Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Κυανοπώγων

από την Αγγελική

«Δεν τα χω πει σε άλλον αυτά. Δεν ξέρω τώρα τί μ’έπιασε…».
Κοιτούσε τα δάχτυλά της που χτυπούσαν αμήχανα και ρυθμικά τα τοιχώματα της κούπας. Τα νύχια της. Το διαφανές βερνίκι τους έδινε μια διακριτικά φροντισμένη όψη, αλλά μια καινούργια στρώση τη χρειάζονταν οπωσδήποτε.  Έπινε σοκολάτα ζεστή.
«Εντάξει, αν δε θες, μη συνεχίζεις. Η γνώμη μου όμως είναι ότι σε φθείρει αυτή η ιστορία. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου φέρεται έτσι».
«Το ξέρω…» Κοίταζε ίσια μέσα στην κούπα της.
«Αν δεν έχεις το θάρρος να φύγεις, που το κατανοώ, πρέπει να πατήσεις πόδι σε κάποια ζητήματα. Συγνώμη για το «πρέπει», με πιάνεις πώς το εννοώ.»
«Μου φαίνεται φοβερά δύσκολο όλο αυτό».
«Θα είμαι δίπλα σου σε οτιδήποτε χρειαστείς».
Σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της από την άδεια κούπα και τον κοίταξε στα μάτια. Του άγγιξε το μπράτσο με ευγνωμοσύνη κι εκείνος, άθελά του, ανατρίχιασε.

Μετά από τον καφέ με την παιδική του φίλη, κι αφού φιλήθηκαν στο μάγουλο και υποσχέθηκαν αλλήλοις ότι θα έβγαιναν σύντομα ξανά, ο άντρας τράβηξε βιαστικά για το αγαπημένο του παιχνιδοπωλείο. Κόντευε η ώρα να κλείσει κι έπρεπε να προλάβει.
Η μαμά του τον πήγαινε εκεί από πολύ μικρό. Του αγόραζε ξύλινα παιχνίδια, κυβάκια κι αλογάκια, ακριβά, εισαγωγής. Συνήθιζε κι αυτός να πηγαίνει μονάχος του αργότερα, όταν ανακάλυψε τις συλλεκτικές κούκλες. Αυτές με τα μακριά τσίνορα, τις δαντελένιες καλτσούλες και τα κιλοτάκια, που έκανε αιματηρές οικονομίες για να αποκτά και εναγώνιες προσπάθειες για να κρύβει από τον πατέρα του που, παρόλη την καλλιέργεια και το ανοιχτό μυαλό του, του έριξε ένα φούσκο όταν ανακάλυψε την Πωλίνα στην ντουλάπα, αποκάλεσε το γιο του πούστη, ή μάλλον το έθεσε σαν ερώτημα, «πούστης θα μας βγεις;». Είχε μεγάλη αγωνία να προλάβει το κατάστημα ανοικτό, να παραλάβει το νέο του απόκτημα που είχε παραγγείλει από Αγγλία. Ηταν σίγουρος ότι η αναμονή και τα χρήματα άξιζαν τον κόπο.
Βγαίνοντας ένα τέταρτο αργότερα από το παιχνιδοπωλείο και χαϊδεύοντας την Ελεονώρα, πάνω από την ολοκαίνουργια κούτα της, συλλογίστηκε την παιδική του φίλη και μια σκιά μελαγχολίας συννέφιασε το βλέμμα του. Οταν αποκτούσε αυτό που ήθελε, πάντα αγωνιούσε για το μετά. Πώς θα έβγαινε η καινούργια κούκλα από το χέρια του. Διαμελισμένη και παραχωμένη στο βάθος του συρταριού σαν όλες τις προηγούμενες;

Η θα ταν αυτή η πρώτη που θα την έβγαζε - επιτέλους - καθαρή; Αυτή, το τέλος της αιματηρής του βασιλείας;

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Το κερδηθέν στοίχημα ή μια μεγάλη επιτυχία για τη λέσχη μας

Ανακοινώθηκαν οι Λίστες Λογοτεχνίας 2012 του περιοδικού "Διαβάζω" και στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς-πεζογραφία, ιδού:

Βασίλης Κουνέλης, Νοματαίος, μυθιστόρημα, Ωκεανίδα
Γιώργος Μητάς, Ιστορίες του Χαλ, διηγήματα, Κίχλη
ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ, Το άχτι, διηγήματα, Φαρφουλάς
Χίλντα Παπαδημητρίου, Για μια χούφτα βινύλια, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο
Βασιλική Πέτσα, Θυμάμαι, νουβέλα, Πόλις

Νίκο μας, συγχαρητήρια! Μας έκανες περήφανους και είσαι για μας, ούτως ή άλλως, νικητής!




Περισσότερα για τα βραβεία:
http://www.avecnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=9509:-lr-2012&catid=2:2011-06-02-22-34-11&Itemid=8




Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Σε πράξεις τρεις

του Σοφοκλή Ρόκου

ΤΟ ΦΙΛΙ
Πάρκαρε μ’ έναν απότομο ελιγμό μέσα στην πιλοτή. Δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο στο μυαλό του, μόνο να την πάει και να την αφήσει σπίτι. Φρέναρε κοιτώντας ίσα μπροστά του στο μικρό κηπάκο της πολυκατοικίας. Κάρφωσε τα μάτια στα χαμηλά φυτά, καταπράσινα και φροντισμένα. Όχι δέντρα, όχι θάμνοι μόνο δεντρίλια ιδιαίτερα νοικοκυρεμένα, στη σειρά, λαμπερά, σε πλήρη αρμονία με το χορτάρι του μικρού κήπου, μαρτυρούσαν ενοίκους καθαρούς και νοικοκυραίους. Τράβηξε το χειρόφρενο δυνατά σχεδόν βάρβαρα και γύρισε και την κοίταξε.
Το πρόσωπό της ήταν ξαναμμένο κι όμορφο. Τα μάτια της έλαμπαν, γλυκά και πονηρά μαζί, σχεδόν αγοραία. Τα χείλη της σχημάτιζαν ένα αδιόρατο χαμόγελο ταμπουρωμένο πίσω από μύες σφιγμένους στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν μια κοροϊδευτική ριπή αστραφτερού γέλιου. Ναι, μπορείς να μ’ έχεις έλεγε εκείνο το πρόσωπο, προκλητικό κι απροσπέλαστο μαζί, χωρίς καμιά εγγύηση όμως ότι αυτό το έχεις θα σήμαινε και μια κατάκτηση διαρκείας και ουσιαστική. Μπορείς να μπεις μέσα μου, να καταφύγεις όχι όμως να κουρνιάσεις, να κατασταλάξεις.
Ανταριάστηκε ολόκληρος, τον κυρίευσε μια ακατανίκητη επιθυμία να βυθιστεί στην γλυκόπικρη αίσθηση που φανταζόταν ότι αναδίνει το στόμα της. Πίσω από τη στοματική της κοιλότητα μάντευε το κρανίο της, ήθελε να το κατακτήσει αλλά ταυτόχρονα τον κατατρόπωνε η τραχιά βεβαιότητα ότι ποτέ δε θα απλώσει νωχελικά τις αντρικές αρίδες του μέσα σ’ αυτό το καύκαλο.
Γύρισε το κεφάλι κι ολόκληρο το σώμα του προς το μέρος της κι έπεσε με ορμή πάνω στο στόμα της. Κατέφαγε τα χείλη, αιχμαλώτισε τη γλώσσα, κατατρόπωσε τα μάγουλα, πίεσε με τα δάχτυλα όλο το πρόσωπο. Ήθελε να συνεχίσει, να ξεριζώσει τα μαλλιά, να ξεκογχίσει τα μάτια, να ξεκολλήσει τη μύτη, να μην αφήσει τίποτα πάνω στ’ όμορφο πρόσωπο, να το ισοπεδώσει, να το ρουφήξει, να ‘ναι βέβαιος πως είναι ο τελευταίος που το είδε έτσι προκλητικό κι ατίθασο, να δίνεται και να αποκλείεται ταυτόχρονα, να διακωμωδεί και να βυθίζεται στην τραγωδία την ίδια στιγμή.
Δεν έκλεισε τα μάτια του, ανοικτά όπως ήταν τα ‘νιωσε να βαθαίνουν, να σκουραίνουν και να βουτάνε προς τα μέσα στα μαύρα χάσματα που ανοίχτηκαν απότομα πίσω τους. Τότε μόνο η άσπρη δυνατή αστραπή που τόση ώρα συσκότιζε το μυαλό του ξαφνικά έσβησε. Απομάκρυνε το πρόσωπό του από το δικό της και την κοίταξε. Ήταν σημαδεμένη παντού, σ’ όλο το πρόσωπο. Θυμήθηκε το φιλί του Klimpt, όχι δεν ήταν έτσι. Δεν ένιωθε να τους τριγυρίζουν λουλούδια και αρώματα, δεν ακούγονταν μουσικές και καμπάνες. Τ’ αγγελάκια γύρω τους κάγχαζαν κι έξυναν τα νιούτσικα κερατάκια τους, φυτρωμένα μόλις στα μακρουλά άσχημα κεφάλια τους.
Ένα τρανταχτό, σχεδόν διαβολικό γέλιο ακουγόταν επίμονο μέσα του και τον έκανε να νιώθει αμήχανος και μόνος. Δεν επαρκούσε, φοβόταν. Συρρικνωνόταν και ταυτόχρονα αυτοσαρκαζόταν. Ήθελε να καταβροχθίσει κι είχε μια κουμπότρυπα για στόμα, ήθελε να πετάξει και δεν είχε παρά πούπουλα σκόρπια κολλημένα σ’ ολόκληρο το σώμα του. Ήταν λίγος.

Η ΕΝΩΣΗ
Στο δωμάτιο ο αέρας μύριζε αρώματα οργασμού και έξαψης. Η ζεστασιά του ήταν ζεστασιά μήτρας που αρνιόταν να γεννήσει οτιδήποτε γιατί προτιμούσε να κρατήσει για λογαριασμό της όλη τη γλύκα. Έγειρε πάνω στην κατακόκκινη καρδιά-μαξιλάρι κι έκλεισε τα μάτια. Ονειροπολούσε και γυρνούσε λίγες στιγμές πριν. Τον θυμόταν ξαναμμένο κι όμορφο, σκοτεινό αντρικό σύμβολο μιας γλυκιάς αρπακτικότητας που ξεκινούσε από την τρυφεράδα κι ανέβαινε τρεχάτο την κλίμακα μέχρι την ηδονή και την αντάρα ακόμη και τον πόνο.
Έψαξε με τα χείλη της το μόριό του. Έψαξε με τα δάκτυλα του το αιδοίο της. Ιδρωμένοι μηροί ενώθηκαν σε ένα υγρό σφιχταγκάλιασμα.

Τυφλό κουφό κι αδοκίμαστο πάθος κινητοποιούσε κάθε ικμάδα των δύο σωμάτων που δεν ήξεραν πια αν ήταν δυο, ένα, χίλια δυο ή εκατομμύρια. Το μόριό του παντού μέσα στις κοιλότητες της αγωνιούσε να γεμίσει κάθε κενό και να πλημμυρίσει με την υγρή του δύναμη την ξεραϊλα μιας ζωής ολόκληρης που κυλούσε έξω από το σκοτεινό δωμάτιο, αγνοώντας τα ηδονικά φουντώματα που πρόσφερε ο ένας στον άλλον εκείνο το συμπυκνωμένο δίωρο.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Ένιωσε τη σκέψη του που αγκιστρώθηκε ξαφνικά στα μαλλιά της. Τον αισθάνθηκε να τα χαϊδεύει στην αρχή απαλά κι έπειτα ν’ αρπάζει μερικές τρίχες να τις τραβάει άγρια. Το χέρι του κατέβηκε στο σβέρκο της κι έπιασε σε μια λαβή κάποια συγκεκριμένα νεύρα της κι έκανε όλο της το κορμί να ακινητοποιηθεί. Όσο κι αν προσπαθούσε να απελευθερώσει το κεφάλι τινάζοντάς το και να κινήσει το λαιμό, η μέγγενη έμενε εκεί. Δε φαινόταν η παραμικρή εξωτερική εμπλοκή, καμιά παραμόρφωση μόνο σαν κάτι να αφαιρούσε κάθε ενέργεια από κάθε μέλος της ή ακόμα χειρότερα να τη μετέτρεπε σε ενέργεια εχθρική εναντίον της, σα να ‘βαζε το σώμα της να επιτεθεί στον εαυτό του.
Τον ένιωθε σαν ένα ρούχο που σε πληγώνει αλλά δεν μπορείς να το βγάλεις γιατί είσαι μπροστά στον κόσμο ή γιατί δεν έχεις άλλο ρούχο και χρειάζεσαι ένα, οπότε το υφίστασαι σιωπηλά, ούτε το πετάς, ούτε το ανέχεσαι. Αυτή η σκέψη κούρνιασε περιπαικτικά μέσα της.
Και δεν ήταν πια ο έρωτας που την κατείχε, δεν ήταν η χαρά του που την ενέπνεε. Ήταν μια οδύνη αναξιοπρεπής, όχι ισχυρή, όσο ενοχλητική κι απωθητική. Ένιωθε μικρή, αδύναμη σα να ‘χε υποτιμήσει, σχεδόν εξευτελίσει ένα σημαντικό της κομμάτι.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

κριτική στην "Οδό Πανός"

Kωνσταντίνος Μπούρας, για το "Αχτι" (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΤΕΥΧΟΣ 155, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012): "Ακόμα ένα διαμαντάκι από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, του νεαρού κι ακατάβλητου εκδότη Διαμαντή Καράβολα, που μετέφερε προσφάτως τις δραστηριότητές του στο ατμοσφαιρικό βιβλιοπωλείο όπου λειτουργούσαν επί χρόνια οι εκδόσεις του Σάμη Γαβριηλίδη. Αυτή τη φορά διαλέγει να τυπώσει τα άκρως ενδιαφέροντα διηγήματα του Νίκου Ξένιου, που γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και διδάσκει στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου. Σεναριογράφος, μελετητής, κριτικός θεάτρου και συν-συγγραφέας του πολύ κατατοπιστικού Λεξικού Θεατρικών Όρων (εκδόσεις ΚΟΑΝ). Δείγμα γραφής: " ...Το επόμενο μεσημέρι ο γιος του Σωτήρη έφτασε στην ώρα του στο γραφείο της, συνοδευόμενος από ένα νεαρό ένστολο που περίμενε στον προθάλαμο. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο, σα να είχε κάνει θεάρεστο έργο. Ήταν φρεσκοξυρισμένος και μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. Η γυναίκα αισθάνθηκε πως είχε να κάνει μ' έναν απόλυτα νουνεχή ψυχωσικό. Μάλιστα, είχε ήδη συμβουλευτεί και τον ψυχολόγο με τον οποίον συνεργαζόταν. Της σύστησε να χειριστεί την υπόθεση με λεπτότητα. Έβαλε τον άνθρωπο να καθήσει στον καναπέ κι αυτός αρνήθηκε να βγάλει το σακάκι του. Του έφερε ένα ποτήρι νερό. Έβαλε σπράιτ για τον εαυτό της, μάζεψε την κόκκινη φούστα της και κάθησε δίπλα του σε απόσταση οικειότητας. Είχε εξαφθεί η περιέργειά της. "Πέρασαν τέσσερα χρόνια', ξεκίνησε σαν κουρδισμένος, "μέχρι η Βεατρίκη να μείνει έγκυος. Κόντεψε να απελπιστεί..." (σελ. 47) Ούτε μια λέξη περιττή, μήτε ένα κόμμα σε λάθος θέση. Κωνσταντίνος Μπούρας Περιοδικό "Οδός Πανός' , τ. 155, Ιανουάριος-Απρίλιος 2012, σελ 188-189

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Κριτική Κωστή Παπαγιώργη στο "Αθηνόραμα"















Γράψε σβήσε «μου πήδηξες την ιδέα»
Ιστορίες και κατορθώματα της Λέσχης «Γομολάστιχα»


(Φαρφουλάς, σελ. 123)
Η πειραματική αυτη ομάδα, παρότι αναγνωρίζει ότι η συγγραφή αποτελεί μοναχική διαδικασία, δοκίμασε με επιτυχία το αντίθετο. Μια οκτάδα υποψήφιων λογοτεχνών (Γ. Αναστασοπούλου, Μ. Βελισκάκης, Π.Μ. Ζερβός, Κ. Κορομπιλη, Αγγ. Μαρίνου, Ν.Ξένιος, Σ. Ρόκος, Ελ. Χριστοφοράτου) αποφάσισαν να δίνουν τα γραπτά τους για φιλική ανάγνωση και να αποδέχονται τις διορθώσεις, τις παρατηρήσεις και –καθώς πιστεύουμε– τις ποικίλες παρεμβάσεις. Είναι γνωστό ότι ο διορθωτής, αν έχει το ελεύθερο, μπαίνει στον πειρασμό να ξαναγράψει το κείμενο με δικό του, «καλύτερο» τρόπο. Άλλωστε, γι’ αυτό η όλη επιχείρηση βαφτίστηκε «γομολάστιχα». Οι ίδιοι ομολογούν ότι «η κριτική τούς πονούσε», άρα έσβηναν μάλλον παρά έγραφαν, θυσίαζαν πράγματα που αγαπούσαν, ήταν θα λέγαμε ένας συγγραφέας με οκτώ κεφάλια. Τα διηγήματα υπερβαίνουν τις αμηχανίες του πρωτάρη, καθώς διαβάζονται με άνεση κι έχουν αμεσότητα και ζωντάνια. Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε κάποια, πώς να βάλουμε όμως φιτιλιές στους κόλπους ενός φιλικού κύκλου στον οποίο κάθε μέλος αναγνωρίζει τόσο στο δικό του όσο και στα άλλα κάποια παρέμβαση που πιθανώς έφερε τούμπα το όλο γραπτό; Το μόνο που μπορούμε να πούμε (λόγω πείρας και όχι προφητισμ ού) είναι ότι η επιχείρηση «Γομολάστιχα» θα δικαιωθεί όταν τα μέλη της «τσακωθούν» για να βρει το καθένα τη δική του γραφή. Για να φιλιώσει κάποιος με τη γραφή, συχνά κάνει τους φίλους «εχθρούς»...

Κριτική της Ανίσας Ντούρα στο Protagon.gr

Ιδέες από Γομολάστιχα
26/01/2012

“Εκεί που νομίζεις πως το κεφάλι σου πάει να σπάσει, βρες τη δύναμη να αδράξεις τις ευκαιρίες που θα σε βοηθήσουν να βγεις από την μονοτονία. Και αν ακούγεται ουτοπικό βρες τρόπο να γίνεις λιγότερο ρεαλιστικός.” Είναι προτροπές που αυθαίρετα αισθάνομαι να λαμβάνω από μια ομάδα ανθρώπων που απαρτίζεται από οχτώ μέλη και δείχνουν να έχουν βρει τον τρόπο.

Πριν λίγο καιρό έλαβα μια πρόσκληση μέσω mail. Με ενημέρωνε για την παρουσίαση του βιβλίου “Γράψε σβήσε μου π*δ*ξες την ιδέα”. Ο τίτλος με παρεξένεψε. Άρχισα να ψάχνω πληροφορίες και έπεσα στο blog της ομάδας που έχει τον ιδιαίτερο τίτλο “Γομολάστιχα”. Αποτελείται από τους:

Γιούλ Αναστασοπούλου
Μανώλης Βελισκάκης
Παναγιώτης Ζερβός
Κατερίνα Κορομπίλη
Αγγελική Μαρίνου
Νίκος Ξένιος
Σοφοκλής Ρόκος
Ελένη Χριστοφοράτου.

Αποφάσισα να πάω, το βιβλίο δεν είχα προλάβει να το διαβάσω. Ο άνθρωπος που έκανε την παρουσίαση μου έδωσε μια εικόνα για τα μέλη της λέσχης. Δεν διαφέρει από εκείνη που είχα κατά νου, με βοήθησε όμως στο να την εμπλουτίσω έχοντάς τους απέναντί μου και παρατηρώντας συνάμα τις αντιδράσεις τους. Πρόκειται για ανθρώπους που αγαπούν τη γραφή και διαγράφουν ήδη μια πορεία οι περισσότεροι από αυτούς στις εκδόσεις διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Δεν είναι τόσο αυτό που με κάνει να τους καταξιώνω στο νου μου, όσο η προτροπή τους στο κοινό την ώρα της παρουσίασης. Ειπώθηκε από όλους, χωρίς εξαίρεση: “Αν αγαπάτε τη γραφή, δημιουργήστε τη δική σας λέσχη δημιουργικής γραφής”.

Το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί μια λέσχη της μορφής αυτής δόθηκε παραστατικότατα με ένα σκετσάκι που παρουσιάστηκε στην αρχή της εκδήλωσης. Είναι δυο μέλη που εκφράζουν την αντιπαράθεσή τους με έντονο και ρεαλιστικό τρόπο την ώρα που γίνεται σχολιασμός των κειμένων τους, αντιπαράθεση την ώρα της κριτικής. Από τα μέλη ειπώθηκε πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστείς ένα πλήγμα για το κείμενό σου αλλά συνάμα με μια φωνή κυριάρχησε το “Μπορεί να σκοτωθούμε, αλλά δεν θα διαλυθούμε”.

Πόσο θα θελα να είχα την αυθεντία να το έλεγα και για την κοινωνία μας αυτό...

Γομολάστιχα σε ευχαριστώ, έχω αρχίσει ήδη να σε διαβάζω!

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Στην εφημερίδα METROPOLIS

ΓΡΑΨΕ ΣΒΗΣΕ ΜΟΥ Π*Δ’’ΞΕΣ ΤΗΝ ΙΔΕΑ

Η ομάδα Γομολάστιχα δημιουργήθηκε το 2008. Αποτελείται από τους: Γιούλη Αναστασοπούλου, Μανώλη Βελισκάκη, Π. Μ. Ζερβό, Κατερίνα Κοροµπίλη, Αγγελική Μαρίνου, Νίκο Ξένιο, Σοφοκλή Ρόκο και Ελένη Χριστοφοράτου, οι οποίοι συναντιούνται δύο φορές το μήνα, συζητάνε και κριτικάρουν τα κείμενά τους, χωρίς κάποιο δάσκαλο δημιουργικής γραφής. Οπως οι ίδιοι γράφουν, «δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος από εµάς, αγανακτισμένος από τις συνεχείς διορθώσεις, γύριζε και έλεγε: ‘Αµάν πια! Μου πήδηξες την ιδέα!’» Τα καλύτερα από τα κείμενά τους αποφάσισαν να τα εκδώσουν, έτσι κυκλοφόρησε η συλλογή «Γράψε Σβήσε ‘Μου π*δ”ξες την ιδέα’» από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, η οποία αποτελείται από 21 διηγήματα με κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι όλα τους δουλεμένα μέσα στην ομάδα.