Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΕΜΠΑΙΓΜΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ, κριτικές για το "Ενα τριάρι για τον Οιδίποδα" του Νίκου Ξένιου

Οι εμπαιγμοί της ύπαρξης εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ : Τρίτη 09 Οκτωβρίου 2012 Ο Λεωνίδας, πρωταγωνιστής της νουβέλας αυτής, το λέει και το ξαναλέει: «Δεν υπήρξε άλλος τραγικός μύθος που ν' απασχόλησε τόσο πολύ τους φιλολόγους, τους δραματουργούς και τους φιλοσόφους, όπως ο μύθος του Οιδίποδα». Ξεκινώντας με την τραγωδία του Οιδίποδα και περνώντας στη δική του ζωή, ο Λεωνίδας παρέχει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μας μιλήσει για την ατέρμονη προσπάθεια των ανθρώπων να αποφύγουν ή μάλλον να αντεπεξέλθουν στους διάφορους εμπαιγμούς της ύπαρξης, στους εμπαιγμούς που ο καθένας επιφυλάσσει για τον ίδιο του τον εαυτό. "Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα" "Ένα μικρό βιβλίο που κλείνει μια νουβέλα. Ο συγγραφεύς γεννήθηκε στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζη και εργάζεται. Η συλλογή διηγημάτων του "Το άχτι" ήταν υποψήφια το 2011 για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το περιοδικό "Διαβάζω". Η νουβέλλα του, που είναι το δεύτερο αυτοτελές βιβλίο του, κάνει ίσως υπερβολική χρήση της τεχνικής της αναδρομής, αλλά κατορθώνει να αποδώση την πορεία της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτείας κατά τα τελευταία περίπου 60 έτη, με τους ήρωες να αντιπαλαίουν με τα συναισθήματά τους και την ζωή."

Χαρίκλεια Δημακοπούλου, "Εστία", 6.10.2012

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Σοφοκλής Ρόκος

Ο θάνατός σου η ζωή μου

   Είχε κιόλας τελειώσει στο μυαλό της την επίπλωση του καθιστικού του διαμερίσματος, έβαζε την τελευταία πινελιά τοποθετώντας το μονόχρωμο κατακόκκινο χαλί. Χειμώνα-καλοκαίρι θα το άφηνε, δεν ήταν ο καιρός στο Παρίσι για να αστειεύεσαι, είχε πάντα την ψύχρα του. Άλλωστε της άρεσε το κόκκινο, θα έδενε περίφημα με το γκρίζο των τοίχων και το παράθυρο που θα άφηνε το ιδιαίτερο φως της πόλης να μπαίνει το απόγευμα στο σπίτι, και σίγουρα θα ταίριαζε και με τους καναπέδες, κόκκινοι κι αυτοί αλλά με μεγάλα καρό με λευκό, γκρίζο και μαύρο. Για το υπνοδωμάτιο θα ρώταγε και το Μάνο, είχε γούστο αυτός και σίγουρα θα είχε μια κουβέντα χρήσιμη να πει, σ’ όλα μέσα ήταν ο Μάνος.

  Ο θάλαμος του ασανσέρ σταμάτησε μπροστά της κι ήταν η ώρα να αφήσει τα όνειρα και να μπει μέσα για να κατέβει από το δέκατο όροφο, όπου στεγαζόταν το συμβολαιογραφείο. Κούμπωσε το καινούριο της παλτό, το είχε αγοράσει κατακόκκινο με τα λεφτά από την περιουσία της γιαγιάς, όπως άλλωστε και το διαμέρισμα που το είχε αποκτήσει με την υποχρέωση να δίνει κάποια μηνιάτικα στον υπέργηρο ιδιοκτήτη μέχρι το θάνατό του που δεν μπορεί να αργούσε. Σε αντάλλαγμα ο γέρος την καθιστούσε γενικό του κληρονόμο. Εντάξει, δεν ήταν ακριβώς αγορά η συναλλαγή που είχε πετύχει, την έκανε ωστόσο εν δυνάμει ιδιοκτήτρια ενός μικρού αλλά κομψότατου διαμερίσματος στην πόλη του Φωτός. Όλα ήταν νόμιμα, τα όριζε ο σχετικός γαλλικός νόμος για να δώσει έτσι ένα επί πλέον έσοδο στους μόνους ηλικιωμένους Γάλλους.

  Αμέσως μετά είχε φροντίσει να έχει ραντεβού με το Μάνο στο καφέ κάτω ακριβώς από το κτίριο και φυσικά σκόπευε να του ανακοινώσει την «αγορά» της χωρίς πολλές λεπτομέρειες, οι όροι δεν τον αφορούσαν, η απόκτηση όμως της φαινόταν  ότι τουλάχιστον θα τον εντυπωσίαζε. Το φανταζόταν κι έλιωνε. Ένα διαμέρισμα στο Παρίσι με το Μάνο μέσα να σκέφτεται και να φροντίζει μόνο εκείνη.

  Είχε βέβαια ακόμη μέσα της ένα γαμώτο που θα ‘πρεπε να περιμένει λίγο μέχρι να δει το όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα αλλά σίγουρα είχε ήδη πετύχει να το πλησιάσει. Διάφοροι φόβοι την τάραζαν λίγο, όπως για παράδειγμα μην πάθει τίποτα ο γέρος τώρα κοντά. Η ρήτρα ήταν ξεκάθαρη τρεις βδομάδες μετά την υπογραφή του συμβολαίου ίσχυαν όλα κατά γράμμα, ούτε μια μέρα πριν κι εφόσον βέβαια ο γέρος ήταν καλά μέχρι το τέλος των τριών εβδομάδων, τότε θα κληρονομούσε το διαμέρισμα στην Place d’Italie. Κι ήταν απ’ τις καλές περιοχές του Παρισιού, και ήταν σίγουρη, θα της άλλαζε τη ζωή συθέμελα αυτό το απόκτημα.

-Καλημέρα.

-Απ’ τις καλύτερες σίγουρα, έχω συναρπαστικά νέα, αγόρασα διαμέρισμα, εδώ στο Παρίσι.

- Καλορίζικο. Καλή τοποθέτηση. Κουβέντα δεν είχες πει γι αυτό τόσο καιρό, είσαι όμως απρόβλεπτη.  Να σε συστήσω στον…

     Δεν τον άκουσε τι της έλεγε πάρα κάτω, το βλέμμα και το μυαλό της σταμάτησε στο βιβλίο που ήταν ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι μαζί με τους καφέδες τους. Φ. Ντοστογιέφσκι ΄Εγκλημα και τιμωρία.

   Θυμήθηκε την εντύπωση που της είχε κάνει το βιβλίο αυτό από παλιά, πόσο υπερβολική θεωρούσε πάντα την αντίδραση του ήρωα και την ηθική του. Φρόντισε ωστόσο πολύ σύντομα να επανέλθει και να επικεντρωθεί στα μάτια και τα χείλη του Μάνου, έδιωξε τις αρνητικές σκέψεις και παρήγγειλε κάτι να πιει. 

  Τότε μόνο πρόσεξε ότι ο Μάνος δεν ήταν μόνος του. Ένας συνομήλικός του άντρας καθόταν δίπλα του και την κοιτούσε μάλλον εξεταστικά, μπορεί και να ’ταν η ιδέα της.

-Να σας συστήσω. Ο φίλος μου ο…

Δεν συγκράτησε το όνομά του, καθόλου δεν την ενδιέφερε. Μόνο λίγο αργότερα όταν έμειναν μόνοι και ο Μάνος άρχισε να της μιλά γι αυτόν κάτι μέσα της ξύπνησε. Ανησυχούσε ο Μάνος, γιατί λέει κάποιες ύποπτες δουλειές αναλαμβάνει ο φίλος του και δεν ξέρει βέβαια λεπτομέρειες αλλά πολύ φοβάται ότι, μέσω μιας εταιρείας που πληρώνει καλά αλλά δεν ασχολείται σίγουρα με αγαθοεργίες, φέρνει σε πέρας αποστολές επικίνδυνες.

-Και πολύ ενδιαφέρουσες ίσως, σκέφτηκε μέσα της.   

  Το Μάνο τον είχε γνωρίσει εδώ στο Παρίσι σε ένα πάρτι των Ελλήνων φοιτητών πριν από δύο χρόνια, άρχιζαν εκείνη την εποχή κι οι δυο το μεταπτυχιακό τους. Τον είχε ερωτευτεί με την πρώτη κι εκείνος της έδειχνε κάποια ελπιδοφόρα προτίμηση, δεν εκδηλωνόταν ωστόσο ξεκάθαρα. Είχανε γίνει κολλητοί, μόνο τα καλοκαίρια χάνονταν για λίγο που πήγαιναν στην Ελλάδα, αυτός Κρήτη, εκείνη Λάρισα για διακοπές. Τον εμπιστευόταν απόλυτα και θα μπορούσε να του μιλήσει για τα πάντα και να τον συμβουλευτεί. Εντάξει όχι για τα πάντα, για την τρελή ιδέα που της πέρασε ξαφνικά από το μυαλό δεν του είπε τίποτα.

-Θα ήθελα το τηλέφωνο του φίλου σου, θέλω να δανειστώ το βιβλίο σ’ αυτή την έκδοση και στα ελληνικά , το έψαχνα καιρό, ελπίζω να μην τον πειράζει.

 Η εταιρεία που τρόμαζε τόσο το Μάνο στεγαζόταν στη Jean-Jaures κι αυτό την είχε λίγο τρομάξει στην αρχή, θα προτιμούσε μια συνοικία πιο ασφαλή αλλά ξαφνικά ένιωθε  αποφασισμένη, δε θα τη σταματούσε τώρα αυτή η λεπτομέρεια.  Η ζωή της χρώσταγε αυτήν την ευκαιρία μετά από τόσες θυσίες και τέτοια οικονομική ανέχεια που είχε περάσει για να σπουδάσει στο Παρίσι με μια πενιχρή υποτροφία. Ήξερε και την αγάπη του Μάνου για την περιοχή που την έβρισκε πολύ γραφική κι ενδιαφέρουσα κι εκείνη το βρήκε συμβολικό και ερμήνευσε το συμβολισμό σα μια εγγύηση για την επιτυχία του όλου σχεδίου. Είχε φροντίσει να έρθει σε επαφή με το φίλο που συνέχιζε να μην συγκρατεί το όνομα του και εκείνος της είχε δώσει τη διεύθυνση της εταιρείας τονίζοντας ότι δε δούλευε ποτέ μόνος. Το θέμα είχε τακτοποιηθεί.

    Όλα πήγαν κατ’ ευχή και ένα μήνα μετά στο ίδιο καφέ πρόσμενε μαζί με το Μάνο το αίσιο τέλος που θα επισφράγιζε τα πάντα. Δεν μπορούσε να κρύψει την ανησυχία της, περίμενε από το τηλέφωνο το αποτέλεσμα της νεκροψίας του γέρου και την είχανε ζώσει τα φίδια. Ο παππούς είχε πεθάνει την τέταρτη μετά την υπογραφή του συμβολαίου τους βδομάδα, αφήνοντάς την κληρονόμο του διαμερίσματος το οποίο όντως τελικά της είχε κοστίσει ελάχιστα κι ας είχε πληρώσει πολύ καλά το φίλο του Μάνου για να κάνει τον οδηγό στο γέρο και να του δίνει και τα φάρμακά του.  Στον παππού δεν είχε προφτάσει να καταβάλει παρά μόνο ένα μηνιάτικο, όπως έλεγε η συμφωνία κι έτσι από κει είχε ωφεληθεί ασυζητητί.  Δεν ένιωθε καμιά τύψη, μεγάλος άνθρωπος ήταν και χάρη σ’ αυτήν έζησε παραδεισένια τον τελευταίο του μήνα. Τόπος στα νιάτα, έπρεπε κι αυτή τώρα να ζήσει επιτέλους και σ’ αυτό της το όνειρο θα ‘παιζε σίγουρα κι ο Μάνος, αρκεί όλα να πήγαιναν καλά με τη νεκροψία. Πόσο θα ‘θελε να του μιλούσε τώρα, στις ώρες αυτές της αναμονής για να της γλυκάνει την αγωνία. Έπρεπε όμως να το αποφύγει, δεν ήξερε καθόλου αν θα μπορούσε να συγκρατηθεί και να μη δείξει τα συναισθήματά της, και η στιγμή ήταν εντελώς ακατάλληλη, ας σιγούρευε πρώτα το διαμέρισμα και μετά όλος ο χρόνος θα ήταν δικός τους.

   Δεν ήταν πάντως μόνο εκείνη ανήσυχη σήμερα, κι ο Μάνος δεν ήταν στα καλύτερά του, λίγο νευρικός της φάνηκε, κάτι μασημένα λόγια για μια συγκατοίκηση  της είχε ψελλίσει, το τηλεφώνημά της αργούσε, η μέρα προχωρούσε δύσκολα. Σκέφτηκε πάντως ότι ήταν καλό σημάδι που ήθελε να της μιλήσει για το πρόβλημά του. Ο άνθρωπος αναγκαζόταν να συγκατοικήσει με το φίλο του για λόγους οικονομικούς προφανώς. Εκείνη όμως είχε τη λύση κι ίσως της κάνει όλη αυτή την κουβέντα επειδή την ονειρευόταν κι εκείνος στο πλάι του και τώρα με το διαμέρισμα, η ευτυχία τους ήταν εξασφαλισμένη, μια ανάσα ακόμη και την έφταναν, την κατακτούσαν.

   Και τότε μόνο κοίταξε και είδε πόσο ξαναμμένος ήταν, δεν το ‘χε ξαναδεί έτσι το πρόσωπό του. Εντάξει, ψυχραιμία όλα καλά θα πήγαιναν, δε μπορούσε παρά να είναι μια σύμπτωση,  που της μιλάει σήμερα για συγκατοίκηση, ας μη μεγαλοποιούμε το ρόλο των συμπτώσεων στην έκβαση των γεγονότων, το ελέγχει το πράγμα, είναι βέβαιη.

-Θέλω τη γνώμη σου ειλικρινά, εσύ που μας ξέρεις και τους δυο, τι λες θα πετύχει ή μήπως θα καταστρέψουμε τη σχέση μας συγκατοικώντας. Εκείνος ισχυρίζεται ότι ήθελε καιρό να μου το προτείνει αλλά δεν είχε αρκετά χρήματα για να νοικιάσει ένα καινούριο διαμέρισμα και για τους δυο μας. Ευτυχώς έκανε μια δουλειά τελευταία και πήρε πολύ καλά λεφτά. Εγώ λέω να δεχτώ, εσύ τι σκέφτεσαι;

Άκουσε τον Μάνο να της λέει.

- Σε θεωρώ άνθρωπο ανοιχτόμυαλο, είμαι σίγουρος ότι θα χαρείς για μένα.

  Το τηλέφωνό της χτυπούσε την ίδια στιγμή, δεν της είχε ωστόσο απομείνει κουράγιο να απαντήσει για να μάθει ότι όλα είχαν πάει περίφημα, ο συμβολαιογράφος ήθελε να την πληροφορήσει ότι το διαμέρισμα είχε γίνει τελικά δικό της. Αργά ή γρήγορα βέβαια θα το μάθαινε κι ήταν σίγουρο ότι μετά όλα θα άλλαζαν, ο χρόνος ήταν με το μέρος της, ήταν πια Ιδιοκτήτρια κι όλα μπορούσαν να συμβούν.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Νέα κυκλοφορία: "Ενα τριάρι για τον Οιδίποδα" του Νίκου Ξένιου



...Σε μια στιγμή -σε όλους συμβαίνει- γύρισε και την κοίταξε και του φάνηκε σαν ένας ξένος άνθρωπος. Αυτό που συμβαίνει στον καθένα έπειτα από πολύχρονη σχέση με τον ίδιο άνθρωπο, που γυρνάς και κοιτάς τον άλλον και σκέφτεσαι για κλάσματα δευτερολέπτου: «Τι σκόπευα να κάνω εγώ στη ζωή μου; Το και το. Τι έκανα τελικά; Εκείνο, και το άλλο». Και που όλ’ αυτά παρελαύνουν με ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας απ’ το μυαλό σου κι αφαιρείσαι για μισό λεπτό και ξανασκέφτεσαι: «Τι θέλω εγώ μ’ αυτήν τη γυναίκα;».

Τότε εκείνη κατάλαβε: ο Λεωνίδας το είδε στο έντρομο βλέμμα της, στη στάλα ιδρώτα που κύλησε κάτω από τ’ αυτί της. Ήταν κοντούλα και μπόρεσε να τη δει αυτήν τη μικρή σταγόνα κάτω απ’ το φως του λαμπτήρα. Μα προπάντων είδε τη στιγμιαία, τελείως στιγμιαία απόγνωση στο βλέμμα της και κατάλαβε πως κι εκείνη είχε καταλάβει. Αφού έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, δεν έχασε την ψυχραιμία του: «Στάσου. Στάσου έτσι όπως είσαι και χαμογέλα μου», της είπε. «Γιατί;» απόρησε η Μαγδαληνή. «Γιατί είσαι πολύ όμορφη σήμερα», είπε ψέματα ο Λεωνίδας.

Μετά από τη συλλογή διηγημάτων "Το Αχτι" που του χάρισε και την υποψηφιότητα για το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού "Διαβάζω", ο Νίκος Ξένιος επιστρέφει με τη νέα του δουλειά που κυκλοφορεί -επίσης- από τις εκδόσεις Φαρφουλάς. Μια νουβέλα για την ανθρώπινη φύση, για την ομορφιά και την αθλιότητά της και μια νουβέλα για την αθανασία. Ενα βιβλίο αληθινό κόσμημα, ορόσημο της συγγραφικής του ωριμότητας, το αγαπημένο μου, πλέον, του Νίκου Ξένιου. Νίκο, καλή επιτυχία!

Ο Νίκος Ξένιος γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει κι εργάζεται. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Οδός Πανός, Φαρφουλάς και Anteprima. Συμμετείχε στις ομαδικές συλλογές διηγημάτων Ιστός ’95 (εκδ. Ιστός) και Γράψε Σβήσε (εκδ. Φαρφουλάς), στον επιστημονικό τόμο Greek Magic (ed. Routledge), στο Λεξικό Θεατρικών Όρων (εκδ. ΚΟΑΝ), στην Ελληνική Γραμματική για Ρωσόφωνους (εκδ. Πελασγός) και στον τόμο Θέατρο και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση (εκδ. Ζαχαρόπουλος). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Το Τέταρτο, Αρχαιολογία και Τέχνες, Ουτοπία, Τόπος Επίκοινος, Θεατρογραφίες, Dioniso (Συρακούσες) και Théâtres du Monde (Avignon).

Η συλλογή διηγημάτων του Το άχτι κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Φαρφουλάς και προκρίθηκε ως υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Δέκα επεισόδια



Το πρώτο επεισόδιο ήταν αφορμή για να πάω σπίτι της.
Η ξένη σειρά που είχε κατεβάσει στον υπολογιστή της είχε βραβευτεί από διεθνή οργανισμό που βραβεύει τηλεοπτικές σειρές: Βραβεία πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών, κοστουμιών και φωτογραφίας. 
Δεν είχε ετοιμάσει κάτι, απλώς έβαλε ένα ποτό και καθίσαμε μπροστά στην οθόνη.
Αρχικά πήραμε θέση σαν σε επίσκεψη και μετά βουλιάξαμε στον καναπέ σε μια προσπάθεια να βολέψουμε την ακαμψία των κορμιών μας ˙ αλλάξαμε στάση σώματος και εκείνη την στιγμή πρωτοαγγιχτήκαμε, για την ακρίβεια ακούμπησαν οι αγκώνες μας.
Στο δεύτερο επεισόδιο βλέπαμε κιόλας την ξένη σειρά κάτω από μια χνουδωτή πράσινη κουβέρτα. Τα παπούτσια μας ήταν πεταμένα κάτω απο το τραπέζι του σαλονιού και υπήρχαν στάχτες εδώ και εκεί καθώς όπως παρατήρησα ήταν πολύ απρόσεχτη όταν έστριβε τον καπνό της.
Λίγο πριν το τέλος του επεισοδίου, εκεί που οι ορδές των βαρβάρων παρήλαυναν σε έναν άγονο τόπο, έτριψε τις πατούσες στις πάνω στις δικές μου.
Εκείνο το βράδυ έμεινα εκεί.
Το τρίτο επεισόδιο το είδαμε σε συνέχειες, περιφερόμενοι, πότε στην κρεββατοκάμαρα, πότε στο μπάνιο, και πότε στην κουζίνα, χωρίς ρούχα, αλλά μονίμως σκεπασμένοι με καρό κουβέρτες που σέρνονταν σε όλο το σπίτι παρασύροντας τις στάχτες της.
Το τέταρτο επεισόδιο το περάσαμε χωμένοι στα άδυτα του κόκκινου καναπέ όπου νομίσαμε πως είχαν χαθεί τα μικροσκοπικά γυαλιά της, ενώ οι οπλές των αλόγων που κουβαλούσαν τους γενναίους πολεμιστές που κράδαιναν τα σπαθιά τους, περνούσαν με βηματισμό μπροστά μας, χωρίς εκείνη να μπορεί να δει την μεγαλοπρέπειά τους λόγω της μυωπίας της.
Μετά από αυτό το επεισόδιο είχα κιόλας μάθει πού είναι τα ποτήρια του νερού και πού ο καφές και μπορούσα να εξυπηρετηθώ μόνος μου. Μάλιστα πρόσεξα πως είχα μία διπλωμένη πετσέτα στο μπάνιο.
Ο σκηνοθέτης μου φάνηκε παρανοικός όταν στο πέμπτο επεισόδιο δεν δίστασε να σκοτώσει τον πρωταγωνιστή και μάλιστα με βίαιο τρόπο. 
Και οι δυο αναφωνήσαμε πως ήταν πολύ πρωτοπόρο αλλά και παρακινδυνευμένο.
Εκεί είδα τη σκιά. Μια σκιά που έλεγε κάτι σαν: Και τώρα; Τι θα κάνουμε μέχρι το τέλος ; Έχουμε μόνο άλλα πέντε επεισόδια.
Το έκτο επεισόδιο το είδε σχεδόν μόνη, έπρεπε να μιλήσω στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Χάθηκα στο μπαλκόνι για περίπου σαράντα λεπτά, -ανάμεσα στις μπιγκόνιες και τις ορτανσίες -, το επεισόδιο πάντα διαρκούσε πενήντα πέντε λεπτά ακριβώς.
Το έβδομο επεισόδιο το είδαμε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, κρατούσαμε σφιχτά ο ένας τα χέρια του άλλου και είχαμε μπλέξει τα πόδια μας γιατί η κουβέρτα ήταν κοντή και περίσσευαν. Τα χέρια μας ήταν ζεστά και τα πόδια μας κρύα. Νομίζω πως όλο το βράδυ ένοιωθα αυτές τις αυξομειώσεις θερμοκρασίας στα άκρα μου.
Δύο επεισόδια πριν το τέλος, ο δεύτερος ήρωας που είχε πέσει σε κώμα ξυπνούσε απρόσμενα και ζητούσε εξηγήσεις.
Εκείνο το βράδυ δεν έμεινα σπίτι της.
Γύρισα στο δικό μου και μιλήσαμε όλη τη νύχτα με μηνύματα. 
Ποτέ δεν είχε γίνει αυτό, ποτέ δεν μιλούσαμε με μηνύματα αφού γυρνούσα σπίτι, ήταν κάπως αυτονόητο το γιατί.
Εκείνο το βράδυ της έστειλα μερικές μεγάλες κουβέντες. Το΄ξερα πως ήταν μεγάλες όταν τις έγραφα αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να τις γράφω, μάλιστα κοιτούσα το μήνυμα για μερικά λεπτά πριν το στείλω αλλά τελικά πατούσα την αποστολή, δεν ήξερα γιατί είχα την επιθυμία να γράψω κάτι σπουδαίο.
Την επόμενη μέρα δεν μιλήσαμε καθόλου.
Ούτε την μεθεπόμενη.
Μετά από τρείς ημέρες έλαβα ένα μήνυμα πως ήθελε να δεί το ένατο επεισόδιο και εγώ της απάντησα να το κάνει συμπληρώνοντας μία γλυκειά φατσούλα στο τέλος του μηνύματος. Δεν μου απάντησε τίποτα. Μια μέρα μετά μου είπε πως το είδε.
Ένα βράδυ Πέμπτης αποφασίσαμε να δούμε το τελευταίο επεισόδιο.
Επεισόδιο δέκα:
Πέφτουν οι τίτλοι τέλους μαζί και η αναγγελία πως  ο επόμενος κύκλος θα ερχόταν στις οθόνες μας τον Απρίλιο. Ανάβω τσιγάρο. Μου λέει πως δεν είχε προσέξει πως καπνίζω. Της γνεύφω θετικά. Τι θα κάνουμε; ρωτάει με μισάνοιχτα χείλη, δεν ξέρω απαντώ φυσώντας το καπνό σε στραβά κυκλάκια.
Ηταν βέβαια μια πολύ καλή σειρά, προσθέτω, η καλύτερη που έχω δει ποτέ. Και είχε τόση ένταση, συμπληρώνει, με καθήλωσε η κάθε σκηνή, είχα καιρό να δω κάτι τέτοιο. Γιατί τον Απρίλη; λέει με γκριμάτσα, πάει πολύ μακριά ο Απρίλης. Ναί, είναι μακριά της λέω και σκέφτομαι πως τον Απρίλη οι άνθρωποι δεν βλέπουν σειρές κάτω από κουβέρτες, ούτε πίνουν λικέρ, ούτε φοράνε κάλτσες. Τον Απρίλη θα έχει ανοίξει ο καιρός, μονολογεί. Συμφωνώ μαζί της και ξαναφυσώ πιό μακριά τον καπνό μου.
Δεν κατέβασε ποτέ τον δεύτερο κύκλο, ούτε και εγώ το ζήτησα.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Δοκιμαστής εξωτερικών χώρων



Από την Κατερίνα Κορομπίλη

Όταν ήταν μικρός οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για το ύψος του. Ήταν μάλλον μετρίου αναστήματος, αλλά τα παιδιά είναι πάντα απόλυτα όταν χαρακτηρίζουν όσους ξεχωρίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τους θυμόταν πάντα με χαμόγελο, όταν αργότερα έγινε επιτυχημένος μάνατζερ και έβγαλε πολλά χρήματα. Η προσωπική του απέχθεια στους χλευασμούς που είχε δεχθεί στην εφηβεία του είχε μεταφραστεί σε επαγγελματική καταξίωση, τέτοια που κανένας από εκείνους τους «καλοκάγαθους» συμμαθητές δεν είχε την ευκαιρία να απολαύσει. Αλλά τώρα, το αλλοτινό του κουσούρι είχε αποδειχθεί πραγματική ευλογία. Δεν χρειαζόταν παραπάνω από τρεις κούτες για να στεγάσει το κορμί του. Εκείνο το βράδυ ένιωθε ευχαριστημένος (ευτυχισμένος ίσως) που είχε βρει αυτήν τη γωνιά να πλαγιάσει. Κανένας δεν θα τον ενοχλούσε εδώ. Δεν υπήρχαν ανεπιθύμητοι τριγύρω, είχε καταφέρει να τους διώξει όλους. Να μπορούσε μόνο να ζεσταθεί λίγο. Ήταν πολύ παγωμένη η νύχτα και οι δύο κουβέρτες δεν του έφταναν να απορροφήσουν την παγωνιά. Αγκάλιασε το ραδιοφωνάκι του τρυφερά, ήταν η μοναδική του παρέα, μαζί με τους νυχτερινούς ήχους της πόλης. Η μουσική ήταν πάντα η αγαπημένη του διασκέδαση και στην τωρινή του κατάσταση η μόνη του παρηγοριά. Σαν κόρη οφθαλμού φύλαγε το σακουλάκι με τις μπαταρίες – δεν ήξερε τι θα έκανε αν σώνονταν. Είχε φροντίσει να προμηθευτεί πολλές φεύγοντας. Τόσες όσες του χρειάζονταν για να περάσει πολλές νύχτες επαναφορτιζόμενης μοναξιάς.
Τα πράγματα βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι. Είχε μεγαλώσει σε ένα ζεστό σπίτι, με γονείς που τον βοηθούσαν και τον στήριζαν. Στερήθηκαν για να σπουδάσει στην Αγγλία management and business administration – επάγγελμα που η μητέρα του δεν μπορούσε να προφέρει και ο πατέρας του δεν μπορούσε να κατανοήσει. Για τη γενιά του, ο επαγγελματικός προσανατολισμός είχε τις εξής δύο κατευθύνσεις: γιατρός ή δικηγόρος. Γιατρός γιατί πάντα θα υπήρχαν άρρωστοι και δικηγόρος γιατί πάντα θα υπήρχαν αντίδικοι. Είχε ωστόσο εμπιστοσύνη στην κρίση του μοναχογιού του, κι εκείνος φρόντισε να μην τον διαψεύσει. Λίγα χρόνια αφότου γύρισε από το εξωτερικό προσελήφθη σε μία πολυεθνική με καλό μισθό, και φρόντισε με επιμονή και σκληρή δουλειά να αναρριχηθεί ένα-ένα τα σκαλοπάτια της κλίμακας και να φτάσει ως τη θέση του Διευθυντή. Κάπου στο ενδιάμεσο, είχε προκύψει και ο έρωτας της ζωής του – ή της τσέπης του, ποτέ δεν έμαθε. Αρκετά πετυχημένη και η ίδια, αλλά σε άλλον κλάδο, έψαχνε για κάποιον φέρελπι νέο να ενώσουν τα υλικά τους όνειρα κάτω από την ίδια στέγη. Ο πατέρας του δεν έζησε να τον καμαρώσει γαμπρό στο πλάι αυτής της εντυπωσιακά επιμελημένης ξανθιάς, αλλά πρόλαβε να τύχει μίας πολυτελούς κηδείας, με όλα τα κομφόρ: τρεις σειρές καλυμμαύκια, ψάλτες όσους τα στασίδια και τόσα λουλούδια που κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει  τη δημιουργία κινήματος υπέρ της προστασίας των αγρών. Ο νεκρός δεν μπορούσε φυσικά να απολαύσει τίποτα από όλα αυτά, αλλά η μητέρα του ήταν σίγουρα ευχαριστημένη που ο σύζυγός έτυχε μετά θάνατον τέτοιων τιμών. Η ίδια θα αποδημούσε εις Κύριον λίγα χρόνια αργότερα, εν μέρει ευχαριστημένη που το καμάρι της είχε καταφέρει τόσα πολλά και εν μέρει δυστυχισμένη γιατί έβλεπε σπάνια τον ίδιο και είχε παραιτηθεί δια παντός από την ιδέα ότι θα αποκτούσε εγγόνια. Η σύζυγος ήταν πολύ απασχολημένη με την καριέρα της, το σώμα της, τον εαυτό της, για να αφιερώσει λίγα λεπτά σε μία άλλη ψυχή. Βέβαια είχε από την αρχή υπάρξει ειλικρινής μαζί του. Δεν ήθελε παιδιά, τα θεωρούσε μπελά, χάσιμο χρόνου, τροχοπέδη στην προσωπική της ευτυχία και παράγοντα αποσταθεροποίησης της σχέσης, όπως του το είχε θέσει. Εκείνος ήθελε (ένα τουλάχιστον), αλλά στο τέλος συμβιβάστηκε κι έπεισε τον εαυτό του ότι το παρηγορητικό ψέμα που είχε πει στη μητέρα του, ότι δηλαδή δεν μπορούσαν λόγω κάποιας γενετικής προδιάθεσης να κάνουν παιδιά, ήταν η αλήθεια.
Η ζωή τους μοιραζόταν επομένως ανάμεσα στα ταξίδια εντός και εκτός Ελλάδας, τα ακριβά ψώνια και τα πολυτελή αυτοκίνητα. Ήταν η εποχή που ο κόσμος ζούσε στην επιφάνεια και νόμιζε ότι δεν υπήρχε βυθός στη θάλασσα όπου κολυμπούσε. Πόσο θα ευχόταν τώρα να μπορούσε να έσκαβε για να κρυφτεί κάτω από αυτή την επιφάνεια… Να μην είναι αναγκασμένος να ξαπλώνει στο έδαφος… Τώρα το βάθος θα ήταν μία κάποια λύτρωση… Αλλά τότε δεν τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ζούσε την κάθε μέρα όχι σαν να ήταν η τελευταία του, αλλά σαν να ήταν η αρχή της αιωνιότητάς του.
Το πρώτο χτύπημα ήρθε με την κρίση του χρηματιστηρίου του ’90. Ένας καλοθελητής φίλος της γυναίκας του, που ήταν στα μέσα και στα έξω, τον είχε πείσει να επενδύσει πολλά σε μετοχές μίας εταιρείας που αποδείχθηκε φούσκα. Η «πυραμίδα» αυτή έγινε ο προσωπικός τάφος του φαραώ-μάνατζερ, και μαζί και της σχέσης του με την ωραία Νεφερτίτη. Αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι στη Μύκονο για να ανταποκριθούν σε κάποια έξοδα, γιατί εν τω μεταξύ είχαν ξανοιχτεί πολύ. Το σπίτι στη Γλυφάδα όμως το κράτησαν. Ήταν μία πανέμορφη μεζονέτα, με μεγάλο κήπο και πισίνα. Στο πίσω μέρος είχε ένα μπαλκόνι, μικρό, που η γυναίκα του δεν καταδεχόταν ούτε για να απλώνει η Φιλιππινέζα τα φρεσκοπλυμένα. Αυτό το μπαλκόνι ήταν το προσωπικό του καταφύγιο. Μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, μπορούσε ήσυχος να απολαμβάνει το τσιγάρο του, παρέα με τη αγαπημένη του μουσική. Εκεί πήγαινε όταν τσακώνονταν, πότε γιατί οι πιστωτικές ξεπερνούσαν το όριο μετά από αλόγιστη χρήση, πότε γιατί τα project στο γραφείο δεν πήγαιναν τόσο καλά, πότε γιατί ο καυγάς ήταν απλώς ο μόνος τρόπος για να κάνουν μία συζήτηση. Του είχε περάσει κάποιες φορές από το μυαλό να χωρίσει, αλλά δείλιαζε. Επέστρεφε στην ηλικία όπου οι άλλοι τον θεωρούσαν κοντό και αισθανόταν ανήμπορος. Την αγαπούσε, τόσα χρόνια ήταν μαζί, δεν πετιούνται έτσι εύκολα. Κι εκείνη τον αγαπούσε, το αισθανόταν, αλλά δεν του το έδειχνε. Αυτός ήταν ο τρόπος της. Πρέπει να αγαπάμε τον άλλον με τα ελαττώματά του, λένε, κι έχουν δίκιο.
Και μια ημέρα έλαβε ένα email. Του κοινοποιούσαν έτσι, τόσο απλά, ότι λόγω περικοπών τα ανώτατα στελέχη έπρεπε δυστυχώς να αποχωρήσουν. Μετά από τόση δουλειά, μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια που είχε αφιερώσει σε αυτή την εταιρεία τη ζωή του, την ψυχή του και το μυαλό του (με αυτήν ακριβώς τη σειρά) απλώς του τοιχοκολλούσαν μία απόφαση, «θα αποχωρήσετε» – όχι τυχαία ομόρριζη της λέξης «αποχωρητήριο», εκεί δηλαδή που οι άλλοι εναποθέτουν τα περιττώματά τους.
Τη διαδρομή Μεταμόρφωση-Γλυφάδα την έκανε εκείνη τη μέρα μέσα σε τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά. Δεν είχε κίνηση, τουναντίον, στη μία το πρωί που έφυγε από το γραφείο οι δρόμοι ήταν άδειοι. Οδηγούσε γύρω-γύρω σαν χαμένος, είχε επιλέξει τους πιο απίθανους δρόμους, δεν ήθελε με τίποτα να επιστρέψει στο σπίτι του και να βρεθεί αντιμέτωπος με τον κοντό εαυτό του. Σκεφτόταν πώς θα την αντίκριζε, τι θα της έλεγε, δεν ήξερε τι να της πει, δεν υπήρχε δικαιολογία γι’ αυτό που συνέβη, δεν είχε κάνει καμιά υπεξαίρεση, δεν ήταν κακός στη δουλειά του, η ατυχία του ήταν ότι είχε υπάρξει ανώτερο στέλεχος. Ευτυχώς όταν πια επέστρεψε ήταν αργά κι εκείνη κοιμόταν. Πήγε στον κήπο, της έκοψε ένα λουλούδι και της το άφησε στο κομοδίνο. Μετά αποσύρθηκε στο μπαλκονάκι του και βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Όταν εκείνη τον αναζήτησε το πρωί, τον βρήκε να κοιμάται στη σεζλόνγκ, με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη. Φοβήθηκε να τον ξυπνήσει. Τον φίλησε απαλά στο μέτωπο και όταν είδε πως δεν αντιδρούσε τον σκέπασε με μία φλις και έμεινε να τον παρατηρεί για λίγο. Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε ερωτευτεί σε αυτόν τον άντρα. Εκείνη ήταν τόσο δυναμική, τόσο σίγουρη για τον εαυτό της κι εκείνος κάποιες φορές τής έμοιαζε τόσο κοντός. Να όπως τώρα, της φαινόταν ξαφνικά να έχει συρρικνωθεί, να έχει γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι. Έδιωξε γρήγορα αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. Δεν της άρεσε. Ο άντρας της ήταν σημαντικός, είχε πολλά προσόντα, και ελαττώματα φυσικά (ποιος δεν έχει;), αλλά τον αγαπούσε γι’ αυτό που ήταν, γι’ αυτά που της προσέφερε, ό, τι τον μείωνε, υποβίβαζε ταυτόχρονα την ίδια. Ντύθηκε για τη δουλειά και έφυγε χωρίς να τον ενοχλήσει.
Χρειάστηκε να περάσει μία εβδομάδα πριν της πει τι είχε συμβεί. Μία βασανιστική εβδομάδα, κατά την οποία εκείνος έκανε ότι πήγαινε το πρωί στο γραφείο και το βράδυ, όταν επέστρεφε από τις βόλτες του, της πέταγε σπόντες για το πόσο δύσκολα έχουν γίνει τα πράγματα στη δουλειά, ότι έχουν μεγαλώσει οι απαιτήσεις, και μαζί και η πίεση για αποτελέσματα, ότι χθες απέλυσαν τον τάδε, σήμερα τον δείνα. Νόμιζε ότι προετοίμαζε το έδαφος.
Για την αντίδρασή της όμως δεν ήταν προετοιμασμένος. Έμεινε να τον κοιτάζει βουβή, ανέκφραστη, στυφή. Δεν είπε τίποτα, κανένα σχόλιο απολύτως. Αυτή που ύψωνε φωνή γιατί το τραπεζάκι του σαλονιού είχε μετακινηθεί τρεις πόντους πιο δεξιά από την κανονική του θέση, τώρα συνέχιζε να μασάει μία φέτα ολικής αλέσεως με μαργαρίνη χαμηλών λιπαρών χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. «Η αποζημίωση θα είναι καλή, μέχρι να βρω κάτι…» της ψέλλισε εκείνος με την ελπίδα να ψηλώσει λίγο. Εκείνη όμως αρκέστηκε σε ένα απλό «τα λέμε», τόσο πνιγμένο λες και η γουλιά από τη φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα τής είχε κάτσει στο λαιμό, και έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Οι επόμενοι τρεις μήνες ήταν μακρόσυρτοι. Αρκούνταν πλέον στα τυπικά, και η μεταξύ τους παγωμάρα τον είχε κάνει να αναπολεί μαζοχιστικά τους καβγάδες τους. Έστειλε άπειρα βιογραφικά, επικοινώνησε με όλη τη λίστα επαφών του κινητού του, ξαναβρήκε παλιούς γνωστούς στο facebook, αλλά μάταια. Στην καλύτερη άκουγε υποσχέσεις συνοδευόμενες με επαίνους για το πόσο σπουδαίος ήταν, και στη χειρότερη τη σκληρή αλήθεια για το πόσος κόσμος ψάχνεται με την οικονομική κρίση. Κάθε φορά που επέστρεφε σπίτι, τον αντίκριζε με την ελπίδα να ανέβει στα μάτια της, αλλά εκείνος όλο και χαμήλωνε, έμπαινε θα έλεγες σαν ρούχο που είχε πλυθεί σε λάθος θερμοκρασία. 
Κάποια μέρα κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και είδε ότι αυτό το ρούχο δεν της πήγαινε πια. Το είχε ευχαριστηθεί, το είχε χιλιοφορέσει, σε χαρές και σε λύπες, αλλά είχε πλυθεί τόσες φορές που είχε χάσει πια το χρώμα του. Φαινόταν πολυκαιρισμένη όταν το είχε πάνω της. Μάζεψε κάποια βασικά πράγματα και αναχώρησε. Έτσι απλά και αθόρυβα. Δεν την πήρε είδηση που έφευγε. Όταν άνοιξε τα μάτια του μερικές ώρες μετά, είδε το μαξιλάρι του μουσκεμένο – φαίνεται πως έκλαιγε στον ύπνο του.
Το διαζύγιο βγήκε με συναινετικές διαδικασίες, οι δικηγόροι τα είχαν βρει και στο σπίτι της Γλυφάδας θα έμπαινε πωλητήριο. Αλλά ποιός θα αγόραζε τέτοια εποχή; Απέμεινε μόνος, σε ένα άδειο σπίτι (της είχε δώσει όλα σχεδόν τα έπιπλα για το καινούριο της διαμέρισμα, αυτή ήταν η συμφωνία), και με τα χρήματα της αποζημίωσης πλήρωσε τους δικηγόρους, τις πιστωτικές, κάποια καταναλωτικά δάνεια. Με ό, τι περίσσεψε, γέμισε το ψυγείο και τα ντουλάπια τρόφιμα, λες και επρόκειτο να γίνει πυρηνική καταστροφή. Όταν μπήκε και η τελευταία υπογραφή, επέστρεψε σπίτι ξέροντας ότι δεν θα την ξαναέβλεπε ποτέ.
Αποφάσισε να μείνει στη μονοκατοικία μόνος του, αλλά δεν άντεξε για πολύ, του έλειπε η ζωή, η ζωή του, η ζωή τους. Τώρα ήταν πιο χαρούμενος μέσα στις κούτες του, τουλάχιστον σε αυτές μπορούσε να κουρνιάσει. Είχε κάνει κι έναν καινούριο φίλο, ένα αδέσποτο, που του κρατούσε συντροφιά. Το τάιζε ό, τι είχε, κι εκείνο του ανταπέδιδε την αγάπη. Το είχε μάλιστα εκπαιδεύσει να κάνει διάφορα κόλπα, τον διασκέδαζε όλο αυτό το παιχνίδι, τον έκανε να ξεχνιέται. Αλλά η ώρα που έπρεπε να κλείσει τα μάτια του για να κοιμηθεί ήταν βασανιστική. Πνιγμένος στις σκέψεις του, δεν ησύχαζε παρά μόνο όταν χάιδευε στο χέρι του ένα σημείωμα, σε ένα μικρό post-it: «θα σε αγαπώ ό, τι κι αν συμβεί», γραμμένο όμορφα, καθαρά, όσο καθαρή ήταν η αλήθεια του. Αυτό έβαζε κάτω από το κεφάλι του για να ησυχάσει, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είχε χαθεί ολότελα η ζωή του.
Σήμερα το βράδυ το κρύο ήταν πιο τσουχτερό. Οκτώβρης πια σκέφτηκε, σε λίγο θα αρχίσουν και οι βροχές, αλλά απάγκιαζε εδώ, θα έβρισκε τρόπο να επιβιώσει. Αυτό που τον ανησυχούσε ήταν ότι δεν είχε φανεί ακόμα ο σκύλος. Στύλωσε το βλέμμα στην μπαλκονόπορτα και έμεινε να κοιτάζει εκεί για ώρες, αλλά μάταια. Τον είχε ξεχάσει φαίνεται ή είχε βαρεθεί πια να κάνει κάθε βράδυ το ίδιο κόλπο, να βρίσκει το χαρτάκι που είχε αφήσει εκείνος σε συγκεκριμένο σημείο το πρωί, και να το σπρώχνει από το μικρό άνοιγμα ξανά προς το μέρος του το βράδυ. Εκείνος να κάνει τον ξαφνιασμένο και μετά να χαμογελάει χαρούμενος που του έλεγε ότι τον αγαπάει ακόμα, ότι θα τον αγαπάει για πάντα.
Απόψε το βράδυ ένοιωθε πιο κοντός από ποτέ.

Ευτυχώς τουλάχιστον το αδέσποτο δεν ήξερε να ξεχωρίζει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα από αυτόν της πρώην γυναίκας του.      


Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Κυανοπώγων

από την Αγγελική

«Δεν τα χω πει σε άλλον αυτά. Δεν ξέρω τώρα τί μ’έπιασε…».
Κοιτούσε τα δάχτυλά της που χτυπούσαν αμήχανα και ρυθμικά τα τοιχώματα της κούπας. Τα νύχια της. Το διαφανές βερνίκι τους έδινε μια διακριτικά φροντισμένη όψη, αλλά μια καινούργια στρώση τη χρειάζονταν οπωσδήποτε.  Έπινε σοκολάτα ζεστή.
«Εντάξει, αν δε θες, μη συνεχίζεις. Η γνώμη μου όμως είναι ότι σε φθείρει αυτή η ιστορία. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου φέρεται έτσι».
«Το ξέρω…» Κοίταζε ίσια μέσα στην κούπα της.
«Αν δεν έχεις το θάρρος να φύγεις, που το κατανοώ, πρέπει να πατήσεις πόδι σε κάποια ζητήματα. Συγνώμη για το «πρέπει», με πιάνεις πώς το εννοώ.»
«Μου φαίνεται φοβερά δύσκολο όλο αυτό».
«Θα είμαι δίπλα σου σε οτιδήποτε χρειαστείς».
Σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της από την άδεια κούπα και τον κοίταξε στα μάτια. Του άγγιξε το μπράτσο με ευγνωμοσύνη κι εκείνος, άθελά του, ανατρίχιασε.

Μετά από τον καφέ με την παιδική του φίλη, κι αφού φιλήθηκαν στο μάγουλο και υποσχέθηκαν αλλήλοις ότι θα έβγαιναν σύντομα ξανά, ο άντρας τράβηξε βιαστικά για το αγαπημένο του παιχνιδοπωλείο. Κόντευε η ώρα να κλείσει κι έπρεπε να προλάβει.
Η μαμά του τον πήγαινε εκεί από πολύ μικρό. Του αγόραζε ξύλινα παιχνίδια, κυβάκια κι αλογάκια, ακριβά, εισαγωγής. Συνήθιζε κι αυτός να πηγαίνει μονάχος του αργότερα, όταν ανακάλυψε τις συλλεκτικές κούκλες. Αυτές με τα μακριά τσίνορα, τις δαντελένιες καλτσούλες και τα κιλοτάκια, που έκανε αιματηρές οικονομίες για να αποκτά και εναγώνιες προσπάθειες για να κρύβει από τον πατέρα του που, παρόλη την καλλιέργεια και το ανοιχτό μυαλό του, του έριξε ένα φούσκο όταν ανακάλυψε την Πωλίνα στην ντουλάπα, αποκάλεσε το γιο του πούστη, ή μάλλον το έθεσε σαν ερώτημα, «πούστης θα μας βγεις;». Είχε μεγάλη αγωνία να προλάβει το κατάστημα ανοικτό, να παραλάβει το νέο του απόκτημα που είχε παραγγείλει από Αγγλία. Ηταν σίγουρος ότι η αναμονή και τα χρήματα άξιζαν τον κόπο.
Βγαίνοντας ένα τέταρτο αργότερα από το παιχνιδοπωλείο και χαϊδεύοντας την Ελεονώρα, πάνω από την ολοκαίνουργια κούτα της, συλλογίστηκε την παιδική του φίλη και μια σκιά μελαγχολίας συννέφιασε το βλέμμα του. Οταν αποκτούσε αυτό που ήθελε, πάντα αγωνιούσε για το μετά. Πώς θα έβγαινε η καινούργια κούκλα από το χέρια του. Διαμελισμένη και παραχωμένη στο βάθος του συρταριού σαν όλες τις προηγούμενες;

Η θα ταν αυτή η πρώτη που θα την έβγαζε - επιτέλους - καθαρή; Αυτή, το τέλος της αιματηρής του βασιλείας;

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Το κερδηθέν στοίχημα ή μια μεγάλη επιτυχία για τη λέσχη μας

Ανακοινώθηκαν οι Λίστες Λογοτεχνίας 2012 του περιοδικού "Διαβάζω" και στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς-πεζογραφία, ιδού:

Βασίλης Κουνέλης, Νοματαίος, μυθιστόρημα, Ωκεανίδα
Γιώργος Μητάς, Ιστορίες του Χαλ, διηγήματα, Κίχλη
ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ, Το άχτι, διηγήματα, Φαρφουλάς
Χίλντα Παπαδημητρίου, Για μια χούφτα βινύλια, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο
Βασιλική Πέτσα, Θυμάμαι, νουβέλα, Πόλις

Νίκο μας, συγχαρητήρια! Μας έκανες περήφανους και είσαι για μας, ούτως ή άλλως, νικητής!




Περισσότερα για τα βραβεία:
http://www.avecnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=9509:-lr-2012&catid=2:2011-06-02-22-34-11&Itemid=8