ποιός του είπε να κόψει τις φλέβες του; Κανείς.
Αλλά πάντα ξεροκέφαλος ήταν. Όπως τότε που δεν έκλεινε το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου. Του το΄χε πει η μάνα του: θα πλευριτώσεις Λευτέρη, αλλά η φωνή της πάντα χανόταν στο θόρυβο του δρόμου˙ όπως και τα περισσότερα που του έλεγε αυτή η κοντοστούπα γυναίκα, η μισοριξιά. Μισοριξιά, αλλά, από αυτή είχε βγει αυτός σχεδόν τρία κιλά παιδί, ροδαλός σαν το χρώμα της ρόμπας της˙ το μοναδικό δώρο που πήρε εκείνη από τον πατέρα του, μία ρόζ ρόμπα που φορούσε στην εγκυμοσύνη της και που έριχνε στην πλάτη της αργότερα όταν τον είχε μικρό, ενώ συγύριζε˙ ποτέ όταν ξεσκόνιζε, δεν ήθελε να την μαγαρίζει.
Θα θύμωνε τώρα πολύ η μάνα του. Τά’χε αχρηστεύσει όλα: Τα μπλε πατάκια του μπάνιου, την πετσέτα σώματος και μία χειρός. Κολύμπαγαν στο ποτισμένο αίμα. Και αυτός καθόταν με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια αφημένα πάνω στους ζεστούς μηρούς που σχημάτιζαν ρυάκια ώς τους αστραγάλους. Κι όμως δεν φοβόταν.
Κάποτε φοβόταν.

-Πού τα βρήκες αυτά τα παλιοπεριοδικά; Λέγε !
-Μαμά! Μη τα κάψεις!
-Έλα εδώ!
-Όχι στο υπόγειο!
-Να εδώ, οι πουτάνες πάνε στη φωτιά. Και οι άνδρες που τις πηδάνε πάνε στη φάκα. Τις βλέπεις τις φάκες Λευτέρη; Κάτσε εδώ τώρα.

 Δεν είναι που τον περπατάνε τα ποντίκια, δεν είναι που φορά κοντά παντελόνια και νοιώθει τις ουρές τους στις γάμπες του, ούτε το ότι βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι, είναι που δεν θέλει να της δώσει την ικανοποίηση πως φοβήθηκε. Γιαυτό τραγουδάει. Τραγουδάει το Do you believe in magic των Τhe LovinSpoonful , ώρες ολόκληρες, από μέσα του, αλλά μόνο από μέσα του, μην τον ακούσει και σιγοτραγουδάει, δεν κάνει να τον ακούσει γιατί θα καταλάβει πως φοβάται.
Και αργότερα όταν τα κοντά παντελονάκια δεν του κάνουνε πια αλλά ούτε και τα στενά τζην είναι για την ηλικία του, βρίσκει τον εαυτό του μπροστά από μια μεγάλη βιβλιοθήκη με δίσκους, πολλούς δίσκους και στην μέση οι LovinSpoonful, όλη η δισκογραφία τους κάτω από παλιά περιοδικά με γυναίκες της φωτιάς, αυτές που θα΄καιγε η μάνα του στο υπόγειο. Παίρνει το δίσκο και τον βάζει στο παλιό πικαπ.
Την πρώτη φορά που τον έπαιξε είχε κλειδαμπαρωθεί στο μπάνιο, πάλι αυτό το αναθεματισμένο κομμάτι είχε στο κεφάλι του˙είχε τυλίξει τα πατάκια της μάνας του σε μια σακούλα να μην τα βρει, γιατί το σπέρμα του είχε εκσφενδονιστεί παντού. Δεν ήξερε τότε να το κουμαντάρει. Είχε φάει τόσο ξύλο με την παντόφλα της, αυτήν με το λεπτό τακουνάκι και την μαλακιά θαλασσί φούντα. Δεν είχε πονέσει και δεν είχε φοβηθεί, ποτέ δεν φοβόταν. Ούτε όταν του είπε πως αυτό που κάνει δεν πρέπει, γιατί το σπέρμα τελειώνει. Ποτέ δεν φοβόταν, απλώς την περίμενε να σταματήσει να μιλάει. Την περίμενε να τελειώσει.
Do you believe in magic?
Καθώς την περίμενε να τελειώσει μπήκε σε ενα μεγάλο γραφείο, κτηματομεσιτικό, κληρονομιά από θείο, με την πελατεία έτοιμη και στο κέντρο της Αθήνας. Η ροζ ρόμπα της μάνας του στις δόξες της. Πλυμμένη, φρεσκαρισμένη, να του εύχεται καλή σταδιοδρομία με τα δυο κοκκαλωμένα της χέρια μέσα από τα ροζ μανίκια.
Όταν πιάστηκε για τα καλά, άρχισε να μην πηγαίνει στο γραφείο, έκανε ένα σπίτι, έβαλε μπρος για εξοχικό, είπε μια χρονιά να παντρευτεί αλλά το ανέβαλε τελευταία στιγμή ˙ είχε πάντα δυο γκόμενες, μια για χύμα καταστάσεις και μία πιο στενοραμμένη που τον έβαζε σε τάξη. Και μετά άρχισε τα ταξίδια. Πρώτα Ευρώπη και μετά Αμερική και Άπω Ανατολή. Πουθενά δεν ένοιωσε φόβο, ούτε όταν τρύπησε το πέος του για να κρεμάσει σκουλαρίκι, ούτε όταν του΄παν πως η βελόνα ήταν μολυσμένη, ούτε όταν τον χτύπησαν με λοστό για να τον ληστέψουν αφηνοντάς του μια περίτεχνη ουλή στο φρύδι που απλώς τον έκανε πιο ελκυστικό στις γυναίκες, ούτε όταν εισήχθει με περίεργη λοίμωξη σε κέντρο υγείας ενός χωριού στη μέση του πουθενά κοντά στο Μπαγλαντές και δεν μιλούσε καν τη γλώσσα με το γιατρό που κρατούσε το λεπίδι.  Τίποτα δεν μπορούσε να του προξενήσει τον παραμικρό τρόμο.
Εκτός από σήμερα, εκτός από αυτό το μαχαίρι κουζίνας που βρήκε στο πατρικό του, σχεδόν σκουριασμένο, το μαχαίρι για τις ντομάτες, με τα λεπτά δοντάκια, που έχασκε λιγάκι η λαβή του από τη βάση και κάθε τόσο κοβότανε η μάνα του ενώ καθάριζε λαχανικά.
Μπορεί να φωνάξει. Η αδελφή του μένει δίπλα, ένας τοίχος, κούφιος, αν φωνάξει θα τον ακούσει. Εκείνοι όλα τα ακούγανε πάντα, ο,τι έλεγε η αδελφή του για τη μάνα τους που την μισούσε επειδή την έδενε χειροπόδαρα στην καρέκλα για να φάει. Υπερβολική η αδελφή του, απλώς την έδενε, δεν είχε δοκιμάσει ποτέ το υπόγειο η αδελφή του γιαυτό, είχε μαλακώσει η μάνα του όταν είχε την αδελφή του, είχε μείνει χήρα τότε. Ίσως αν είχε δοκιμάσει το υπόγειο να μην γκρίνιαζε τόσο πολύ, ίσως να΄χε γίνει σαν αυτόν. No fear.
Έτσι και τώρα ακούγονται όλα σαν να΄ταν τότε. Ακούγεται η λεπτή φωνή της αδελφής του να κανονίζει την κηδεία της μάνας τους. Μόλις χθες έφυγε η μανα του, η ρόμπα της κρέμεται ακόμα στο οφίς, μαζί με τα καπέλα του πατέρα και τα παπούτσια τους στη σειρά κάτω απ΄τον καθρέφτη.
Μπορεί να φωνάξει αλλά δεν θα το κάνει. Σκέφτεται: Για να φωνάξει κανείς πρέπει να φοβάται και εκείνος δεν φοβάται. Νόμισε πως θα φοβηθεί βλέποντας τους πίδακες του αίματος να εκσφενδονίζονται στους τοίχους, νόμιζε πως θα τρομάξει αφήνοντας τα μπούτια του να γλιστρήσουν στο πηχτό αίμα στα πλακάκια, η τελευταία του λύση είναι να σκεφτεί πως έχει λερώσει τα πατάκια της μάνας. Αλλά ούτε αυτό το φοβάται πια. Δεν θα φωνάξει. Έμαθε να μην φοβάται ποτέ.

Γ.Α

2 σχόλια:

  1. τελικα ποιος μπορει να προστατευσει τα παιδια απο τους γονεις?η να πεισει μια γυναικα με ρομπα-κελυφος οτι πρεπει να αντικαθιστα οτι την ματωνει για να μην ματωνουν κι αλλοι στα χερια της..φοβερο κειμενο ,"ανοιγει" πολλα θεματα ,,πραγματικα συγχαρητηρια..

    ΑπάντησηΔιαγραφή