Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

πώς έγινα η υπογραφή της

(του Νίκου Ξένιου)



Τι είναι κανονικός άνθρωπος; Έκανα αυτήν τη σκέψη κοιτάζοντας τη γυναίκα μου, που κοίταζε το κενό. Και είδα τότε και τον ίδιο μου τον εαυτό από ψηλά, τον είδα έντρομο να αντικρύζει αυτό το απέραντο κενό πέρα από τη βεράντα, εκεί όπου είχαμε βάλει το πατάκι να κόβει το κρύο στη χαραμάδα. Ένα τυλιχτό παλιόπανο δηλαδή, που έπρεπε να το σπρώξεις με το πόδι για ν΄ανοίξει η μπαλκονόπορτα. Εκείνη να κοιτά το κενό πίσω από την κουρτίνα, πίσω από τη βεράντα, να ονειρεύεται αυτό το σπίτι στην εξοχή. Που το είχα αγοράσει στο όνομά της με οικονομίες χρόνων.
Σκέφτηκα λοιπόν πως πλέον η γυναίκα μου δεν ήταν ένας κανονικός άνθρωπος και τρόμαξα με την ίδια μου τη σκέψη. Αλλά παράλληλα κάθησα κι έβαλα κάτω να σκεφτώ άν και εγώ ήμουν κανονικός, να πούμε. Που κανονικό λέμε εκείνον που ζει σε αρμονία με το περιβάλλον του. Δηλαδή εκείνον που ξέρει, που αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του επακριβώς. Η γυναίκα έχανε επαφή, αυτό ήταν σίγουρο. Η αρρώστια της ήταν τέτοια που δεν της επέτρεπε επαφή με την έξω πραγματικότητα.


Eκείνο, όμως, που μαρτυρούσε αδιάψευστα τη ραγδαία εξέλιξη της αρρώστιας ήταν η υπογραφή της. Ήταν τρομακτικό. Άλλο να στο λέω και άλλο να το ζεις. Οι χειμώνες είναι καταθλιπτικοί. Οι χειμώνες με συνεχή βροχή, πολύ χειρότεροι. Όταν πρέπει να μιλήσεις με κάποιον για σοβαρά θέματα κι έχεις μέσα στο σπίτι σου τη γυναίκα που τη φιλούσες και βογγούσε. Και μετά τη φιλούσες και καύλωνε. Και μετά έκανες έρωτα. Τη σύντροφό σου, που τώρα την έβλεπες σιγά σιγά να μετατρέπεται σε ανήλικη. Να μην καταλαβαίνει, να της μιλάς και να μουγκρίζει, να προσπαθείς εσύ τα συναισθήματά της να τα μαντέψεις μέσα σε τεράστιες περιόδους σιωπών. Να θέλεις να πάς καυλωμένος στο κρεββάτι της και σιγά σιγά να την αγγίξεις και να την υγράνεις εκεί μπροστά με το χέρι σου, να τη φτιάξεις. Πώς να το πώ , ντρέπομαι κιόλας , αλλά ακριβώς θέλω να πω να μπεις μέσα της και να της το κάνεις. Δεν λέω άγρια, γλυκά, να τη φτιάξεις τη γυναικούλα σου και να σου πει Δώστον μου άντρα μου δώστον μου γαμιά μου αλλά να μην μπορείς. Να μην σου πάει, δεν μού πήγαινε, πώς να στο πω, ήταν σαν έγκλημα γιατί θα ήταν σαν να εκμεταλλεύομαι ένα μικρό, ανυπεράσπιστο παιδί. Και δεν ήθελα πια να ξενογαμάω, την αγαπούσα, πώς το λένε. Ήταν όμως παρόλ’αυτά ένα παιδί, ξεμωραμένη τελείως.

Με έφτιαχνε, δε λέω, πολλές φορές –το λέω και θα πέσει φωτιά να με κάψει-πολλές φορές το σκέφτηκα να της τον χώσω μαλακά χωρίς να την πονέσω εκεί που ήταν ξαπλωμένη και με κοιτούσε με τα δυο χαμένα ματάκια της, αλλά μού πεφτε ρε γαμώτο, ήταν βιασμός, κανονικός βιασμός. Εδώ δεν ήξερε να πει τ’όνομά της καλά καλά. Για οργασμό να μιλάμε;Σκέφτηκα τόσες φορές, έτσι, από αγάπη, όχι βρώμικα, και μετά κατάπια τη σκέψη μου, την κατάπια για τα καλά και τράβηξα μαλακία. Η αγαπημένη μου είχε χαθεί ανεπιστρεπτί. Δεν μπορούσε να κάνει ένα σωρό πράγματα που θα μου θύμιζαν τα πρώτα χρόνια. Μια απλή γυναικούλα ήταν, βιοπαλαίστρια, μισθωτή, που όμως ήταν εκλεκτή νοικοκυρά κι εκλεκτός άνθρωπος, με ποιότητα στα συναισθήματά του και πόνο στην καρδιά του για τους άλλους ανθρώπους. Ιδιαίτερα για τους κατατρεγμένους της ζωής. Και για τα ζώα τα παρατημένα. Έτσι είχαμε πάρει και το γατάκι μας , την ψιψίνα μας την Άση, που ήταν πια η μοναδική μου συντροφιά, και ήταν και ο μίτος που μας συνέδεε. Γιατί τα λόγια απουσίαζαν από αυτό το σπίτι της σιωπής.

Κι έπρεπε να τραβήξω το πατάκι, αυτό το καταραμένο πατάκι, και μετά να τραβήξω και την κουρτίνα, για να μπει μια δέσμη από φως και ο θόρυβος από την πλατεία. Να νιώσω μιαν ανθρώπινη παρουσία. Στιγμές στιγμές αναρωτιόμουν τι θα επακολουθούσε, τι μας περίμενε ακόμα. Και βούρκωνα, αλλά σφιγγόμουν και έλεγα θα τη βγάλω έξω να δει κόσμο να μην ξεχαστεί τελείως! Στην αρχή τη βοηθούσα να κατέβει ένα ένα τα πόδια της στο κάθε σκαλί.

Μετά, παραιτήθηκε κι απ' αυτό, και τη ζαλωνόμουν στο σβέρκο και τη φορτωνόμουν. Και ήταν και παχειά και οι μυες της είχαν ατονήσει. Μού'παιρνε μισήν ώρα να κατέβω τα σκαλιά με τη γυναίκα μου στο σβέρκο, μόνο για να την πάω στη λαϊκή που τόσο της άρεσε,να περιδιαβάζουμε άν είχε ήλιο και να μας κοιτάει καλά καλά ο κόσμος, σαν αξιοπερίεργο. Άσε να μην τα θυμάμαι, που πώς να μην τα θυμάμαι, γίνεται; Έτσι, σκαλί σκαλί γινόταν , εκτός από σιωπηλή, και μια ακίνητη γυναίκα. Σιωπηλή και ακίνητη. Εγώ ήμουν τα μάτια της και τα πόδια της και η γλώσσα της. Αργότερα έγινα και η υπογραφή της.

Τα πρώτα δυο χρόνια έβαζε την υπογραφή της κανονικά. Μη φανταστείς καμμιά περίπλοκη υπογραφή, απολυτήριο γυμνασίου είχε η γυναίκα. Όμως τα πρώτα δυο χρόνια την έβαζε κανονικά, την αναγνώριζες. Σκεφτόσουν Ναι, είναι ένας κανονικός άνθρωπος,τουλάχιστον ακόμα. Όμως το πράγμα άρχιζε να γίνεται πολύ ανησυχητικό όταν στις τράπεζες δυσκολεύονταν πια να αναγνωρίσουν την υπογραφή της.

Τι εννοώ. Πηγαίναμε για να πάρουμε τη σύνταξή της και το πράγμα γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Ξεκίνησε σαν τρεμάμενη γραμμή, που σιγά σιγά έγινε μια καρικατούρα, μια ασυναρτησία, μέχρι που δεν μπορούσε πια να θυμηθεί καθόλου αυτή την υπογραφή. Σαν μικρό παιδί, κοιτούσε το χαρτί και μετά κοιτούσε το στυλό και δεν αντιδρούσε καθόλου. Της έπαιρνα μαλακά το χέρι και οδηγούσα το στυλό να σχηματίσει αυτή την υπογραφή, που τόσο καλά πια την ήξερα απέξω κι ανακατωτά. Την επόμενη φορά την άφηνα πάλι να το κάνει μόνη της. Αλλά η γυναίκα μου, τότε, απλά μουντζούρωνε την απόδειξη. Σαν μικρό παιδί. Σαν ένα κανονικό μικρό παιδί όμως. Τότε σκεφτόμουν πως ήταν κανονικός άνθρωπος, απλά δεν ήταν ενήλικας πια. Ο χρόνος λειτουργούσε αντίστροφα.

Δεν είχε ταυτότητα, δεν είχε υπογραφή. Ο υπάλληλος με κοιτούσε με οίκτο και τούκανα νόημα. Δεν ήταν εκεί το θέμα. Ο υπάλληλος καταλάβαινε, έπιανε το νόημά μου και καταλάβαινε. Και ο κόσμος στην ουρά καταλάβαινε και έπασχε κι αυτός μαζί μου. Δεν ήταν εκεί το θέμα. Το θέμα ήταν πως έπρεπε ν' αναλάβω να υπογράφω για λογαριασμό της. Κι αυτό τα σόγια της δεν θα το ανέχονταν, θα μου το έβγαζαν από τη μύτη.

Δεν το άντεχαν που ήμουν πια η υπογραφή της...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου