Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

"άργησες..." του Δημήτρη Μποσκαίνου




(Στη Μνήμη του Κ.ΚΑΒΑΦΗ)

Αθήνα 03-05-2013
Το δωμάτιο μονόκλινο με όλες τις ανέσεις… καλό κατευόδιο .

Τι να πεις στον ετοιμοθάνατο οροθετικό; Στον ομοφυλόφιλο σαρανταπεντάρη που έσβηνε στον ‘Ευαγγελισμό’ από την ασθένεια της εποχής μας.

Αδιαφορία και Ρατσισμός, Μίσος κι Εγκατάλειψη, όλα μαζί βαπτισμένα AIDS.

Aργόσβηνε ως τα Καβαφικά κεριά κι έκανε από μόνος του το συνειρμό.

Όχι όμως κάθε κερί και μια μέρα, με τις ζωές που χάνονται τα παρομοίασε.

‘Σταγόνα η Ζωή στη δίνη του Χρόνου’ σκέφτηκε και μέσα στη θανατική του θλίψη μια αμυδρή , εσώτερη ανατριχίλα του ζέστανε ξαφνικά την κοιλιά. Αγάπη. Πόσο στ αλήθεια Αγάπησε κι Αγαπήθηκε. Τίποτε άλλο δεν είχε νόημα. Σε λίγο θα τέλειωνε κι αυτό όπως όλα τα ωραία μέσα σε αυτή την Παρωδία.

Έκλεισε τα μάτια του που χαν στερέψει από δάκρυα και υγρασία κι ευθύς το μυαλό του τον ταξίδεψε…

Στα μύχια της ψυχής, στο ζόφο των αναμνήσεων, στο κρίμα του τέλους των.

Αλεξάνδρεια (λίγα χρόνια πριν, Καλοκαίρι)

Το μεσημεριάτικο λιοπύρι έσκιζε την πέτρα στα δυο.

Άνυδρα τα πετρόχτιστα σπίτια στην αγορά με το κίτρινο της αμμόπετρας να κατισχύει, μπλέκονταν τόσο όμορφα χρωματικά με το κόκκινο, το μελιτζανί και το λευκό από τις αυτοσχέδιες τέντες -κουρελούδες που ‘ταν τα σκίαστρα των πάγκων στο παζάρι. Μυρωδιές , αισθήσεις, εικόνες και φασαρία.

Πιασμένοι από το χέρι κι ερωτευμένοι με τη Στιγμή και το Πάντα, απέριττα ντυμένοι στα λευκά, σεργιανούσαν παρασυρμένοι στη μέθη της Νιότης τους και τη πληρότητας της καρδιάς τους.

Δύο σώματα ενωμένα σε μια ψυχή, δυο παιδιά που δεν νοιάστηκαν στιγμή για τα βλέμματα και τους ψιθύρους των περαστικών ούτε για τις μανάδες που’ κλειναν τα μάτια των παιδιών στο διάβα τους.

Χάζευαν κοραλλένια κοσμήματα και φορούσαν ο ένας στον άλλο γιρλάντες, πετούσαν στον αέρα κι έλουζαν ο ένας τα μαλλιά του άλλου με μπαχάρια, παρά τις φωνές και τις αντιδράσεις του χοντρού μικροπωλητή.

Λάτρευαν να Ζουν.

Πριν νυχτώσει, με τη ζέστη να ιδρώνει ακόμα τα καλοσμιλεμένα τους κορμιά μπήκαν αγκαλιά στα λουτρά της Πόλης, ανανέωσαν αιώνιους όρκους μ ένα βλέμμα τους και φιλήθηκαν, αδιαφορώντας για τις δυσθυμίες των ντόπιων που βγήκαν όπως -όπως από το χαμάμ ν αποφύγουν το μίασμα.

Το βράδυ γλυκός έρωτας γαλήνεψε τη σκέψη και την ένταση της ημέρας καθώς το μαβί σκοτάδι που ‘μπαινε από παντού, έβρισκε εμπόδιο τα λευκά σεντόνια και την κουνουπιέρα.

Ο καιρός κύλησε.

H άμμος στην κλεψύδρα σώθηκε κι  έφυγε πια από τα ρούχα, το βλέμμα τη θύμηση.

Τέλειωσαν όλα τόσο εύκολα και τυχαία, όσο  τυχαία κάποτε ξεκίνησαν.

Κάποιος τον πληροφόρησε ότι ο Γλαύκος πέθανε μόνος στην Αλεξάνδρεια, ότι γύρισε εκεί για να τελειώσει. Να θυμηθεί και να σβήσει. Βαφτίστηκε και σαβανώθηκε μόνος του, άρχισε και τελείωσε εκεί που αγάπησε κι αγαπήθηκε.

Έκλαιγε για μήνες, δεν μπορούσε να το χωνέψει.

Οι εφιάλτες τον περίμεναν στην πρώτη στροφή κάθε που γλάρωνε το βλέμμα από εξάντληση. Σε λίγο καιρό ούτε τα φάρμακα τον βοηθούσαν πια να κοιμηθεί.

Ζωντανός Νεκρός περιφέρονταν από δω κι από κει… να θυμηθεί… γιατί του ήταν αδύνατο να ξεχάσει

Φαί και νερό ίσα να βαστιέται.

Αρρώστησε.

Πάνω που οι γιατροί ετοιμάζονταν να τον παραπέμψουν σε ψυχίατρο, κάποιος διέγνωσε σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, προχωρώντας με δική του πρωτοβουλία το ειδικό τεστ.

Έκαναν και δεύτερο τεστ που σε αντίθεση με το πρώτο βγήκε αρνητικό.

Δεν ήξεραν τι είχε, τα ψυχοφάρμακα δεν σταματούσαν την κάθοδο, ενώ σημάδια που εμφανίστηκαν σε πόδια και χέρια κι ύστερα σε όλο το σώμα, έκαναν τους γιατρούς να μείνουν στην αρχική διάγνωση από το πρώτο τεστ.

Δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το Σύνδρομο Έντονης Αγάπης, Πάθους κι Αποκλίνοντος Ερωτισμού.

Καλυτέρα από το τίποτα (θα σκέφτηκαν)… και βλέπουμε

Δεν ξύπνησε ποτέ από εκείνο το λυτρωτικό τελευταίο του Ύπνο.

Το νέο μαθεύτηκε με ταχύτητα φωτός και αρκετοί στο νοσοκομείο είπαν ‘Πέθανε ο πούστης από το 103’ κρυφογελώντας.

Οι πιο καλόψυχοι, χαμήλωσαν το βλέμμα και χωρίς χαρακτηρισμούς ψέλλισαν απλά…

‘Έφυγε νέος’

Δημήτρης Μποσκαίνος

Υ.γ.

Την ώρα που οι γιατροί έγραφαν τα απαραίτητα πάνω από το  παγωμένο σώμα του,  ένας άυλος εαυτός του σηκώθηκε και πέρασε από μέσα τους με κατεύθυνση προς την πόρτα… Ο Γλαύκος τον περίμενε εκεί, το ίδιο αέρινος κι αχνός, σ ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης, φορώντας εκείνα τα ίδια λευκά, με χέρια και πόδια σταυρωμένα σε στάση αναμονής , με χαμόγελο… εκείνο το ίδιο αιώνιο χαμόγελο.

-Άργησες.


Ο Δημήτρης Μποσκαίνος είναι 41 ετών, ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα. Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβλήματα... Το γράψιμο είναι αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα.

Ιστορίες του θα διαβάσετε στο προσωπικό του blog: http://paraxenesistories.wordpress.com/

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Νίκος Ξένιος, "O Kύριος των ανδρών" (μυθιστόρημα, προδημοσίευση αποσπάσματος)

"...Η μάνα μου μού τo΄λεγε: “Ευθαλία”, μου ‘λεγε, “μην ξεχνάς, είσαι κορίτσι!” Aυτή η κουβέντα, να ξέρετε κυρία Λαμπεντούα, καθόρισε τη ζωή μου. Και καθόρισε και τη σχέση μου με τον γιο μου. O Ζακ μου έφευγε για το γαλλικό σχολείο στις εφτάμιση κι αμέσως μετά έφευγα κι εγώ για τη δουλειά. Τα τελευταία χρόνια ποτέ δεν κοιμόμουν πάνω από τέσσερεις ώρες. Μπορεί γι’αυτό να χάλασε το δέρμα μου. Τέλος πάντων. Ήμουν πάντα όμορφη, μέχρι που ήλθα σ’ αυτόν τον τόπο κι ασχήμηνα, ρε γαμώτο. Δεν ξέρω γιατί, ταλαιπωρημένη ήταν η ζωή μου και στην Αρμενία, αλλ’ εδώ είχα πιο πολύ άγχος. Μάλλον το παιδί ήταν, κι όχι η φτώχεια. Άσε, να μη λέμε φτώχεια κιόλας, αφού έχουμε να φάμε, θα μας κάψει ο Θεός. Τα παιδιά στον κόσμο πεινούν, αφού έχουμε να φάμε δόξα τω Θεώ και μη μιλάς. Έτσι μου έλεγε η Σίλα. Η Σίλα ήταν η καλύτερή μου φίλη. Κι ας μην έρχεται τώρα ούτε να με δει. Προσπαθώ να ρίξω λίγο φως στη σκέψη μου, μα εδώ μέσα είναι πολύ σκοτεινά. Να, ο Ζακ μου κοιμάται στα πόδια μου κι οι άλλες γυναίκες ακούγονται ταραγμένες μες στον ύπνο τους. Είναι περασμένες τρεις, Νοέμβριος μήνας. Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι άνθρωποι τέτοιαν ώρα, όμως εγώ είχα να σκεφτώ, να βάλω τα πράγματα σε τάξη. Τραβώ την κουβέρτα λίγο στα πόδια μου και ξαπλώνω πιο βαθιά στο κρεβάτι. Ένα ψυχρό ρεύμα έρχεται απ΄τη χαραμάδα. Το κοντέινερ είναι στημένο σ’ένα οικόπεδο του Δημοτικού Διαμερίσματος και κατεβαίνεις στο χώμα μ’ένα μεταλλικό σκαλί. Βάλαμε και πατάκι για να μη λασπώνουμε. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω, στο ίδιο τετράγωνο, μια φωτεινή διαφήμιση χρωματίζει τις σκοτεινές προσόψεις των σπιτιών. Κοιτάζω τα μπλε, ενώ το χρώμα τους λίγο-λίγο περνάει στο κίτρινο. Στο παράθυρο ανεβαίνει η μούχλα, γιατί τις τελευταίες μέρες βρέχει συνέχεια. Αυτή τη χρονιά δεν είχα πια σχεδόν καθόλου δουλειά, μόνο το σπίτι του κύριου Ιωάννη στην οδό Ντεμπιτάντ και τις σκάλες, και τελείωναν κι οι οικονομίες μου. Αλλά δεν κλαιγόμουν, γιατί όλοι το ίδιο παράπονο είχαν σ’ αυτόν τον τόπο. Κρύωνα πολύ, έπρεπε να σκεφτώ κάτι φωτεινό και ζεστό. Το παιδί τιναζόταν στον ύπνο του. Ήταν κοτζάμ άντρας πια, ένιωθα ότι θα μου έφευγε γρήγορα και δεν θα τον έλεγχα, όπως δεν έλεγχε κι εμένα η μάνα μου. Αλλ’ ούτε και κανένας άλλος. Μια ζωή ταλαιπωρία. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα εδώ με τον γιο μου και μια βαλίτσα. Οι άντρες εδώ μπορεί να μην είναι έξυπνοι, όμως είναι δυνατοί και λένε λιγότερα ψέματα από τις γυναίκες. Με τις ντόπιες γυναίκες δύσκολο να συνεννοηθώ. Μάλλον νόμιζαν πως ήθελα να τους πάρω τον άντρα. Έτσι λέγεται τα τελευταία χρόνια, πως «οι Ρωσίδες τρώνε τους αντράδες των γυναικών, και το ίδιο κάνουν και οι Ουκρανές». Δεν ξέρω τι κάνουν οι Ουκρανές και οι Ρωσίδες, εμένα το όνομά μου είναι Ευθαλία και είμαι Αρμένια. Στην αρχή νόμισα πως ο τόπος αυτός είναι φιλόξενος, μα γελάστηκα. Ήμουν νέα τότε και τα πράγματα ήταν καλύτερα, όμως με τον καιρό δυσκόλεψαν. Την κλιμακτήριο βέβαια δεν την είχα φτάσει, αλλά πλησίαζε, και ό,τι που προλάβαινα. Έπρεπε απλά να σκεφτώ, γιατί το παιδί μεγάλωνε και δεν ήξερα να του πω από πού έρχεται και πού πάει. Να του πω γιατί ήταν καλύτερα που ήταν αγόρι. Εγώ τουλάχιστον του Ζακ του το είχα πει από τότε που ήταν μικρός: «Να’σαι χαρούμενος που είσαι αγόρι!». Τώρα βέβαια αυτό έτσι το λέμε στα παιδιά μας, δεν το πολυπιστεύουμε αλλά το λέμε, μπας και -μια στις χίλιες- μείνουν χαρούμενα όταν μεγαλώσουν. Ειδικά στ’αγόρια δεν χρειάζεται να λες όλη την αλήθεια από νωρίς• γρήγορα θα καταλάβουν από μόνα τους..."

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Διάκριση της Ομάδας Γομολάστιχα

Σας ενημερώνουμε πως το μέλος της ομάδας μας, Mανώλης Βελισκάκης, θα συμμετέχει με το διήγημα  "ΡΟΖ ΚΟΡΔΕΛΑ" στη συλλογή διηγημάτων "Λόγω Τέχνης" των εκδόσεων Καλέντη λόγω της διάκρισής του στον αντίστοιχο διαγωνισμό (14η θέση μεταξύ 1469 υποψηφιοτήτων). Περισσότερες λεπτομέρειες για τoν διαγωνισμό:http://logotexnis.artspot.gr/

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Περιοδικό ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ

Η υπομονή ανταμείβεται. Καταπώς η ηρωίδα του κυρίου Φώλιου στην «ελκυστικη προσφορα» περίμενε υπομονετικά να ανοίξει το μαγαζί, έτσι κι εγώ ξεροστάλιαζα στα σκαλοπάτια του «χεστε τουλαχιστον εικοσι κιλα…» αναμένοντας την επερχόμενη ανάρτηση.
Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά μου όταν είδα προ εβδομάδος τέσσερις αναρτήσεις μαζεμένες. Το πρώτο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο κύριος Φώλιος πλέον εκδίδεται έντυπα (και με την άδειά του). Το δεύτερο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι, έχοντας εκδώσει τα εξαιρετικά βιβλία «σκουληκομυρμηγκότρυπα» και «κτηνογραφίες» του Μιχάλη Τάδε - έργα τα οποία μου έγιναν γνωστά στη μασονική λογοτεχνική στοά όπου συχνάζω τις νύχτες με πανσέληνο, όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνται - οι εκδόσεις «Τυφλόμυγα» μου είναι ιδιαίτερα προσφιλείς.


Η ταλαιπωρία, ωστόσο, που τράβηξα στο παρελθόν να εντοπίσω τα βιβλία του Μιχάλη Τάδε δε συγκρίνεται με τη δυσκολία του να εντοπίσω το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Τυφλόμυγα», αυτό του Δεκεμβρίου 2012. Αφού γύρισα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου, στο τέλος, έχοντας απαυδήσει, έκανα αυτό που έπρεπε εξαρχής να κάνω: να πάρω τηλέφωνο τον ίδιο τον εκδότη να τον ρωτήσω*. Εκεί λοιπόν, ο κύριος Κώστας, πατήρ των εκδόσεων και του περιοδικού Τυφλόμυγα, με πληροφορεί ότι σημείο διάθεσης των πονημάτων του είναι το βιβλιοπωλείο του εκδότου της λέσχης μας «Γομολάστιχα» κ. Διαμαντή Καράβολα ή Φαρφουλά επί της οδού Μαυρομιχάλη 18 κι εκεί να δείτε χαρά και αγαλλίαση, αφού βγήκαμε και συγγενολόι.
Το να επιδιώκει ένας εκδότης ή ένας δημιουργός να μένει στην αφάνεια και να αφήνει άλλους να μιλούν γι αυτόν, είναι μια στάση θεμιτή, ρομαντική και μάλλον ευθυνόφοβη, καθώς μεταθέτει την ευθύνη της «πεζής» προβολής σε κάποιον άλλον, κάποιον σαν τον Φαρφουλά που στηρίζει τις ανεξάρτητες προσπάθειες ή κάποιον φανατικό. Μπορεί να συντρέχουν κι άλλοι λόγοι, το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι ότι το αναγνωστικό κοινό χάνει αξιόλογες προσπάθειες και την ευκαιρία της ποιοτικής ψυχαγωγίας κι επιμορφώσεως. Κι επειδή πλέον οι καιροί μας θέλουν υποψιασμένους («με άλλο κεφάλι») κι επειδή κανείς δε διατίθεται να δώσει τα ωραία του λεφτά σε προσπάθειες λιγότερο από πολύ καλές κι επειδή, στην τελική, «δε λέει» να αναζητείς ένα γμμένο τεύχος λες και είναι το Άγιο Δισκοπότηρο και να μην υπάρχουν ικανά σημεία διάθεσης, αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του άρθρου αυτού, να κάνει τις εκδόσεις-περιοδικό «Τυφλόμυγα» λίγο περισσότερο γνωστές στους αναγνώστες του μπλογκ, καταρχήν, και σε άλλους, στη συνέχεια, ώστε να το απολαμβάνουν περισσότεροι. 
Το περιοδικό «Τυφλόμυγα» που, επαναλαμβάνω, διατίθεται στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά** κοστίζει μόλις 3 ευρώ. Για ένα πήγα κι έφυγα με τρία. Οποιαδήποτε τιμή προς τα πάνω, εδώ που τα λέμε, θα ήταν υπερβολή, δεδομένου ότι το περιοδικό έχει αισθητική απλώς προσεγμένου fanzine, είναι ασπρόμαυρο, δεμένο με συρραπτικό (δεν γνωρίζω λοιπές τεχνικές πληροφορίες)  και δε διαθέτει συνεργάτες που θα ανέβαζαν το κόστος του, μεταφραστές, γραφίστες, διορθωτές και βιβλιοδέτες. Βρίθει σκαναρισμάτων, επαναδημοσιεύσεων κυρίως από περιοδικά του αντιεξουσιαστή- le όνειδος – ανένταχτου Λεωνίδα Χρηστάκη και από ξένα περιοδικά κι έχει και συνεντεύξεις-διηγήματα-αφιερώματα σε εγχώριους και ξένους συγγραφείς με τη στάμπα του εναλλακτικού- πρωτοπόρου (Πάνος Κουτρουμπούσης, Γερτρούδη Στάιν, Νικ Μπήτνικ, Λάρυ Κουλ, ενδεικτικά).
Κι όμως το περιοδικό θεωρείται φτηνό, αναφορικά με το περιεχόμενό του. Στο τελευταίο ειδικά τεύχος, του Δεκεμβρίου 2012,  πέρα από τα τέσσερα αριστουργήματα του Σάκη Φώλιου, το περιοδικό πραγματικά «τα σπάει»: αφιέρωμα στην εκδοτική δραστηριότητα στην Ελλάδα τον καιρό της δικτατορίας (αναδημοσίευση από το Panderma του Λεων. Χρηστάκη). Αφιέρωμα στον Τάσο Φαληρέα, δημοσιογράφο, δισκοπώλη, ποιητή και στον Γρηγόρη Γρηγοριάδη, πηγαίο κι ανένταχτο ποιητή –πεζογράφο που έγραφε μέχρι την εξαφάνισή του το 1995, ο οποίος,  με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του, φέρνει ένα επιθυμητό και χαριτωμένο αντίβαρο στην ακρότητα του μόνο γνωστού στο ευρύ κοινό αντιεξουσιαστή Νικόλα ‘Aσιμου. Τουλάχιστον ο Γρηγοριάδης είχε κι ένα βιβλιοπωλείο (στο οποίο δεν πατούσε κανείς). Και φυσικά ήταν ένας άνθρωπος με ήθος απέναντι στη συγγραφή. Αυτό τώρα δε μπορώ να το εξηγήσω, θα το καταλάβετε μόνοι σας. Αλλά ο άνθρωπος αποδείχθηκε πραγματική έμπνευση για μένα.
Φυσικά, πέρα από αυτά τα ωραία, το περιοδικό έχει μια αφοσίωση στο εναλλακτικό και στο προκλητικό per se, η οποία προσωπικά δε με ελκύει, αλλά who cares. Στην καλύτερη περίπτωση, τα αφιερώματα στους hipsters και στους beatniks, στους Hell’s Angels και στις κοινότητες των ελεσντιανών***, σε κάνουν να αναπολείς τα χρόνια τα παλιά, την εφηβεία σου, την αγνότητά σου και μπορεί να σε εμπνεύσουν για το μέλλον. Όλα κύκλους κάνουν.
Συνοπτικά, στο περιοδικό «Τυφλόμυγα» βρίσκεις ένα πολύ οικονομικό και ποιοτικό, ταυτόχρονα, ανάγνωσμα, σε πολύ εύχρηστο σχήμα για να το έχεις στην τσάντα σου και να διαβάζεις όποτε βρίσκεις χρόνο. Είναι, κυρίως, ένα αποτελεσματικό όχημα ιδεών, ποιεί συνειδήσεις και διαπνέεται από ήθος. Έχει συγκεκριμένη θεματολογία και ιδεολογία που δεν την προδίδει – κι ούτε χρειάζεται, στην τελική. Το περιοδικό μπορεί να είναι κοινός τόπος για ετερόκλητους ανθρώπους. Μερικές στιγμές μπορεί να χωρίσουν τον νομοταγή από τον εγκληματία, τον υγιή από τον πρεζάκια, την αγία από την πόρνη κι όλους αυτούς τους περιθωριακούς ανθρώπους που λάτρεψε ο Λεωνίδας Χρηστάκης****. The beast lies within, που λένε.

* Περιοδικό Τυφλόμυγα: Αραχώβης 14-16, τηλ. 210-36.37.164, tflmg@yahoo.com
** Εκδόσεις-Βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς: Μαυρομιχάλη 18 (είναι η κάθετος της Ακαδημίας ανάμεσα στην Ιπποκράτους και στη Χαριλάου Τρικούπη), 10680 Αθήνα, τηλ.: 2111845583, farfoulas@gmail.com 

*** Κατηγορούμενο εκ του LSD προερχόμενο

**** Αχ, να ζούσε ο Χρηστάκης και να έβλεπε τον διευθυντή μου, διευθυντή τραπέζης, να διαβάζει την «Τυφλόμυγα» που μου ζήτησε δανεική – κι αγύριστη, όπως το κόβω.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΣΚΟΥΠΑ


Του Σοφοκλή Ρόκου

Πάλι δεν ήρθε, νομίζω πως έχει περάσει πολλή ώρα. Είναι νύχτα και φοβάμαι τώρα, κρυώνω κιόλας λίγο. Όταν έφυγε ο μπαμπάς ήταν μέρα το έβλεπα στο παραθυράκι που κοιτάω τα παπούτσια των ανθρώπων που περπατάνε έξω. Κάτι ακούω έξω από την πόρτα.

Αυτός θα είναι, αφού τον ακούω, γιατί δεν ανοίγει την πόρτα να μπει μέσα; Θέλει μάλλον να παίξουμε κρυφτό. Εντάξει τα φυλάω. Δε μ’ αρέσει καθόλου να τα φυλάω, δε μ’ αρέσει να κλείνω τα μάτια μου, φοβάμαι. Αλλά του μπαμπά του αρέσει πολύ αυτό το παιχνίδι. Με βάζει και τα φυλάω μπροστά από την ντουλάπα και μετράω μέχρι το δέκα. Μετά μου λέει πάντα «μέτρα κι άλλο» . Κι εγώ συνεχίζω μέχρι το είκοσι. Δεν ξέρω πάρα κάτω. Κι αυτό μόνο στα ελληνικά το ξέρω γιατί το έμαθα στο σχολείο. Στα πουντζάμπι δεν το ξέρω . Με το μπαμπά όμως μιλάω μόνο πουντζάμπι. Αυτός δεν καταλαβαίνει ελληνικά κι έτσι εγώ τον ξεγελάω, ξαναμετράω από το ένα μέχρι το είκοσι και δεν καταλαβαίνει που τον κοροϊδεύω. Μόνο γελάει και φαίνονται τα μεγάλα άσπρα δόντια του. Τι ωραίος που είναι ο μπαμπάς όταν γελάει. Μου λέει και τραγούδια καμιά φορά και εγώ δεν τα καταλαβαίνω όλα αλλά καταλαβαίνω αν είναι χαρούμενα ή όχι. Δεν ξέρω πώς το καταλαβαίνω αλλά έτσι από μόνος μου το σκέφτομαι, μού ΄ρχεται.

Μα πού ‘ντος τώρα, δεν τον ακούω, τον πονηρό μού έχει κρυφτεί πίσω από την πόρτα και μου είπε στα ψέματα ότι θα πάει στο σούπερ μάρκετ να μου φέρει γάλα. Εμένα δε μ’ αρέσει το γάλα, αλλά αυτός λέει ότι τα παιδιά πρέπει να πίνουν γάλα. Κάθε μέρα μού βάζει και πίνω ένα ποτήρι. Καμιά φορά δεν το θέλω αλλά φοβάμαι να του το πω. Τώρα μου είπε ότι δεν είχαμε γάλα κι έφυγε να πάει να μου φέρει. Φοβάμαι λίγο μόνος μου. Όχι πολύ, μόνο λίγο. Δεν το λέω στον μπαμπά ότι φοβάμαι μόνος μου. Είμαι άντρας δεν πρέπει να φοβάμαι. Βέβαια σήμερα φοβάμαι πιο πολύ. Άκουσα στο σχολείο για μια κακιά κυρία που μαζεύει τους ξένους ανθρώπους και τους πάει σε άλλη πόλη. Μια κυρία Σκούπα που τη βάζουν επίτηδες οι αστυνόμοι να το κάνει αυτό για να καθαρίσει η πόλη. Η μαμά μου καθάριζε παλιά κάτι μεγάλα σπίτια αλλά τότε ήμουνα πολύ μικρός και δε θυμάμαι πως το έκανε κι αν την ήξερε αυτή την κυρία Σκούπα. Μπορεί και να μην είναι κακιά αφού καθαρίζει κι αυτή όπως η μαμά μου. Τώρα όμως δεν είναι πια εδώ, η μαμά μου όχι η κυρία Σκούπα. Γύρισε πίσω λέει ο μπαμπάς, βρήκε εκεί να δουλέψει κι ίσως πάμε και μεις πίσω. Πού πίσω δεν καταλαβαίνω. Πάλι φοβάμαι, όταν ακούω πίσω, δεν το θυμάμαι ούτε το πίσω, δεν είχα γεννηθεί μου λέει ο μπαμπάς.

Ακούω βήματα στο διάδρομο, αυτός θα είναι δε μπορεί λείπει πολλή ώρα. Εγώ έκλαιγα που έφυγε αλλά στα κρυφά μην το καταλάβει και με μαλώσει. Αυτός το κατάλαβε όμως και μου είπε ότι θα κρυφτεί για να παίξουμε για να μη στενοχωριέμαι. Εγώ το κατάλαβα ότι θα έφευγε αλλά έκανα πως τον πίστεψα ότι παίζουμε. Θα πάω μπροστά στην ντουλάπα και θα αρχίσω να μετράω μέχρι το δέκα και μετά μέχρι το είκοσι. Θα έρθει ο μπαμπάς και θα μου πεί «μέτρα κι άλλο» . Κι εγώ θα τον κοροϊδέψω και θα ξαναμετρήσω μέχρι το είκοσι. Καλύτερα που δεν ξέρει ελληνικά και μπορώ και τον κοροϊδεύω. Ένα, δύο, τρία.

Δεν ακούω τίποτα τώρα…

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Αντιμνημονιακό

από την Αγγελική

Όταν πέθανε και σήκωσαν το στρώμα στην παράγκα της, βρήκαν από κάτω κοσμήματα και τιμαλφή, αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Κλασσικά πράγματα, δηλαδή. Το ασυνήθιστο ήταν ότι το σώμα της ήταν ακέραιο. Ούτε σε σήψη, ούτε μισοφαγωμένο από τις γάτες της, ήταν καθ’όλα αξιοπρεπές. Δεν είχαν αργήσει οι φίλοι της να την αναζητήσουν, όταν άρχισε να απουσιάζει από τα κοινά τους στέκια.
Το να έχεις φίλους που σε αναζητούν αμέσως, είναι από μόνο του ένδειξη ευτυχίας και πλούτου. Τίποτε όμως δεν προμήνυε αυτή την ευτυχή κατάληξη μια δεκαετία πριν. Η’ μήπως ήταν δεκαπέντε χρόνια;
Τότε ήταν μια φιγούρα με ξανθόλευκο μαλλί,  τεράστια μάτια γαλανά κι ορθάνοιχτα. Οι ώμοι της κοιτούσαν προς τα κάτω, τα μάτια μπροστά, με απορία, σα να μάθαινε ακόμα κι ας κόντευε τα εξήντα. Έσερνε κι έναν σκύλο μαζί της, παχύσαρκο, που πυορροούσε.
Τον έσερνε τα πρωινά του Σαββάτου στη λαϊκή κι έλεγε στους πωλητές στους πάγκους ότι ήταν άρρωστο το σκυλάκι της κι ότι έπρεπε, μάλλον, να του αλλάξει τροφή. Το έβγαζε βόλτα πάνω-κάτω στο στενό, εκεί που ήταν το σπίτι της, μια μονοκατοικία με τριανταφυλλιές. Έλεγε στις γειτόνισσες που τίναζαν τα χαλιά ότι έπρεπε να πάει στο γιατρό το σκυλί, γιατί ήταν πολύ άρρωστο.  Μην ήξεραν αυτές κανάν καλό; Μπα, πού να ξέρει αυτή που δεν ξεμύταγε απ’ το σπίτι της. Στις παιδικές χαρές όπου σύχναζε, έλεγε στα παιδάκια να μην πολυπλησιάζουν το σκυλί, τους έδειχνε όμως τις πληγές του που γυάλιζαν σαν αστέρια πυορροούντα.
Ο άντρας της φρόντιζε τις τριανταφυλλιές. Κάθε πρωί πήγαινε κοντά τους, να τις κανακέψει, και τις έβρισκε σκαμμένες και χεσμένες. Στο διάολο για σκυλί. Τα ‘βαζε με το γιο τους που τους κουβάλησε το κοπρόσκυλο και μετά δεν ασχολήθηκε ξανά. Με κείνη δεν τα βαζε ποτέ. Τη γυναίκα του. Καλός ήταν, όλα τα φρόντιζε.
Αυτή ένα σκυλί είχε μονάχα να φροντίσει και τα ‘κανε μαντάρα. Δεν της το έθιξαν ποτέ γιατί ήτανε ευαίσθητη και στεναχωριόταν.  Απλώς απέφευγαν να της αναθέτουν πράγματα, της χαμογελούσαν επαρκώς κι όλα καλά.
 Ο άντρας της φύραινε με τα χρόνια, της έριχνε πόσα χρόνια, είκοσι, είκοσι πέντε; Έφεραν μια Ουκρανή να τον προσέχει και η μισή σύνταξη πήγαινε εκεί. Ο γιος τους άλλαζε σταυροπόδι, φυλλομετρώντας την εφημερίδα. Έλεγε στον κόσμο πως έψαχνε στις αγγελίες για δουλειά.
Τη νύχτα που το σκυλί πέθανε, εκείνη στεκόταν πάνω από το στρώμα του, του έλεγε τραγουδάκια και του κουδούνιζε παιχνίδια. Πού και πού  του δρόσιζε τις πληγές με χαμομήλι. Ξάφνου είδε ένα φωτοστέφανο να σχηματίζεται γύρω από το χοντρό κεφάλι του και της φάνηκε πως ο σκύλος ήταν ο Ιησούς Χριστός που θυσιαζόταν, σε πραγματικό χρόνο, για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Έπειτα το ζώο έγειρε το κεφάλι του στο μπράτσο της κι άφησε την τελευταία του πνοή.
«Πού πας μάνα;» τη ρώτησε ο γιος της, καθώς την είδε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Γύρισε και τον κοίταξε, ο κώλος του ήταν μεγαλύτερος από την καρέκλα που καθόταν. Άνοιξε το μάνταλο κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Δεν την ξαναείδαν ποτέ.
Πάνε δεκαπέντε χρόνια από τότε που στα εξήντα της - παρά μια χρονιά - άρχισε την επικερδή καριέρα της ως ρακοσυλλέκτρια. Οι φιλενάδες της πάλεψαν με ζέση πάνω από το φέρετρό της για ένα αναμνηστικό της δεύτερης ζωής της, ένα κουμπί, μια τηλεκάρτα, το διαμαντένιο δαχτυλίδι που της χάρισε κάποιος μεγιστάνας.
Οι θαμώνες της αυλής της, δώδεκα τον αριθμό, αναπολούσαν τις ωραίες εκείνες μέρες που ο άρτος και το κρασί εύφραιναν τας καρδίαις των, επιχείρησαν μάλιστα να κάνουν την ζωή της σχολικό εγχειρίδιο που θα έμπαινε στο μάθημα των θρησκευτικών. Όμως εκεί πλάκωσαν οι εκπρόσωποι του κλήρου και οι μνημονιακοί και το εγχείρημα ναυάγησε προτού καν αρχίσει. Κι έμεινε ένα παραμύθι να λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους, τις νύχτες που το φεγγάρι θυμίζει σκυλοκεφαλή, γιομάτη από λυκίσιες αναμνήσεις.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Άνθρωποι καθημερινοί που βασανίζονται από απέλπιδους έρωτες, απόρριψη από πρόσωπα αγαπημένα, απώλειες, κακοδαιμονίες, περιθωριοποίηση, πάθη, και πολλά μετέωρα ερωτήματα... Πώς αποδίδει φόρο τιμής ένας ανάπηρος σε έναν άλλον; Πού μπορεί να φτάσει ένας άστεγος που του παίρνουν το παγκάκι; Πώς ένας πατέρας προσπαθεί να κρατήσει δίπλα του την νεκρή του κόρη; Πότε μια θηλιά στον λαιμό είναι ο καλύτερος δρόμος; Τι μπορεί να σκέφτεται μια πληγωμένη γυναίκα κοιτώντας έναν κάδο ανακύκλωσης; Μια συλλογή 24 διηγημάτων της Ελένης Χριστοφοράτου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άπαρσις.