(.....Μου π*δ*ξ*τε την ιδέα! Σας έφερα εδώ ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους। Γοργόνες που πάνε στο γυναικολόγο, νησιά μικρά όσο ένα πλυντήριο, ψιλικατζήδες μαμάκηδες, πολυκαταστήματα και τραγούδια της Θείας Λένας, τον ίδιο τον Personal Jesus, αιμοσταγείς πιανίστες, ασθμαίνοντες αγγελιοφόρους, αλβανούς απόφοιτους του Ελληνισμού, τον Οιδίποδα να αγναντεύει τον Καιάδα, ανάσες δυσβάσταχτες υπό τους ήχους Ηeavy Μetal, το ρολόι του πατέρα μου, ακόμα και την απόλυτη μέρα. Τι άλλο θέλετε πια για να ‘στε ευχαριστημένοι;)Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011
Φασόλια μαυρομάτικα
Την δεύτερη φορά που τον είδε του έβαλε στο χέρι ένα σακουλάκι με μαυρομάτικα φασόλια. «Κάναμε μαύρα μάτια να σε δούμε», του είπε και εξαφανίστηκε στο διάδρομο, ενώ εκείνος αναρωτήθηκε αν είναι στα καλά της. Μετά που το ξανασκέφτηκε όμως, κατέληξε πως του άρεσε αυτό το αλλοπρόσαλο πλησίασμα, μάλιστα άρχισε να το αναπωλεί και να βρίσκει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερα χαρίσματα στην παράξενη κίνησή της.
Μία φορά την είχε δει όλη και όλη και αυτό σε παρέα συναδέλφων. Είχαν ανταλλάξει δυο κουβέντες για την πορεία της εταιρείας και άλλα βαρετά και ασήμαντα και είχαν αφήσει μια υπόσχεση στον αέρα να πάνε σινεμά. Εκείνη το είχε προτείνει, αυτός το είχε αφήσει να πλανάται. Το ξέχασε από τότε, δεν του γέμισε το μάτι πολύ, κάτι υπήρχε στον τρόπο που μιλούσε και στο σώμα της που τον είχε απωθήσει, δεν ήξερε όμως τι.
Τώρα του έκανε παιχνίδια και του πέταγε ατάκες. Την είδε μετά από μέρες στην είσοδο της εταιρείας και της έριξε στο χαλαρό να πάνε μετά τη δουλειά στην απέναντι καφετέρια στην Κηφισίας, «έτσι για καφέ σαν συνάδελφοι», της τόνισε. Εκείνη δέχθηκε με χαρά παιδιού και μάλιστα την πρόσεξε που έφυγε νωρίτερα από το ωράριό τους και ξαναγύρισε λίγο πριν τη λήξη της βάρδιας της φορώντας διαφορετικό φόρεμα απ΄το πρωινό. Τον χάλασε λιγάκι αυτή η κίνησή της, αλλά δεν μπορούσε πάλι να εξηγήσει γιατί.
Κάθισαν σε ένα στρογγυλό σιδερένιο τραπεζάκι που ό,τι ακουμπούσαν πάνω του παρήγαγε ένα εκκωφαντικό τενεκεδένιο θόρυβο. Μετά από λίγο εκείνος προσάρμοσε τις κινήσεις του ακουμπώντας μαλακά τον ζίπο και το ποτήρι του, ενώ εκείνη χειρονομούσε και τα άφηνε όλα να βαράνε στον τζίγκο. Πιο πολύ τον εκνεύρισε το βραχιόλι της που σερνόταν στο τραπέζι σαν βαριά αλυσίδα, του θύμισε γρανάζι μηχανής.
Εκείνη του ανέφερε πως δούλευε για χρόνια στο μαγειρείο του πατέρα της στα Κάτω Πετράλωνα, του είπε πως άρχισε από νωρίς να αναγουλιάζει με τις μυρωδιές του κρέατος και του ψαριού και βρήκε παρηγοριά στα όσπρια.
Έβγαλε μάλιστα και μερικές φακές από την τσέπη της και τις έριξε στο τραπέζι σχηματίζοντας κάτι που επέμενε πως έμοιαζε με άνδρα και γυναίκα.
«Τα όσπρια είναι έξυπνα», συμπλήρωσε «και σκληρόπετσα, θέλουν ώρα να τα βράσεις και θέλουν και νερό από το βράδυ για να τα κάνεις του χεριού σου».
Του είπε ακόμα πως έχει πάντα μαζί της μερικά γιατί μπορούσαν να τις φανουν χρήσιμα: να την βγάλουν για παράδειγμα από την δύσκολη θέση να μαγειρέψει για κάποιον απρόσμενα αλλά και να χρειαστεί να υπερασπίσει τον εαυτό της από κάποιον ανώμαλο, όπως είπε, με γουρλωμένα μάτια: «Γίνονται εργαλείο εγκλήματος αν τα εκσφενδονίσεις στo πρόσωπο»!
Μετά του μίλησε για το ζευγάρι. Υπήρχε ένα ζευγάρι που ερχόταν στο μαγειρείο τους κάθε Πέμπτη. Αυτοί έφτιαχναν είπε πολλά σχέδια από όσπρια και όταν τους είχε ρωτήσει γιατί το έκαναν, της είχαν απαντήσει πως τα όσπρια είναι σπόροι καλοί και κάνουν για πολλά πράγματα. Μετά δεν τους ξαναείδε αλλά έμαθε πως η γυναίκα είχε κάνει μια τεράστια κοιλιά και περπάταγε αγκομαχώντας. Δεν είχε καταλάβει αν περίμενε παιδί ή αν είχε απλά παχύνει πολύ. Εκείνη δεν ήθελε ποτέ να κάνει μια τόσο μεγάλη κοιλιά, είπε ψιθυριστά, ενώ έπιασε και τέντωσε το στομάχι της μέσα από το φαρδύ της φόρεμα. Εντωμεταξύ συμπλήρωσε, έκλεισε το μαγειρείο γιατί πέθανε ο μπαμπάς.
Εκείνος δεν μιλούσε, είχε την περισσότερη ώρα κατεβασμένο το κεφάλι του, είχε κολλήσει στις φακές που ήταν απλωμένες στο τραπέζι και προσπαθούσε να δει αν πραγματικά σχημάτιζαν κάποιο ζευγάρι. Όταν εκείνη τελείωσε την διήγησή της, έβαλε το δαχτυλό του μέσα στο σωρό τις φακές και τον ανακάτεψε. Το μετάνοιωσε που της το χάλασε αλλά ήταν αργά, δεν την κοίταξε για να μην δει το βλέμμα της παρά μόνο της είπε να φύγουν γιατί θα ξαναγύριζε στο γραφείο για κάτι τάχα επείγον.
Την επόμενη μέρα βρήκε στο γραφείο του ένα μικρό ανθισμένο κεσεδάκι γιαουρτιού σαν αυτά που φτιάχνουν τα παιδιά.
Ήταν αφημένο δίπλα από το πληκτρολόγιο με ένα μικρό κίτρινο ποστ-ιτ που έγραφε με καλλιγραφικά μικροσκοπικά γράμματα: Και το πιο παράξενο πράγμα μπορεί να ανθίσει.
Τον κατέλαβε μία αγωνία, τα πόδια του κόπηκαν. Δεν ήταν καθόλου του γούστου του όλα αυτά, ειδικά μάλιστα να τον συζητούν οι συνάδελφοι και να του κάνουν σχόλια για το γλαστράκι από φακές, αυτό έπρεπε να κοπεί αμέσως, μαχαίρι.
Συζήτησε την κατάσταση με ένα συναδελφό που εμπιστευόταν και αυτός του είπε οτι: «οι νόμοι προστατεύουν κάθε εργαζόμενο και υπάρχει και η περίπτωση της σεξουαλικής παρενόχλησης και να σκεφτείς να το αναφέρεις στο Τμήμα Προσωπικού». Στην αρχή εκείνος αναθάρρεψε στην ιδέα, μετά όμως φοβήθηκε οτι θα χρειαζόταν να εξηγήσει πως είχε βρεθεί μαζί της για καφέ, ποιός ξέρει τι σούσουρο θα ξεκινούσε και αν θα πίστευαν πως δεν έχει κάτι μ’αυτήν. Η καλή του φήμη στην εταιρία ήταν πολύ σημαντική γιαυτόν.
Την επομένη δεν την είδε στη θέση της. Έμαθε πως έχει δηλώσει ασθένεια και ανέβηκε στο γραφείο του ευδιάθετος και ελαφρύς. Εκείνη απουσίασε όλη την εβδομάδα και εκείνος αυτή την συγκεκριμένη εβδομάδα υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός σε σημείο που εντυπωσίασε τον προιστάμενό του και τον Γενικό Διευθυντή. Έφερε τις μεγαλύτερες πωλήσεις, έκλεισε δυο σημαντικούς πελάτες και πήρε σχεδόν άριστα στην ετήσια αξιολόγηση.
Στο σπίτι η κοπέλα του εκείνη την ημέρα, είχε κάνει ρεβίθια. Ποτέ δεν συμπαθούσε τα ρεβίθια αλλά δεν ήθελε να την κακοκαρδίσει.
Σκέφτηκε και αυτός πως τα ρεβίθια είναι καλοί σπόροι για να μπορέσει να κατεβάσει δυο-τρείς μεγάλες κουταλιές της σούπας. Η κοπέλα του ευχαριστήθηκε και πήγε να απλώσει την μπουγάδα τους. Ηταν το τελευταίο γεύμα που θα ετοίμαζε η κοπέλα του.
Τις επόμενες μέρες το γραφείο ήταν σε αναμπουμπούλα. Γίνονταν σοβαρές ανακατατάξεις, ομαδικές απολύσεις, συνεχή meetings και παράλληλα με όλα αυτά κάθε τόσο έβρισκε στο γραφείο του κομπολόγια απο χρωματιστά ρεβίθια, μπισκότα με φακές για μάτια και χείλη που χαμογελούσαν, και δυο μαυρομάτικα φασόλια το ένα κολλητά στο άλλο, να κοιτάζονται με τα μεγάλα μαύρα μάτια τους πλάι στον καφέ του.
Έκεινη την εβδομάδα βγήκε και η ανανεωμένη πολιτική της εταιρείας για τις σχέσεις του προσωπικού με τη διοίκηση, η πολιτική προαγωγών, τα bonus και ένα σωρό άλλες διαδικασίες. Κατάλαβε από μισόλογα πως αυτό που θα περνούσε τελικά ήταν αυτό που όριζε η εταιρία υπογείως, παρά τα όσα προάγγελε μέσω εμαιλ και συναντήσεων.
Και σαν να του φάνηκε εκείνη τη βδομάδα πως όλο και περισσότερο κέρδιζε τα χαμόγελα των συναδέλφων του που πλέον δεν του έμοιαζαν με χαμόγελα ειρωνίας αλλά θαυμασμού. Ήρθε και η πολυπόθητη αλλαγή θέσης εργασίας που του’χαν υποσχεθεί και στην γωνία περίμενε η προαγωγή. Ολα τα στοιχεία έδειχναν πως θα την έπαιρνε αυτός που είχε το καταλληλότερο προφίλ, εκείνος όμως δεν είχε ακριβώς το κατάλληλο, κάτι έλειπε.
Ένα πρωί μπήκε σκεφτικός, τα νέα δεν ήταν ευνοικά, κάτι ακουγόταν για έναν συνάδελφό του, ίσως τελικά έπαιρνε τη θέση. Κάθισε στο γραφείο του και ήπιε δυο γουλιές σκέτο καφέ, μαύρο. Ύστερα μάζεψε νευρικά τις σκορπισμένες φακές και τα φασόλια που ξεχύλιζαν από τα συρτάρια και την μολυβοθήκη και κατέβηκε απ΄την έξοδο κινδύνου πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά. Έφτασε στο γραφείο της στον πρώτο όροφο και τα αράδιασε όλα πάνω στο πληκτρολόγιο και τα χαρτιά της. Μετά κοντοστάθηκε, γύρισε πίσω, πήρε δυο μαυρομάτικα φασόλια και τα γύρισε πλάτη με πλάτη να μην κοιτάνε το ένα το άλλο.
Το ίδιο βράδυ την βρήκε να τον περιμένει στο πάρκινγκ της εταιρίας, τρομαγμένος την έχωσε μέσα στο εταιρικό αυτοκίνητο κοιτώντας δεξιά αριστερά και την πήγε στο παρκάκι μερικά στενά πιο κάτω.
Αυτή μυξόκλαιγε και μουρμούραγε για τα φασόλια που του τα έδειχνε στο χέρι της ακριβώς όπως της τα είχε ακουμπήσει, πλάτη με πλάτη.
Εκείνος σκέφτηκε από μέσα του οτι τον καταστρέφει, μαλακισμένη με καταστρέφεις, ούρλιαξε στο κεφάλι του αλλά δεν της το είπε παρά του΄ρθε να της ρίξει ένα σκαμπίλι, όμως κρατήθηκε. Κάθισε σιωπηλός και την άκουγε να του λέει για τα φασόλια που του τα γύρναγε στο χέρι της ανάποδα ώστε να κοιτάζει το ένα το άλλο. Της βούτηξε τότε το σαγόνι και την κόλλησε στον παράθυρο του αμαξιού, της έτριψε το πρόσωπο δυο φορές πάνω κάτω στο τζάμι του αυτοκινήτου και μετά την άρπαξε απ΄το σβέρκο. «Το σταματάς το τσίρκο τί λες»; Της φώναξε φτύνωντας, και αυτή σταμάτησε και έκατσε παγωμένη στη θέση της. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από το πάρκο το αμάξι του διευθυντή του και ο ίδιος τους χαιρέτισε. Έγνευσαν και οι δυο με σφιχτό χαμόγελο.
Την πήγε σπίτι της χωρίς να πούν κουβέντα. Στην πόρτα του σπιτιού της, ένα ισόγειο στα Κάτω Πετράλωνα, αυτός ξεκουμπώσε το παντελόνι του και έσπρωξε το κεφάλι της στον φερμουάρ του. Μετά την χτύπησε μαλακά στην πλάτη όπως θα έκανε σε ένα φίλο και την καληνύχτισε.
Μιά βδομάδα μετά επισημοποίησαν την σχέση τους και εκείνος έγινε προιστάμενος του τομέα του, είναι πολύ ικανοποιημένος με την δουλειά του και παραγωγικός। Δεν έκαναν ποτέ παιδιά και δεν ξανάφαγαν όσπρια.
Γιούλη Αναστασοπούλου.
Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011
Κλειστό
Του Σοφοκλή Ρόκου
Εγώ δεν είχα πει κουβέντα και δε θα ΄λεγα ποτέ, γιατί ήμουν καλά. Μόνο άνοιγα καμιά φορά μικρές τρύπες στις εφημερίδες για να χαζεύω πέρα τα βουνά. Δεν το ‘χε δει κανείς όμως. Αν δεν ακουγόταν το κλάμα της μικρής, αν είχα προφτάσει να τη βάλω στο βυζί πριν αρχίσει να κλαίει, κανείς δε θα ‘χε καταλάβει τίποτε και δε θα ‘πρεπε τώρα να δεχτούμε αυτές τις ηλίθιες κυρίες που δεν καταλαβαίνουν αγάπη μου, δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο μας αγαπάς. Είναι κι αυτοί οι συνάδελφοί σου όμως άνθρωποι κακοί και κουτσομπόληδες, ήταν ανάγκη να ανακατευτούν στα οικογενειακά μας και να μας κάνουν άνω κάτω; Λες και τους αφορούσε όλο αυτό. Όταν είδα τα πρόσωπά τους σα σκιές πίσω από τις εφημερίδες τρόμαξα τόσο. Ευχόμουν μέσα μου να μην τα καταφέρουν ν’ ανοίξουν, φοβήθηκα τόσο όταν είδα αυτούς με τις στολές να μας ανοίγουν κι εσύ δεν ήσουν εκεί. Τι μπορούσα να κάνω, δεν μ’ άκουγαν που τους παρακαλούσα να μας αφήσουν στην ησυχία μας, εμείς ήμασταν καλά, δε φοβόμασταν μέσα κει, τίποτα δε μπορούσαμε να πάθουμε, οι κακοί ήταν έξω. Οι καραγκιόζηδες φώναζαν και χειρονομούσαν κι έλεγαν ότι ήταν παράνομο να μας κλειδώνεις στο αυτοκίνητο και να σκεπάζεις τα παράθυρα με εφημερίδες. Τι ‘θέλαν αυτοί, εγώ και το μωρό ήμασταν μια χαρά, ξέραμε ότι το έκανες από αγάπη κι όχι για άλλο λόγο, μας ήθελες μαζί σου όσο δούλευες, δεν ήθελες να μας αφήσεις μόνους, ήσουν σωστός οικογενειάρχης, μας φρόντιζες. Τι ξέρουν όλοι αυτοί από οικογένεια!
Εγώ δεν είχα πει κουβέντα και δε θα ΄λεγα ποτέ, γιατί ήμουν καλά. Μόνο άνοιγα καμιά φορά μικρές τρύπες στις εφημερίδες για να χαζεύω πέρα τα βουνά. Δεν το ‘χε δει κανείς όμως. Αν δεν ακουγόταν το κλάμα της μικρής, αν είχα προφτάσει να τη βάλω στο βυζί πριν αρχίσει να κλαίει, κανείς δε θα ‘χε καταλάβει τίποτε και δε θα ‘πρεπε τώρα να δεχτούμε αυτές τις ηλίθιες κυρίες που δεν καταλαβαίνουν αγάπη μου, δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο μας αγαπάς. Είναι κι αυτοί οι συνάδελφοί σου όμως άνθρωποι κακοί και κουτσομπόληδες, ήταν ανάγκη να ανακατευτούν στα οικογενειακά μας και να μας κάνουν άνω κάτω; Λες και τους αφορούσε όλο αυτό. Όταν είδα τα πρόσωπά τους σα σκιές πίσω από τις εφημερίδες τρόμαξα τόσο. Ευχόμουν μέσα μου να μην τα καταφέρουν ν’ ανοίξουν, φοβήθηκα τόσο όταν είδα αυτούς με τις στολές να μας ανοίγουν κι εσύ δεν ήσουν εκεί. Τι μπορούσα να κάνω, δεν μ’ άκουγαν που τους παρακαλούσα να μας αφήσουν στην ησυχία μας, εμείς ήμασταν καλά, δε φοβόμασταν μέσα κει, τίποτα δε μπορούσαμε να πάθουμε, οι κακοί ήταν έξω. Οι καραγκιόζηδες φώναζαν και χειρονομούσαν κι έλεγαν ότι ήταν παράνομο να μας κλειδώνεις στο αυτοκίνητο και να σκεπάζεις τα παράθυρα με εφημερίδες. Τι ‘θέλαν αυτοί, εγώ και το μωρό ήμασταν μια χαρά, ξέραμε ότι το έκανες από αγάπη κι όχι για άλλο λόγο, μας ήθελες μαζί σου όσο δούλευες, δεν ήθελες να μας αφήσεις μόνους, ήσουν σωστός οικογενειάρχης, μας φρόντιζες. Τι ξέρουν όλοι αυτοί από οικογένεια!
Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011
Γιουλη Αναστασοπουλου-Ψυχη στην Κουλουρη....βιβλιοκλιπ
Mε μεγάλη χαρά μοιράζομαι μαζί σας μια ιδέα που υλοποιήθηκε με την βοήθεια καλών φίλων।
Το βιβλιο-κλίπ. Η ιδέα δηλαδή του να μπορείς να παρακολουθήσεις σκηνές από ένα βιβλίο σε κλιπάκι.
Οι σκηνές στο είναι απο την νουβέλα μου "Ψυχή στην Κούλουρη", εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Η μουσική γράφτηκε ειδικά για το βιβλιοκλίπ από τους ταλαντούχους May Fly ( Hλία Πάλλα και Νίκο Καλλέργη), η επιμέλεια έγινε από τον Κώστα Καφαντάρη και οι λήψεις απο εμένα στην Σαλαμίνα όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας.
Ελπιζω να σας αρέσει
Σας ευχαριστώ.
Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011
H κριτική της εφημερίδας "ΑΥΓΗ" για τα βιβλία της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής
Το άχτι της καθημερινότητας
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/10/2011
Θέλουν να βγάλουν το Άχτι τους οι ήρωες του Νίκου Ξένιου και μας παρασύρουν μαζί τους, να αναγνωρίσουμε κι εμείς το δικό μας άχτι. Άνθρωποι κοινοί, καθημερινοί, κάποτε και ιδιαίτεροι, παρουσιασμένοι με έναν τρόπο απλό, ρεαλιστικό, κάποτε και σκοτεινό, μας πείθουν απόλυτα για την ύπαρξη και την κίνησή τους μέσα στις ιστορίες. Κυρίως όμως μας πείθουν ότι δεν θα χάσουμε την ώρα μας μαζί τους κι ότι, όσο μείνουμε κοντά τους κάτι καινούργιο, μικρό ή μεγάλο, θα συμβεί μέσα μας.
Η υποκατάσταση των αληθινών σχέσεων από κακέκτυπες απομιμήσεις τους, η απομάκρυνση από την ύπαιθρο και ο αστικός χώρος όπου ο άνθρωπος ασφυκτιά, η πλασματική ανθρώπινη επικοινωνία, η βία της εγκατάλειψης και η αύρα του θανάτου που πλανάται, κάποιο άλυτο οιδιπόδειο κι ένας έρωτας που δεν πραγματώνεται, ο παραλογισμός της εξουσίας, η διπολική προσωπικότητα που συναντούμε καθημερινά και με την οποία συνδέουμε τη ζωή μας, η απελπισία του ανέστιου κι εκπατρισμένου: αυτά είναι τα κυριότερα θέματα που πραγματεύεται η συλλογή. Από τα δεκαέξι διηγήματά της, «Το άχτι» είναι το πιο ρεαλιστικό, μαζί με την «Πολιτική του καταστήματος», ενώ το πρώτο και το τελευταίο διήγημα («Κόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό» και «Θρίαμβος») είναι υπερρεαλιστικής γραφής. Έχοντας κάνει αυστηρή επιλογή από συγγραφική δουλειά πολλών χρόνων, ο Ν. Ξένιος υιοθετεί διαφορετικά στυλιστικά γνωρίσματα και διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές, διατηρώντας σαρκαστικό ύφος σε όλα τα διηγήματα, παλιά και καινούργια. Τα διηγήματα «Ο γιος του Σωτήρη», «Τσοκ γκιουζέλ» και «Έλβις» έχουν δουλευτεί στο πλαίσιο της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής «Γομολάστιχα», που λειτουργεί με οκτώ μέλη εδώ και τρία χρόνια (http://gomolastixa.blogspot.com).
Ιστορίες ενηλικίωσης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/10/2011
Γιούλη Αναστασοπούλου "Ψυχή στην Κούλουρη", εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 136, τιμή: 10 ευρώ
Το να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία της ενηλικίωσης ενός μέσου Έλληνα δεν είναι αναγκαστικά κάτι το εντυπωσιακά ενδιαφέρον. Γίνεται ωστόσο σχεδόν φαντασμαγορικό με την πένα της Γιούλης Αναστασοπούλου στο έργο της Ψυχή στην Κούλουρη, χάρη στο περιβάλλον μέσα στο οποίο στήνεται, στην αίσθηση ότι το όνειρο εισβάλλει απρόσκλητο στην πραγματικότητα και συχνά την υποσκελίζει και τελικά στη βαθύτατα φιλοσοφημένη υπαρξιακή πρόταση περί ευτυχίας, πέρα από κάθε στερεότυπο που καταθέτει η συγγραφέας.
Ο Άγης είναι ένα παιδί που μεγαλώνει στη Σαλαμίνα, χωρίς πατέρα, με μια μάνα που κατακλύζει τη ζωή του, θα μπορούσε κανείς να γράψει αν ήθελε να περιγράψει με δυο λόγια το θέμα του βιβλίου. Δεν θα είχε, ωστόσο, έτσι μιλήσει στην πραγματικότητα καθόλου για το ίδιο το βιβλίο, δεν θα είχε πει τίποτα για τον τόπο που διαδραματίζει ένα ρόλο καταλυτικό, αναδεικνυόμενος σχεδόν σε πρόσωπο του βιβλίου. Για τον χρόνο, τη δεκαετία του '80, μια δεκαετία που κυριαρχεί η αμφισβήτηση, το καινούργιο, η τάση να δούμε με νέα ματιά την επόμενη δεκαετία. Για τη ζωντανή, παλλόμενη απουσία του πατέρα, για τη συνεχώς αποσυρόμενη παρουσία της μάνας και για άλλα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του μικρού, που περνούν εσκεμμένα φευγαλέα από το βιβλίο, αλλά καθορίζουν την τύχη του, θέλοντας να θίξουν τη σημασία των τυχαίων συναντήσεων. Αλλά και για την αναδυόμενη εναλλακτική πρόταση ζωής που μουντζώνει προκλητικά τις φιλόδοξες απαιτήσεις του μικροαστισμού, μπροστά σε μια νιρβάνα σχεδόν αυτιστικού τύπου. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αναγνώστης καταλήγει περισσότερο να το ζει αυτό το βιβλίο παρά να το διαβάζει.
Σοφοκλής Ρόκος
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/10/2011
Θέλουν να βγάλουν το Άχτι τους οι ήρωες του Νίκου Ξένιου και μας παρασύρουν μαζί τους, να αναγνωρίσουμε κι εμείς το δικό μας άχτι. Άνθρωποι κοινοί, καθημερινοί, κάποτε και ιδιαίτεροι, παρουσιασμένοι με έναν τρόπο απλό, ρεαλιστικό, κάποτε και σκοτεινό, μας πείθουν απόλυτα για την ύπαρξη και την κίνησή τους μέσα στις ιστορίες. Κυρίως όμως μας πείθουν ότι δεν θα χάσουμε την ώρα μας μαζί τους κι ότι, όσο μείνουμε κοντά τους κάτι καινούργιο, μικρό ή μεγάλο, θα συμβεί μέσα μας.
Η υποκατάσταση των αληθινών σχέσεων από κακέκτυπες απομιμήσεις τους, η απομάκρυνση από την ύπαιθρο και ο αστικός χώρος όπου ο άνθρωπος ασφυκτιά, η πλασματική ανθρώπινη επικοινωνία, η βία της εγκατάλειψης και η αύρα του θανάτου που πλανάται, κάποιο άλυτο οιδιπόδειο κι ένας έρωτας που δεν πραγματώνεται, ο παραλογισμός της εξουσίας, η διπολική προσωπικότητα που συναντούμε καθημερινά και με την οποία συνδέουμε τη ζωή μας, η απελπισία του ανέστιου κι εκπατρισμένου: αυτά είναι τα κυριότερα θέματα που πραγματεύεται η συλλογή. Από τα δεκαέξι διηγήματά της, «Το άχτι» είναι το πιο ρεαλιστικό, μαζί με την «Πολιτική του καταστήματος», ενώ το πρώτο και το τελευταίο διήγημα («Κόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό» και «Θρίαμβος») είναι υπερρεαλιστικής γραφής. Έχοντας κάνει αυστηρή επιλογή από συγγραφική δουλειά πολλών χρόνων, ο Ν. Ξένιος υιοθετεί διαφορετικά στυλιστικά γνωρίσματα και διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές, διατηρώντας σαρκαστικό ύφος σε όλα τα διηγήματα, παλιά και καινούργια. Τα διηγήματα «Ο γιος του Σωτήρη», «Τσοκ γκιουζέλ» και «Έλβις» έχουν δουλευτεί στο πλαίσιο της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής «Γομολάστιχα», που λειτουργεί με οκτώ μέλη εδώ και τρία χρόνια (http://gomolastixa.blogspot.com).
Ιστορίες ενηλικίωσης
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/10/2011
Γιούλη Αναστασοπούλου "Ψυχή στην Κούλουρη", εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 136, τιμή: 10 ευρώ
Το να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία της ενηλικίωσης ενός μέσου Έλληνα δεν είναι αναγκαστικά κάτι το εντυπωσιακά ενδιαφέρον. Γίνεται ωστόσο σχεδόν φαντασμαγορικό με την πένα της Γιούλης Αναστασοπούλου στο έργο της Ψυχή στην Κούλουρη, χάρη στο περιβάλλον μέσα στο οποίο στήνεται, στην αίσθηση ότι το όνειρο εισβάλλει απρόσκλητο στην πραγματικότητα και συχνά την υποσκελίζει και τελικά στη βαθύτατα φιλοσοφημένη υπαρξιακή πρόταση περί ευτυχίας, πέρα από κάθε στερεότυπο που καταθέτει η συγγραφέας.
Ο Άγης είναι ένα παιδί που μεγαλώνει στη Σαλαμίνα, χωρίς πατέρα, με μια μάνα που κατακλύζει τη ζωή του, θα μπορούσε κανείς να γράψει αν ήθελε να περιγράψει με δυο λόγια το θέμα του βιβλίου. Δεν θα είχε, ωστόσο, έτσι μιλήσει στην πραγματικότητα καθόλου για το ίδιο το βιβλίο, δεν θα είχε πει τίποτα για τον τόπο που διαδραματίζει ένα ρόλο καταλυτικό, αναδεικνυόμενος σχεδόν σε πρόσωπο του βιβλίου. Για τον χρόνο, τη δεκαετία του '80, μια δεκαετία που κυριαρχεί η αμφισβήτηση, το καινούργιο, η τάση να δούμε με νέα ματιά την επόμενη δεκαετία. Για τη ζωντανή, παλλόμενη απουσία του πατέρα, για τη συνεχώς αποσυρόμενη παρουσία της μάνας και για άλλα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του μικρού, που περνούν εσκεμμένα φευγαλέα από το βιβλίο, αλλά καθορίζουν την τύχη του, θέλοντας να θίξουν τη σημασία των τυχαίων συναντήσεων. Αλλά και για την αναδυόμενη εναλλακτική πρόταση ζωής που μουντζώνει προκλητικά τις φιλόδοξες απαιτήσεις του μικροαστισμού, μπροστά σε μια νιρβάνα σχεδόν αυτιστικού τύπου. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αναγνώστης καταλήγει περισσότερο να το ζει αυτό το βιβλίο παρά να το διαβάζει.
Σοφοκλής Ρόκος
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011
Φούξια
από Αγγελική Μαρίνου
Τον Χριστό σας και την Παναγία σας προσκυνημένοι!!!
Κάποιοι περίοικοι κοιτούσαν ακόμα με περιέργεια πίσω από τις κουρτίνες. Οι περισσότεροι περιορίζονταν στο να ρίξουν ακόμα λίγα κορν φλέικς στο γάλα τους ή να αλλάξουν φύλλο στην εφημερίδα.
Βρωμιάρηδες, προδότες του έθνους!!!
Μια ταχυπαλμία πάντα τους έπιανε, φρόντιζαν όμως να την κρατούν κρυφή. Έτρεμαν τις Κυριακές και τις ημέρες των μεγάλων θρησκευτικών γιορτών, όταν οι καμπάνες της εκκλησίας άρχιζαν να χτυπούν από τις επτά η ώρα το πρωί συνεχόμενα, πολλές φορές μέχρι τις έντεκα, πράγμα που σηματοδοτούσε το ξέσπασμα του τρελού της μονοκατοικίας του αριθμού 14.
Εσείς και η αξιοπρέπειά σας τουρκόσποροι, εσείς και η αξιοπρέπειά σας!
Χριστιανοί, τουρκόσποροι, ξένοι, προδότες, έμπαιναν στο στόχαστρο του μαινόμενου, γίνονταν μέλας πολτός που έφτυνε σε κάθε κραυγή, ήταν πολλοί εκείνοι που δεν είχαν αντέξει τις πρωινές καμπάνες, άλλοι είχαν διαμαρτυρηθεί στην εκκλησία να κατεβάσουν τα ηχεία, χωρίς αποτέλεσμα, άλλοι είχαν μετακομίσει, αλλά κανείς δεν είχε αντιδράσει όπως τούτος εδώ.
Εσείς είστε οι απόγονοι του Κολοκοτρώνη ρεεεεε;;;
Ήταν ο συνήθης επίλογος. Μετά η πόρτα βροντούσε πίσω του.
Για να ανοίξει ξανά λίγο μετά. Όπως βγαίνει το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή, έτσι έβγαιναν η γυναίκα του και η κορούλα του στο μπαλκόνι.
Το μωρό φορούσε λουλουδιαστές κορδέλες με χρώματα του ουράνιου τόξου και τραβούσε να τις βγάλει από το κεφαλάκι του. Η μαμά του είτε το κάθιζε στα γόνατά της και του μιλούσε, ή στο καροτσάκι του για να πλύνει το μπαλκόνι και την αυλή. Αρκετοί τύχαινε τότε να περνάνε μπροστά από το σπίτι, τους χαμογελούσαν με κατανόηση, να δουν ότι δεν είναι μόνες σε αυτό τον μάταιο κόσμο, περιμένοντας σε μια ελάχιστη ανταπόδοση του ανθρώπινου ενδιαφέροντός τους, κάποιο χαμόγελο, κάποιο φευγαλέο βλέμμα. Η μάνα όμως απλά πλατάγιζε τα χείλη πρρρρρρπλ, πράγμα που το μωράκι έβρισκε πολύ διασκεδαστικό και χτυπούσε ενθουσιασμένο τα χεράκια και τα ποδαράκια του, προσπαθώντας να μιμηθεί τον ήχο. Και οι περαστικοί απογοητεύονταν από την τόση αναισθησία, έφτασαν κάποτε στο συμπέρασμα, ότι η γυναίκα ήταν εκείνη που έπρηζε τα συκώτια του έρμου του άντρα της που, αντί να τη σπάσει στο ξύλο, έβγαινε σαν τρελός στη γειτονιά να βρίζει τα θεία.
Όταν η γυναίκα και το μωρό χόρταιναν παιχνίδι, έλεγε η μαμά. «Πάμε τώρα πίσω στον κήπο, να φυτέψουμε πατάτες».
Ήταν μια διαδικασία που επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή ή σχεδόν. Έσκυβαν και άνοιγαν τρύπες στο χώμα, είκοσι εκατοστά βαθιές, όπως τις είχαν ορμηνέψει, έβαζαν κομματάκια πατάτας και περίμεναν να βγουν τα πατατόδεντρα. Αντί για πατατόδεντρα όμως έβγαιναν κάτι παράξενα άγρια φυτά με φούξια ανθάκια που κάθε πρωί θέριευαν και που κάθε σούρουπο κλείνονταν στο κουκούλι τους περιμένοντας τη νύχτα.
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011
Πείραμα
του Σοφοκλή Ρόκου
( Ο παρατηρητής κάθε πειράματος επηρεάζει την έκβασή του, άρα στην ουσία είναι μέρος του και συμμετέχει σ’ αυτό.)
( Ο παρατηρητής κάθε πειράματος επηρεάζει την έκβασή του, άρα στην ουσία είναι μέρος του και συμμετέχει σ’ αυτό.)
Τους κοιτούσα από την απέναντι τζαμαρία.
Σίγουρα πιωμένοι, το μπουκάλι στην τσέπη της γυναίκας κι ο άντρας μόλις που κατάφερνε να βάλει το κράνος, πριν ανέβει πάνω στη μηχανή και κάνει ένα ελαφρύ νόημα στη συνοδό του ν’ ανέβει κι εκείνη, χωρίς κράνος.
Μ’ άρεσε πάντα να φαντάζομαι σενάρια για τους αγνώστους γύρω μου.
Έβγαιναν από μια μουσική σκηνή της μόδας, όπου μπορεί να είχαν βρεθεί εντελώς τυχαία, αν και ήταν παλιά φίλοι. Είχαν ωστόσο-ίσως- χαθεί μετά το Πανεπιστήμιο, πάντα κάτι υπήρχε μεταξύ τους, δεν έγινε ποτέ τίποτα ούτε καν ένα άγγιγμα, μερικά βλέμματα ίσως. Τώρα, υπέθεσα, είχαν κι οι δύο παντρευτεί, είχαν καλούς γάμους, ευτυχισμένους, το παραδέχτηκαν κι οι δυο και λάτρευαν τα παιδιά τους.
Δεν μπορούσε ν’ ανέβει εκείνη, κατέβηκε κι αυτός να τη βοηθήσει. Τους είδα ν’ αγκαλιάζονται, στην αρχή τα χέρια μέσα από τα ρούχα να κινούνται του ενός προς τον άλλο, ν’ αγγίζονται μόνο οι παλάμες , μετά άνοιξαν τα μπράτσα, έσμιξαν τα σώματα μέσα από τα χοντρά πανωφόρια, ήταν Νοέμβρης κοντά στο Πολυτεχνείο, θα μπορούσε να είχε έρθει εκείνος για την πορεία από την επαρχία, οι πινακίδες της μηχανής του ήταν από την επαρχία.
Κοιτάχτηκαν για λίγο μετά το αγκάλιασμα σιωπηλοί, την κράτησε γερά από το χέρι για να τη βοηθήσει ν’ ανέβει. Ανέβηκε κι εκείνος και γύρισε να της δείξει πώς να ενώσει τους μηρούς της με τους δικούς του, έπιασε τα πόδια της χωρίς να γυρίσει όλο του το σώμα προς το μέρος της και τα κόλλησε πάνω του γύρω από τους γοφούς και τα δικά του μπούτια. Κι εκείνη αφέθηκε, κι όλος της ο κορμός έγειρε πάνω του και τα χέρια της αγκάλιασαν τη μέση του. Έτοιμοι λοιπόν πάμε.
Είπα μια στιγμή να τους φωνάξω, είχαν σίγουρα πιει πολύ.
Ξεκίνησαν με ταχύτητα, η μηχανή ακούστηκε να βρυχάται.
Εντάξει θα είναι, σκέφτηκα.
Βάλθηκα να τους φαντάζομαι. Θα την πάει στο ξενοδοχείο του, για λίγο έστω, να ζήσουν όσα δεν είχαν ζήσει, για χάρη του παλιού καλού καιρού τότε που ήταν φοιτητές κι επαναστάτες.
Είχαν ωστόσο πιει , άνοιξα την τζαμαρία, σταθείτε, άκουσα τη μηχανή να φρενάρει.
Εντάξει θα είναι, σκέφτηκα.
Βάλθηκα να τους φαντάζομαι. Θα την πάει στο ξενοδοχείο του, για λίγο έστω, να ζήσουν όσα δεν είχαν ζήσει, για χάρη του παλιού καλού καιρού τότε που ήταν φοιτητές κι επαναστάτες.
Είδα το φανάρι στην επόμενη γωνία να γίνεται κόκκινο, δεν άκουσα όμως τη μηχανή να σταματάει.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου ωστόσο την είδα και την άκουσα να ορμάει στην απέναντι βιτρίνα, αφού πρώτα διέσχισε κάθετα τη μεγάλη λεωφόρο. Έγιναν όλα θρύψαλα, τζάμια και μηχανή και μπουκάλα και όλα.
Απόμεινα να κοιτάζω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
