Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Διάκριση της Ομάδας Γομολάστιχα

Σας ενημερώνουμε πως το μέλος της ομάδας μας, Mανώλης Βελισκάκης, θα συμμετέχει με το διήγημα  "ΡΟΖ ΚΟΡΔΕΛΑ" στη συλλογή διηγημάτων "Λόγω Τέχνης" των εκδόσεων Καλέντη λόγω της διάκρισής του στον αντίστοιχο διαγωνισμό (14η θέση μεταξύ 1469 υποψηφιοτήτων). Περισσότερες λεπτομέρειες για τoν διαγωνισμό:http://logotexnis.artspot.gr/

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Περιοδικό ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ

Η υπομονή ανταμείβεται. Καταπώς η ηρωίδα του κυρίου Φώλιου στην «ελκυστικη προσφορα» περίμενε υπομονετικά να ανοίξει το μαγαζί, έτσι κι εγώ ξεροστάλιαζα στα σκαλοπάτια του «χεστε τουλαχιστον εικοσι κιλα…» αναμένοντας την επερχόμενη ανάρτηση.
Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου όταν είδα προ εβδομάδος τέσσερις αναρτήσεις μαζεμένες. Το πρώτο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο κύριος Φώλιος πλέον εκδίδεται έντυπα (και με την άδειά του). Το δεύτερο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι, έχοντας εκδώσει τα εξαιρετικά βιβλία «σκουληκομυρμηγκότρυπα» και «κτηνογραφίες» του Μιχάλη Τάδε - έργα τα οποία μου έγιναν γνωστά στη μασονική λογοτεχνική στοά όπου συχνάζω τις νύχτες με πανσέληνο, όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνται - οι εκδόσεις «Τυφλόμυγα» μου είναι ιδιαίτερα προσφιλείς.


Η ταλαιπωρία, ωστόσο, που τράβηξα στο παρελθόν να εντοπίσω τα βιβλία του Μιχάλη Τάδε δε συγκρίνεται με τη δυσκολία του να εντοπίσω το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Τυφλόμυγα», αυτό του Δεκεμβρίου 2012. Αφού γύρισα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου, στο τέλος, έχοντας απαυδήσει, έκανα αυτό που έπρεπε εξαρχής να κάνω: να πάρω τηλέφωνο τον ίδιο τον εκδότη να τον ρωτήσω*. Εκεί λοιπόν, ο κύριος Κώστας, πατήρ των εκδόσεων και του περιοδικού Τυφλόμυγα, με πληροφορεί ότι σημείο διάθεσης των πονημάτων του είναι το βιβλιοπωλείο του εκδότου της λέσχης μας «Γομολάστιχα» κ. Διαμαντή Καράβολα ή Φαρφουλά επί της οδού Μαυρομιχάλη 18 κι εκεί να δείτε χαρά και αγαλλίαση, αφού βγήκαμε και συγγενολόι.
Το να επιδιώκει ένας εκδότης ή ένας δημιουργός να μένει στην αφάνεια και να αφήνει άλλους να μιλούν γι αυτόν, είναι μια στάση θεμιτή, ρομαντική και μάλλον ευθυνόφοβη, καθώς μεταθέτει την ευθύνη της «πεζής» προβολής σε κάποιον άλλον, κάποιον σαν τον Φαρφουλά που στηρίζει τις ανεξάρτητες προσπάθειες ή κάποιον φανατικό. Μπορεί να συντρέχουν κι άλλοι λόγοι, το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ότι το αναγνωστικό κοινό χάνει αξιόλογες προσπάθειες και την ευκαιρία της ποιοτικής ψυχαγωγίας κι επιμορφώσεως. Κι επειδή πλέον οι καιροί μας θέλουν υποψιασμένους («με άλλο κεφάλι») κι επειδή κανείς δε διατίθεται να δώσει τα ωραία του λεφτά σε προσπάθειες λιγότερο από πολύ καλές κι επειδή, στην τελική, «δε λέει» να αναζητείς ένα γμμένο τεύχος λες και είναι το Άγιο Δισκοπότηρο και να μην υπάρχουν ικανά σημεία διάθεσης, αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του άρθρου αυτού, να κάνει τις εκδόσεις-περιοδικό «Τυφλόμυγα» λίγο περισσότερο γνωστές στους αναγνώστες του μπλογκ, καταρχήν, και σε άλλους, στη συνέχεια, ώστε να το απολαμβάνουν περισσότεροι. 
Το περιοδικό «Τυφλόμυγα» που, επαναλαμβάνω, διατίθεται στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά** κοστίζει μόλις 3 ευρώ. Για ένα πήγα κι έφυγα με τρία. Οποιαδήποτε τιμή προς τα πάνω, εδώ που τα λέμε, θα ήταν υπερβολή, δεδομένου ότι το περιοδικό έχει αισθητική απλώς προσεγμένου fanzine, είναι ασπρόμαυρο, δεμένο με συρραπτικό (δεν γνωρίζω λοιπές τεχνικές πληροφορίες)  και δε διαθέτει συνεργάτες που θα ανέβαζαν το κόστος του, μεταφραστές, γραφίστες, διορθωτές και βιβλιοδέτες. Βρίθει σκαναρισμάτων, επαναδημοσιεύσεων κυρίως από περιοδικά του αντιεξουσιαστή- le όνειδος – ανένταχτου Λεωνίδα Χρηστάκη και από ξένα περιοδικά κι έχει και συνεντεύξεις-διηγήματα-αφιερώματα σε εγχώριους και ξένους συγγραφείς με τη στάμπα του εναλλακτικού- πρωτοπόρου (Πάνος Κουτρουμπούσης, Γερτρούδη Στάιν, Νικ Μπήτνικ, Λάρυ Κουλ, ενδεικτικά).
Κι όμως το περιοδικό θεωρείται φτηνό, αναφορικά με το περιεχόμενό του. Στο τελευταίο ειδικά τεύχος, του Δεκεμβρίου 2012,  πέρα από τα τέσσερα αριστουργήματα του Σάκη Φώλιου, το περιοδικό πραγματικά «τα σπάει»: αφιέρωμα στην εκδοτική δραστηριότητα στην Ελλάδα τον καιρό της δικτατορίας (αναδημοσίευση από το Panderma του Λεων. Χρηστάκη). Αφιέρωμα στον Τάσο Φαληρέα, δημοσιογράφο, δισκοπώλη, ποιητή και στον Γρηγόρη Γρηγοριάδη, πηγαίο κι ανένταχτο ποιητή –πεζογράφο που έγραφε μέχρι την εξαφάνισή του το 1995, ο οποίος,  με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του, φέρνει ένα επιθυμητό και χαριτωμένο αντίβαρο στην ακρότητα του μόνο γνωστού στο ευρύ κοινό αντιεξουσιαστή Νικόλα ‘Aσιμου. Τουλάχιστον ο Γρηγοριάδης είχε κι ένα βιβλιοπωλείο (στο οποίο δεν πατούσε κανείς). Και φυσικά ήταν ένας άνθρωπος με ήθος απέναντι στη συγγραφή. Αυτό τώρα δε μπορώ να το εξηγήσω, θα το καταλάβετε μόνοι σας. Αλλά ο άνθρωπος αποδείχθηκε πραγματική έμπνευση για μένα.
Φυσικά, πέρα από αυτά τα ωραία, το περιοδικό έχει μια αφοσίωση στο εναλλακτικό και στο προκλητικό per se, η οποία προσωπικά δε με ελκύει, αλλά who cares. Στην καλύτερη περίπτωση, τα αφιερώματα στους hipsters και στους beatniks, στους Hell’s Angels και στις κοινότητες των ελεσντιανών***, σε κάνουν να αναπολείς τα χρόνια τα παλιά, την εφηβεία σου, την αγνότητά σου και μπορεί να σε εμπνεύσουν για το μέλλον. Όλα κύκλους κάνουν.
Συνοπτικά, στο περιοδικό «Τυφλόμυγα» βρίσκεις ένα πολύ οικονομικό και ποιοτικό, ταυτόχρονα, ανάγνωσμα, σε πολύ εύχρηστο σχήμα για να το έχεις στην τσάντα σου και να διαβάζεις όποτε βρίσκεις χρόνο. Είναι, κυρίως, ένα αποτελεσματικό όχημα ιδεών, ποιεί συνειδήσεις και διαπνέεται από ήθος. Έχει συγκεκριμένη θεματολογία και ιδεολογία που δεν την προδίδει – κι ούτε χρειάζεται, στην τελική. Το περιοδικό μπορεί να είναι κοινός τόπος για ετερόκλητους ανθρώπους. Μερικές στιγμές μπορεί να χωρίσουν τον νομοταγή από τον εγκληματία, τον υγιή από τον πρεζάκια, την αγία από την πόρνη κι όλους αυτούς τους περιθωριακούς ανθρώπους που λάτρεψε ο Λεωνίδας Χρηστάκης****. The beast lies within, που λένε.

* Περιοδικό Τυφλόμυγα: Αραχώβης 14-16, τηλ. 210-36.37.164, tflmg@yahoo.com
** Εκδόσεις-Βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς: Μαυρομιχάλη 18 (είναι η κάθετος της Ακαδημίας ανάμεσα στην Ιπποκράτους και στη Χαριλάου Τρικούπη), 10680 Αθήνα, τηλ.: 2111845583, farfoulas@gmail.com 

*** Κατηγορούμενο εκ του LSD προερχόμενο

**** Αχ, να ζούσε ο Χρηστάκης και να έβλεπε τον διευθυντή μου, διευθυντή τραπέζης, να διαβάζει την «Τυφλόμυγα» που μου ζήτησε δανεική – κι αγύριστη, όπως το κόβω.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΣΚΟΥΠΑ


Του Σοφοκλή Ρόκου

Πάλι δεν ήρθε, νομίζω πως έχει περάσει πολλή ώρα. Είναι νύχτα και φοβάμαι τώρα, κρυώνω κιόλας λίγο. Όταν έφυγε ο μπαμπάς ήταν μέρα το έβλεπα στο παραθυράκι που κοιτάω τα παπούτσια των ανθρώπων που περπατάνε έξω. Κάτι ακούω έξω από την πόρτα.

Αυτός θα είναι, αφού τον ακούω, γιατί δεν ανοίγει την πόρτα να μπει μέσα; Θέλει μάλλον να παίξουμε κρυφτό. Εντάξει τα φυλάω. Δε μ’ αρέσει καθόλου να τα φυλάω, δε μ’ αρέσει να κλείνω τα μάτια μου, φοβάμαι. Αλλά του μπαμπά του αρέσει πολύ αυτό το παιχνίδι. Με βάζει και τα φυλάω μπροστά από την ντουλάπα και μετράω μέχρι το δέκα. Μετά μου λέει πάντα «μέτρα κι άλλο» . Κι εγώ συνεχίζω μέχρι το είκοσι. Δεν ξέρω πάρα κάτω. Κι αυτό μόνο στα ελληνικά το ξέρω γιατί το έμαθα στο σχολείο. Στα πουντζάμπι δεν το ξέρω . Με το μπαμπά όμως μιλάω μόνο πουντζάμπι. Αυτός δεν καταλαβαίνει ελληνικά κι έτσι εγώ τον ξεγελάω, ξαναμετράω από το ένα μέχρι το είκοσι και δεν καταλαβαίνει που τον κοροϊδεύω. Μόνο γελάει και φαίνονται τα μεγάλα άσπρα δόντια του. Τι ωραίος που είναι ο μπαμπάς όταν γελάει. Μου λέει και τραγούδια καμιά φορά και εγώ δεν τα καταλαβαίνω όλα αλλά καταλαβαίνω αν είναι χαρούμενα ή όχι. Δεν ξέρω πώς το καταλαβαίνω αλλά έτσι από μόνος μου το σκέφτομαι, μού ΄ρχεται.

Μα πού ‘ντος τώρα, δεν τον ακούω, τον πονηρό μού έχει κρυφτεί πίσω από την πόρτα και μου είπε στα ψέματα ότι θα πάει στο σούπερ μάρκετ να μου φέρει γάλα. Εμένα δε μ’ αρέσει το γάλα, αλλά αυτός λέει ότι τα παιδιά πρέπει να πίνουν γάλα. Κάθε μέρα μού βάζει και πίνω ένα ποτήρι. Καμιά φορά δεν το θέλω αλλά φοβάμαι να του το πω. Τώρα μου είπε ότι δεν είχαμε γάλα κι έφυγε να πάει να μου φέρει. Φοβάμαι λίγο μόνος μου. Όχι πολύ, μόνο λίγο. Δεν το λέω στον μπαμπά ότι φοβάμαι μόνος μου. Είμαι άντρας δεν πρέπει να φοβάμαι. Βέβαια σήμερα φοβάμαι πιο πολύ. Άκουσα στο σχολείο για μια κακιά κυρία που μαζεύει τους ξένους ανθρώπους και τους πάει σε άλλη πόλη. Μια κυρία Σκούπα που τη βάζουν επίτηδες οι αστυνόμοι να το κάνει αυτό για να καθαρίσει η πόλη. Η μαμά μου καθάριζε παλιά κάτι μεγάλα σπίτια αλλά τότε ήμουνα πολύ μικρός και δε θυμάμαι πως το έκανε κι αν την ήξερε αυτή την κυρία Σκούπα. Μπορεί και να μην είναι κακιά αφού καθαρίζει κι αυτή όπως η μαμά μου. Τώρα όμως δεν είναι πια εδώ, η μαμά μου όχι η κυρία Σκούπα. Γύρισε πίσω λέει ο μπαμπάς, βρήκε εκεί να δουλέψει κι ίσως πάμε και μεις πίσω. Πού πίσω δεν καταλαβαίνω. Πάλι φοβάμαι, όταν ακούω πίσω, δεν το θυμάμαι ούτε το πίσω, δεν είχα γεννηθεί μου λέει ο μπαμπάς.

Ακούω βήματα στο διάδρομο, αυτός θα είναι δε μπορεί λείπει πολλή ώρα. Εγώ έκλαιγα που έφυγε αλλά στα κρυφά μην το καταλάβει και με μαλώσει. Αυτός το κατάλαβε όμως και μου είπε ότι θα κρυφτεί για να παίξουμε για να μη στενοχωριέμαι. Εγώ το κατάλαβα ότι θα έφευγε αλλά έκανα πως τον πίστεψα ότι παίζουμε. Θα πάω μπροστά στην ντουλάπα και θα αρχίσω να μετράω μέχρι το δέκα και μετά μέχρι το είκοσι. Θα έρθει ο μπαμπάς και θα μου πεί «μέτρα κι άλλο» . Κι εγώ θα τον κοροϊδέψω και θα ξαναμετρήσω μέχρι το είκοσι. Καλύτερα που δεν ξέρει ελληνικά και μπορώ και τον κοροϊδεύω. Ένα, δύο, τρία.

Δεν ακούω τίποτα τώρα…

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Αντιμνημονιακό

από την Αγγελική

Όταν πέθανε και σήκωσαν το στρώμα στην παράγκα της, βρήκαν από κάτω κοσμήματα και τιμαλφή, αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Κλασσικά πράγματα, δηλαδή. Το ασυνήθιστο ήταν ότι το σώμα της ήταν ακέραιο. Ούτε σε σήψη, ούτε μισοφαγωμένο από τις γάτες της, ήταν καθ’όλα αξιοπρεπές. Δεν είχαν αργήσει οι φίλοι της να την αναζητήσουν, όταν άρχισε να απουσιάζει από τα κοινά τους στέκια.
Το να έχεις φίλους που σε αναζητούν αμέσως, είναι από μόνο του ένδειξη ευτυχίας και πλούτου. Τίποτε όμως δεν προμήνυε αυτή την ευτυχή κατάληξη μια δεκαετία πριν. Η’ μήπως ήταν δεκαπέντε χρόνια;
Τότε ήταν μια φιγούρα με ξανθόλευκο μαλλί,  τεράστια μάτια γαλανά κι ορθάνοιχτα. Οι ώμοι της κοιτούσαν προς τα κάτω, τα μάτια μπροστά, με απορία, σα να μάθαινε ακόμα κι ας κόντευε τα εξήντα. Έσερνε κι έναν σκύλο μαζί της, παχύσαρκο, που πυορροούσε.
Τον έσερνε τα πρωινά του Σαββάτου στη λαϊκή κι έλεγε στους πωλητές στους πάγκους ότι ήταν άρρωστο το σκυλάκι της κι ότι έπρεπε, μάλλον, να του αλλάξει τροφή. Το έβγαζε βόλτα πάνω-κάτω στο στενό, εκεί που ήταν το σπίτι της, μια μονοκατοικία με τριανταφυλλιές. Έλεγε στις γειτόνισσες που τίναζαν τα χαλιά ότι έπρεπε να πάει στο γιατρό το σκυλί, γιατί ήταν πολύ άρρωστο.  Μην ήξεραν αυτές κανάν καλό; Μπα, πού να ξέρει αυτή που δεν ξεμύταγε απ’ το σπίτι της. Στις παιδικές χαρές όπου σύχναζε, έλεγε στα παιδάκια να μην πολυπλησιάζουν το σκυλί, τους έδειχνε όμως τις πληγές του που γυάλιζαν σαν αστέρια πυορροούντα.
Ο άντρας της φρόντιζε τις τριανταφυλλιές. Κάθε πρωί πήγαινε κοντά τους, να τις κανακέψει, και τις έβρισκε σκαμμένες και χεσμένες. Στο διάολο για σκυλί. Τα ‘βαζε με το γιο τους που τους κουβάλησε το κοπρόσκυλο και μετά δεν ασχολήθηκε ξανά. Με κείνη δεν τα βαζε ποτέ. Τη γυναίκα του. Καλός ήταν, όλα τα φρόντιζε.
Αυτή ένα σκυλί είχε μονάχα να φροντίσει και τα ‘κανε μαντάρα. Δεν της το έθιξαν ποτέ γιατί ήτανε ευαίσθητη και στεναχωριόταν.  Απλώς απέφευγαν να της αναθέτουν πράγματα, της χαμογελούσαν επαρκώς κι όλα καλά.
 Ο άντρας της φύραινε με τα χρόνια, της έριχνε πόσα χρόνια, είκοσι, είκοσι πέντε; Έφεραν μια Ουκρανή να τον προσέχει και η μισή σύνταξη πήγαινε εκεί. Ο γιος τους άλλαζε σταυροπόδι, φυλλομετρώντας την εφημερίδα. Έλεγε στον κόσμο πως έψαχνε στις αγγελίες για δουλειά.
Τη νύχτα που το σκυλί πέθανε, εκείνη στεκόταν πάνω από το στρώμα του, του έλεγε τραγουδάκια και του κουδούνιζε παιχνίδια. Πού και πού  του δρόσιζε τις πληγές με χαμομήλι. Ξάφνου είδε ένα φωτοστέφανο να σχηματίζεται γύρω από το χοντρό κεφάλι του και της φάνηκε πως ο σκύλος ήταν ο Ιησούς Χριστός που θυσιαζόταν, σε πραγματικό χρόνο, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Έπειτα το ζώο έγειρε το κεφάλι του στο μπράτσο της κι άφησε την τελευταία του πνοή.
«Πού πας μάνα;» τη ρώτησε ο γιος της, καθώς την είδε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Γύρισε και τον κοίταξε, ο κώλος του ήταν μεγαλύτερος από την καρέκλα που καθόταν. Άνοιξε το μάνταλο κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Δεν την ξαναείδαν ποτέ.
Πάνε δεκαπέντε χρόνια από τότε που στα εξήντα της - παρά μια χρονιά - άρχισε την επικερδή καριέρα της ως ρακοσυλλέκτρια. Οι φιλενάδες της πάλεψαν με ζέση πάνω από το φέρετρό της για ένα αναμνηστικό της δεύτερης ζωής της, ένα κουμπί, μια τηλεκάρτα, το διαμαντένιο δαχτυλίδι που της χάρισε κάποιος μεγιστάνας.
Οι θαμώνες της αυλής της, δώδεκα τον αριθμό, αναπολούσαν τις ωραίες εκείνες μέρες που ο άρτος και το κρασί εύφραιναν τας καρδίαις των, επιχείρησαν μάλιστα να κάνουν την ζωή της σχολικό εγχειρίδιο που θα έμπαινε στο μάθημα των θρησκευτικών. Όμως εκεί πλάκωσαν οι εκπρόσωποι του κλήρου και οι μνημονιακοί και το εγχείρημα ναυάγησε προτού καν αρχίσει. Κι έμεινε ένα παραμύθι να λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους, τις νύχτες που το φεγγάρι θυμίζει σκυλοκεφαλή, γιομάτη από λυκίσιες αναμνήσεις.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Άνθρωποι καθημερινοί που βασανίζονται από απέλπιδους έρωτες, απόρριψη από πρόσωπα αγαπημένα, απώλειες, κακοδαιμονίες, περιθωριοποίηση, πάθη, και πολλά μετέωρα ερωτήματα... Πώς αποδίδει φόρο τιμής ένας ανάπηρος σε έναν άλλον; Πού μπορεί να φτάσει ένας άστεγος που του παίρνουν το παγκάκι; Πώς ένας πατέρας προσπαθεί να κρατήσει δίπλα του την νεκρή του κόρη; Πότε μια θηλιά στον λαιμό είναι ο καλύτερος δρόμος; Τι μπορεί να σκέφτεται μια πληγωμένη γυναίκα κοιτώντας έναν κάδο ανακύκλωσης; Μια συλλογή 24 διηγημάτων της Ελένης Χριστοφοράτου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άπαρσις.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

POST 10 ANOS


Σχολοῦσα στὶς 15.00 GMT, ἔφευγα πετάδην γιὰ Κηφισσό, ἔπαιρνα τὸ ΚΤΕΛ, ἔφθανα 21:42, GMT ἐπίσης, μὲ περίμενε, μὲ περίμενε σὲ μέρος προσάνεμο, μπόλικες λεῦγες μακρυὰ ἀπὸ τὰ καλὰ νερὰ κι ἀφοῦ τὴν ξαναθυμόμουν μετὰ ἀπὸ τόσα γαλάζια φιλιά, φεύγαμε. Φθάναμε ἀνυπόμονα στὸ σπίτι, ἀράζαμε στὸν πράσινο βελουτὲ καναπὲ καὶ λέγαμε διάφορα χαζά. Πίναμε λευκὰ ποτὰ μπόλικων δυτικῶς μεσημβρινῶν, ξαπλώναμε καὶ περνοῦσα τὸ ἕνα χέρι μου γύρω ἀπὸ τὸν λαιμό της καθὼς μὲ τὸ ἄλλο ψαχούλευα καὶ ἤλεγχα γιὰ τυχὸν χαλαροὺς κόμπους στὰ κομβία τοῦ ὑποκαμίσου της καὶ ἀφοῦ χρησιμοποιοῦσα ὡς ἀναλόγιον ἕτερον μέρος τοῦ σώματός μου, τῆς διάβαζα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς Γραμμὲς Ὁριζόντων τοῦ Βακαλόπουλου. Μπασσοποιοῦσα μάλιστα καὶ τραβοποιοῦσα τὴν φωνή μου, πετοῦσα λοξὲς ματιὲς ἐκεῖ μπὰς καὶ δῶ γλαρομενοειδεῖς βλεφαρικές κινήσεις κι εὐχόμουν νὰ τὴν πάρῃ ὁ ὕπνος γιὰ νὰ μὴν ζητήσῃ σέξ· ἐνίοτε τὸ πετύχαινα, ἄλλες φορὲς ὄχι. Τὰ πρωινὰ τοῦ Σαββάτου ἦσαν ὑπέροχα. Σηκωνόμασταν ὥρα καλή, κάναμε ὁμοῦ μπάνιο κι ἐτοιμαζόμασταν γιὰ καφὲ στὸ κέντρο (σὲ πλατεία κάποιας νικηφόρας ναυμαχίας ἢ στὴν πρίγκηπος Νικολάου, σὲ καφὲ μὲ τρισύλλαβη ξενικὴ ὀνομασία) πρὶν νὰ ξεκινήσουμε, στὴν πρωινὴ τουαλέττα αἰσθανόμουν κι ἔβλεπα περίεργη τὴν ἀνατομία μου, σὰν νὰ εἶχε προηγηθῇ ὄντως σὲξ τὴν προηγουμένη· ψάχνοντας στὸν κάδο εὕρισκα τεκμήρια ὅτι διὰ τῆς μέθης μὲ ἐξεμεταλλεύετο. Μὲ αἱματωμένα τὰ μηλίγγια, διάθεση βεζούβιο καὶ σχέδια ἁπτόμενα τριμελοῦς κακουργοδικείου, χούφτωνα τὸ πόμολο τοῦ καμπινὲ ἵνα ἐξέλθω καὶ νὰ τὴν ἀρχίσω μὲ τὴν ζωστήρα εἰσαγωγικῷ τῷ τρόπῳ πρὶν νὰ τῆς μωλωπίσω τὴν μύτη βοηθείᾳ προχείρου τινός τοίχου μὰ κάτι καταλάβαινε αὐτὴ μᾶλλον ἴσως καὶ ἀπὸ τὰ ἠχεῖα ἀκουγόταν μιὰ σύστασις (τώρα, τώρα πές μου ποιόν πές μου ποιόν θἄχῃς νὰ τά λές;) νὰ μετρήσω μέχρι τὸ δέκα. Στὸ ἕνδεκα, ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ἀποχωρητήριο καὶ ἔνγλυκυς τὴν ῥωτοῦσα γιὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ μαλλῆ μου, σούφρωνε τὰ χείλη, κυττοῦσε ἐκεῖ, ἔφτιαχνε, τακτοποιοῦσε κάτι ἀσύμμετρα καὶ κατόπιν κυττώντας με βαθιὰ στὰ μάτια μὲ φιλοῦσε κι ἐγὼ λιγωνόμουν λιγωνόμουν πολὺ λιγωνόμουν τόσο ὥστε ἀρχινοῦσα ἀπότομα (ἐπίρρημα) ἀπότομα (ἐπίθετο) κλάμματα καὶ τῆς ζητοῦσα νὰ μὲ συγχωρήσῃ χωρὶς νὰ τῆς διατυπώσω τὰ λίκνα, τὰ γενεσιουργὰ διπολικότητος γιατί. Δὲν καταλάβαινε ἀκριβῶς μὰ καταλάβαινα ὅτι καταλάβαινε πὼς ὅλο τοῦτο ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις τῶν αἰτιῶν τὰ ὁποῖα εἶχε καταλάβει παλιὰ πρίν, στὰ πρῶτα μας ὅταν ἀνεπιτυχῶς τῆς ἔκρυβα μιὰν κάποιαν ἀγνωσία συναισθημάτων, μᾶλλον μιὰν δυσκολία ἐκφράσεως αὐτῶν. Μ’ἄφηνε μόνο μου γιὰ λίγο, κρυβόταν στήν κουζίνα - ποτέ δὲν ἔμαθα τί ἔκανε τέτοιες στιγμὲς ἐκεῖ – γὼ ἔγλειφα τὰ δάκρυά μου ἐνώπιον τῆς βιβλιοθήκης της καθὼς μπροστὰ ἐκεῖ στεκόμουν στέλνοντας τὸ βάρος τοῦ σώματός μου ἀπὸ τὸ ἕνα πόδι στὸ ἄλλο σ’ἀκανόνιστα χρονικὰ διαστήματα κι ἐπεφύλασσα τὸ πιὸ δριμὺ κλάμμα ἐνόσῳ ἄγγιζα καὶ γυρόφερνα μὲ τὶς ῥῶγες τῶν δακτύλων μου, τὶς ῥάχες τῶν βιβλίων. Στοὺς τίτλους τοῦ Μάλκολμ Μπράντμπερρυ ξαφνικὰ ἠρεμοῦσα καὶ τὴν φώναζα μὲ ἕνα χαϊδευτικὸ ποὺ πάντα ἀπεχθανόταν μὰ δὲν μοῦ κάκιωνε διότι γνώριζε τὸ ἀκούσιο ἴσως κι ἀκαταλόγιστο. Φεύγαμε. Καθ’ὁδὸν γιὰ τὸ κέντρο, πάντα συνοδηγός, πίσω ἀπὸ τὰ γυαλιά μου, ἔνοιωθα ὅτι κάτι δὲν πήγαινε καλά, μὲ ἐμένα, μὲ αὐτήν, μὲ ἐμᾶς καὶ ὄχι μόνον στὰ πρόσεχε στόπ, πορτοκαλὶ τὸ φανάρι, πεζός! Ἀναρωτιόμουν μὰ καὶ προσπαθοῦσα νὰ θυμηθῶ ποιό ἐπίμονο, ποιό δερματόστικτο, ποιό κακοφορμισμένο καπρίτσιο μὲ εἶχε ἐκεῖ, τόσα χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἑστία μου, νὰ προσπαθῶ νὰ ἐπιβεβαιώσω κάποιες ἐφηβικῆς χροιᾶς ἀντιδράσεις σὰ πατρικὰ ἀγάπα την ῥέ, μὰ μὴν τὸ δείχνῃς. Στὸ καφέ, πίναμε τοὐλάχιστον ἀπὸ δύο καπουτσίνο, τρώγαμε τὰ σκοῦρα κέηκ, κάποια βουτύρου βουτήματα καὶ ὅ,τι ἡ καλὴ διάθεση τοῦ ἐλεήμονος τε καὶ φιλευσπνάχνου ἀλλά καὶ οἰκείου της, τραπεζοκόμου προαιρεῖτο. Ἔγλειφα τὸ πιατάκι γιὰ τίποτε ἀπομειναριασμένα ψίχουλα κέηκ ποὺ μᾶλλον δὲν ἔβλεπα, ἔβλεπα πάντως τὸ ὕφος δυσαρέσκειας τοῦ γνωστοῦ της καὶ καταλάβαινα ὅτι ἦταν ὥρα νὰ φύγουμε. Ἀγοράζαμε ἐφημερίδες, μιλούσαμε γιὰ τὴν Ἀμοργό, μαλλώναμε γιὰ τὰ πολιτικὰ καὶ γυρνοβολάγαμε στὴν ἀγορὰ μουτρωμένοι χωρὶς νὰ κρατᾷ ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ ἄλλου. Τὸ μεσημέρι, τρώγαμε σὲ φαγητάδικα ἀπέχοντα τρέντυ τοποθεσιῶν, παραγγέλναμε πιάτα καυτερὰ καὶ ἐπιδέχοντα παπάρες τριῶν φετῶν ψωμιοῦ. Ἄλλες, γυρνούσαμε πιὸ νωρὶς στὸ σπίτι, ἔφτιαχνε κάτι αὐτὴ (μαγείρισσα οὔσα) καὶ μετὰ ἀφοῦ ξαναμαλλώναμε γιὰ τὰ πολιτικά, βλέπαμε καμιὰ ταινία ἐνῷ πρῶτα μαλλώναμε γιὰ τὸ ῥεπερτόριο καὶ τὸ θέμα της μὲ φορτωμένα φυσικὰ στομάχια καὶ μιὰν ἰσχυρὴ στομαχικὴ δυναμικὴ ἐνέργεια. Ὄχι γιὰ κάποιον ἄλλον λόγο, μὰ ἀποκλειστικῶς γιὰ νὰ κάψω τὶς παραπάνω θερμίδες συναινοῦσα σὲ μιὰν σωματικὴ πάλη στὴν ὁποίαν πρωταγωνιστοῦσαν ἀνθ’ ἡμῶν, ἕνα πέος καὶ ἕνα αἰδοῖον, μὰ καὶ βορειώτερα, ἕνα ζεῦγος 40DD μαστῶν ὅπερ ἦταν ὁ κάθιδρος γκὲστ στάρ. Περαίνοντας, μὲ κυρίευε τὸ σύνδρομο τοῦ νεκροῦ σπέρματος, θρηνοῦσα κασσανδρικὰ καὶ μὲ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος. Τὰ πρὸς βράδυ ἀπογεύματα ἔρχονταν κάποιοι φίλοι καὶ βαριόμουν ἀσύστολα, ἐξοργιζόμουν μάλιστα μὲ ἐκεῖνα τὰ κάτι καμμένα ἀτομάκια μὲ χάι ἀπόψεις, ἄνετες καὶ πολὺ προχώ, μακρὰν τῶν συμβάσεων (ποιῶν;) κι ὅ,τι ἄλλη παπαριὰ μπορεῖ νὰ ἐπικαλεστῇ κάποιος γιὰ νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς ἀντικοινωνισμοὺς καὶ τὰ συμπλέγματά του. Μᾶς φορτώνονταν, δὲν ἔφερναν μάλιστα τίποτε μαζύ τους ῥεγαλοειδῶς, ἐμεῖς ὅμως τοὺς φτιάχναμε μεξικάνικο ἄσε ποὺ εἶχα πληρώσει καὶ ἐγώ στὸ σοῦπερ μάρκετ γιὰ τὰ ὑλικά, μὰ φίλοι δικοί σου δὲν εἶναι; Ὦ, πόσο κόπο ἤθελε νὰ χαμογελῶ καὶ νὰ δείχνω ὅτι δὲν μοῦ ἀνακάτευε τὰ σωθικὰ ἡ μ’αὐτοὺς συνανα(σ)τροφή! Τὶς νύχτες ἀφοῦ καληνυχτούσαμε τοὺς ἐν λόγῳ ἄπλυτους (γὼ τοὺς ἔστελνα στὴν εὐχή τοῦ Ἑωσφόρου) καλὰ καλὰ ἡ ξώθυρα δὲν εἶχε κλείσει μὰ γὼ ἤδη τεντωνόμουν καὶ χασμουριόμουν τόσο ψεύτικα ποὺ ποτὲ δὲν κατάλαβα γιατί δὲν μὲ κατάλαβε. Πώπω, λατρεία μου, τεύχη εἰμί, σπεύδω γιὰ τοῦφες κι ἔτσι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπέφευγα τὸ σέξ. Τὴν ἄλλη μέρα, γυρνώντας ἀπὸ τὴν λειτουργία, καθὼς τὴν εὕρισκα κοιμωμένη, μὲ ἔπιανε ἕνα τρεμάμενο μίσος γιὰ τὴν καριόλα ποὺ δὲν ἐρχόταν κι αὐτὴ στὴν ἐκκλησία, τὴν ἔφτυνα μὲ ἄρρωστο σίελο καὶ ἔψαχνα πρόχειρο κάποιο ἐγχειρίδιο νὰ τὴν στείλω στὸν δημιουργό της μιὰν ὥρα ἀρχύτερα ὥστε νὰ πειστῇ μάλιστα γιὰ τὴν ὕπαρξή του, μὰ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τρία τέταρτα πρὶν μοῦ εἶχε τροχοπεδίσει πᾶσα ἀνωμαλία καὶ τέτοιους ἀχτιβισμούς. Κι ὅταν σηκωνόταν, ἀφοῦ πρῶτα στὸ μεταίχμιο ὕπνου καὶ σηκώθηκες μωρό μου;, μὲ ἔψαχνε στὸ στρῶμα μὲ ἕνα τυφλό χέρι γιὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ἰδιαίτερο πρωινό χαρακτηριστικό τῆς ἀνδρικῆς ἀνατομίας μὰ δὲν μὲ εὕρισκε (τί ἠδονὴ ποὺ ἀπογοητευόταν ποὺ δὲν κάναμε σέξ ἤ κάλλιον ποὺ δὲν μοῦ ἔκανε σὲξ) ἐτοιμαζόμασταν καὶ πάλι τσαρκεύαμε ἀφοῦ πρὶν μαλλώναμε γιὰ τὰ πολιτικά. Μὰ πάντα μιλούσαμε ὁμονοειστὶ γιὰ τὴν Ἀμοργό. 

Εὐάγγελος Μαλλῆς.




Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Τι θέλει αυτη η γριά και λέει παραμύθια; Τι γυρεύει;
Ακούω τι φωνή της μες τον ύπνο μου, ύπνος είναι, αλλά ξέρω πως δεν κάνω λάθος. Λέει ιστορίες στο μικρό παιδί, για καλό τις λέει;
Κάθονται και οι δυο μπροστά στο τζάκι και έξω κάνει κρύο τσουχτερό.Σουρουπώνει.
Το παιδί δεν μπορεί να φύγει. Αλλά και να μπορούσε δεν ξέρει τον τρόπο, γιατί ένα παιδί δεν ξέρει πώς να φύγει απο τη γιαγιά του.
Σπίθες από την φωτιά πέφτουν πάνω στα μαλλιά τους. Δεν τις βλέπουν, μόνο εγώ τις βλέπω, εγώ που είμαι παντογνώστης του ονείρου. Τρίζουν τα μικρά του δόντια, τα μάτια της αστράφτουν.
Ζέστη ζέστη, ιδρώτας, και τρομερά λόγια, λόγια που σέρνονται ύπουλα σαν οχιά μέσα απο χαμόκλαδα.
Το παιδί ανακάθεται στο σκαμνί, τα χείλη του είναι ξερά, σκαμένα.
Μια καμπάνα από μακριά, ήχος που φτάνει ξεθωριασμένος ˙ μερικές νιφάδες ακουμπούν στο τζάμι, όμορφες νιφάδες, θα μαλακώσουν την μιλιά της;
Ενα τσουκάλι σιγοβράζει στο καμινέτο, γίδα βραστή. Θα το μασήσει πρώτα εκείνη και μετά θα το δώσει στο μικρό διαβολάκο. Ετσι τον λέει, όχι απέξω της αλλά με τη γλώσσα της ψυχής της. Να το αλέσει στο στόμα της. Έτσι πρέπει. Θα το γυρίσει πολλές πολλές στροφές στο μαρασμένο ωχρό στόμα να πάρει τη μυρωδιά της. Μην πνιγεί το παιδάκι, για καλό το κάνει.
-Αγριεψέ τον τώρα, πες του για το στοιχείο της παράγκας.
Δένει πιο σφιχτά το τσεμπέρι της, μασάει, μασάει καλά, δυο και τρεις φορές, τραβάει το αλεσμένο κρέας απ΄τη γλώσσα και το μπουκώνει στο παιδί.
«Ανοιξε καλά το στόμα! Τήρα κει; Βλέπεις εφτού»; Δείχνει με το παχύ της δάχτυλο έξω απ΄το παράθυρο στην μαύρη σκοτεινή παράγκα. «Εκεί χάμω είναι το στοιχείο, μόλις βγεις από τούτη δω την πόρτα σε περιμένει».

Γιούλη Α.