Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Στην εφημερίδα METROPOLIS

ΓΡΑΨΕ ΣΒΗΣΕ ΜΟΥ Π*Δ’’ΞΕΣ ΤΗΝ ΙΔΕΑ

Η ομάδα Γομολάστιχα δημιουργήθηκε το 2008. Αποτελείται από τους: Γιούλη Αναστασοπούλου, Μανώλη Βελισκάκη, Π. Μ. Ζερβό, Κατερίνα Κοροµπίλη, Αγγελική Μαρίνου, Νίκο Ξένιο, Σοφοκλή Ρόκο και Ελένη Χριστοφοράτου, οι οποίοι συναντιούνται δύο φορές το μήνα, συζητάνε και κριτικάρουν τα κείμενά τους, χωρίς κάποιο δάσκαλο δημιουργικής γραφής. Οπως οι ίδιοι γράφουν, «δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος από εµάς, αγανακτισμένος από τις συνεχείς διορθώσεις, γύριζε και έλεγε: ‘Αµάν πια! Μου πήδηξες την ιδέα!’» Τα καλύτερα από τα κείμενά τους αποφάσισαν να τα εκδώσουν, έτσι κυκλοφόρησε η συλλογή «Γράψε Σβήσε ‘Μου π*δ”ξες την ιδέα’» από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, η οποία αποτελείται από 21 διηγήματα με κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι όλα τους δουλεμένα μέσα στην ομάδα.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Το video της παρουσίασης της συλλογής μας



Την επιλογή και σύνθεση των εικόνων οφείλουμε στην Ελένη Γιαννέτου.

Τη σύνθεση της μουσικής προσφέρθηκαν ευγενώς να κάνουν οι May Fly.

Τους ευχαριστούμε ολόψυχα.

Γομολάστιχα

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

κριτικές για το "Αχτι"

Kωνσταντίνος Μπούρας, για το "Αχτι" (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΤΕΥΧΟΣ 155, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012): "Ακόμα ένα διαμαντάκι από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, του νεαρού κι ακατάβλητου εκδότη Διαμαντή Καράβολα, που μετέφερε προσφάτως τις δραστηριότητές του στο ατμοσφαιρικό βιβλιοπωλείο όπου λειτουργούσαν επί χρόνια οι εκδόσεις του Σάμη Γαβριηλίδη. Αυτή τη φορά διαλέγει να τυπώσει τα άκρως ενδιαφέροντα διηγήματα του Νίκου Ξένιου, που γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και διδάσκει στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου. Σεναριογράφος, μελετητής, κριτικός θεάτρου και συν-συγγραφέας του πολύ κατατοπιστικού Λεξικού Θεατρικών Όρων (εκδόσεις ΚΟΑΝ). Δείγμα γραφής: " ...Το επόμενο μεσημέρι ο γιος του Σωτήρη έφτασε στην ώρα του στο γραφείο της, συνοδευόμενος από ένα νεαρό ένστολο που περίμενε στον προθάλαμο. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο, σα να είχε κάνει θεάρεστο έργο. Ήταν φρεσκοξυρισμένος και μύριζε σαπούνι Μασσαλίας. Η γυναίκα αισθάνθηκε πως είχε να κάνει μ' έναν απόλυτα νουνεχή ψυχωσικό. Μάλιστα, είχε ήδη συμβουλευτεί και τον ψυχολόγο με τον οποίον συνεργαζόταν. Της σύστησε να χειριστεί την υπόθεση με λεπτότητα. Έβαλε τον άνθρωπο να καθήσει στον καναπέ κι αυτός αρνήθηκε να βγάλει το σακάκι του. Του έφερε ένα ποτήρι νερό. Έβαλε σπράιτ για τον εαυτό της, μάζεψε την κόκκινη φούστα της και κάθησε δίπλα του σε απόσταση οικειότητας. Είχε εξαφθεί η περιέργειά της. "Πέρασαν τέσσερα χρόνια', ξεκίνησε σαν κουρδισμένος, "μέχρι η Βεατρίκη να μείνει έγκυος. Κόντεψε να απελπιστεί..." (σελ. 47) Ούτε μια λέξη περιττή, μήτε ένα κόμμα σε λάθος θέση. Κωνσταντίνος Μπούρας Περιοδικό "Οδός Πανός' , τ. 155, Ιανουάριος-Απρίλιος 2012, σελ 188-189


Κυριακάτικος ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΗΣ 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2012
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΧΤΙ

"Πρωτοεμφανιζόμενος αλλά ώριμος υφολογικά και ηλικιακά, με καταστάλαγμα ζωής, ο συγγραφέας παρουσιάζει μιαν ολιγοσέλιδη αλλά μεστή και ποικιλόμορφη συλλογή διηγημάτων που αξίζει να διαβαστεί. Ίσως με αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά με γενίκευση που αφορά κάθε αναγνώστη, με θεματολογία που κυμαίνεται από τον ρεαλισμό στη φαντασία και στο παραμύθι, με γλώσσα λιτή και σωστή, με λεκτική ακρίβεια, ο Νίκος Ξένιος μάς γοητεύει με τις δαιδαλώδεις φωνές μιας σκληρής, αλλά γλυκιάς καθημερινότητας"

Γιάννης Παπαγιάννης

----------------------------------------------------------------------



Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ Οκτωβρίου 2011, κριτική από τον Γιώργο Ξενάριο:

Νίκος Ξένιος, Το άχτι

"Η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Ξένιου μοιάζει να πατάει με το ένα πόδι στην αμερικανική σχολή των short stories, ιδίως δε στον Κάρβερ, και με το άλλο να εγγράφεται στη μακρά εγχώρια παράδοση του είδους, με πλησιέστερο προπάτορα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον Βουτυρά.... Οι πρωταγωνιστές, σχεδόν στο σύνολο των διηγημάτων, είναι πρόσωπα που τα χαρακτηρίζει μια απόσταση από αυτό που συμβαίνει γύρω τους-συχνά λόγω παιδικών τραυμάτων-, πρόσωπα παραβατικά ή περιθωριακά, αλλά και πρόσωπα "κανονικά", που τα πνίγει η κανονικότητα και ο εξαναγκασμός της. Ο συγγραφέας μάς προτείνει στην ουσία μια σειρά από προσωπογραφίες, που το κυριότερο περιεχόμενό τους είναι το ψυχοσυναισθηματικό κενό που αφήνει πίσω της η κάθε είδους ξενότητα.
Σε κάποια, ωστόσο, από τα διηγήματα, τα πιο σύντομα, δεν λείπει η ονειρική διάσταση και η αντι-πραγματιστική ποόθεση- η πρόθεση να δικαιωθεί το κείμενο σ΄έναν άλλο ορίζοντα, πέρα από αυτόν της πραγματικότητας. Με επιδέξιους χειρισμούς και χωρίς να καταφεύγει στις συνήθεις εκκεντρικότητες με τις οποίες διανθίζουν τα κείμενά τους οι συγγραφείς του λεγόμενου φανταστικού, ο συγγραφέας κατορθώνει να στήσει μη αληθοφανείς αλλά πειστικές σύντομες αφηγήσεις, από τις οποίες δεν λείπει ούτε η δραματική ένταση αλλά ούτε, όπως θα περίμενε κανείς, η συγκίνηση.
(Εδώ ας μου επιτραπεί μια παρένθεση: το αίτημα για ανανέωση της ελληνικής λογοτεχνίας και συμπόρευσή της με τις προηγμένες εθνικές λογοτεχνίες παραμένει πάντα επίκαιρο. Στο χώρο του διηγήματος έχουν καταγραφεί, τα τελευταία χρόνια, πολλές συλλογές που εκπέμπουν θετικά σήματα προς την κατεύθυνση αυτήν, καθώς οι συγγραφείς τους, αν και εντάσσουν, σ΄ένα βαθμό, τα κείμενά τους στη σχετική εγχώρια παράδοση, σ΄έναν άλλο βαθμό αφίστανται από αυτήν, επινοώντας μηχανισμούς, προτείνοντας θεματικές και βρίσκοντας τελικές λύσεις που πολύ απέχουν, αν δεν έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με αυτήν.)
Αντίθετα, ο συγγραφέας τα καταφέρνει λιγότερο καλά σε διηγήματα που το θέμα τους είναι οι σχέσεις του ζευγαριού. Σε αυτά, αρκετές φορές, ξεπέφτει σ΄έναν πεπαλαιωμένο ψυχολογισμό, ο οποίος κινεί τους ήρωες μηχανικά, μέσα από ευκόλως ορατά κίνητρα και με ευκόλως αναγνωρίσιμα σήματα.
Εντούτοις, και παρά την ένδεια αφηγηματικών μηχανισμών, το Α Χ Τ Ι παραμένει μια άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή σύντομων ιστοριών με κατεύθυνση το μέλλον."

Γιώργος Ξενάριος

----------------------------------------------------------------------

* περιοδικό BOOK PRESS της 18 Ιανουαρίου 2012

Του Κώστα Αγοραστού

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς επιλέγουν το πρώτο τους βιβλίο να είναι μια συλλογή διηγημάτων. Και αυτό, γιατί συνήθως, έχουν άγνοια κινδύνου. Τα σκόρπια κείμενα που έγραψαν μέσα στα χρόνια, οι σκέψεις τους, τα τυχαία περιστατικά που τους έχουν εντυπωθεί και γενικότερα το προσωπικό βίωμα, δύσκολα μετασχηματίζεται σε αυτό που λέμε λογοτεχνία. Ποιος είναι ο καταλύτης αυτής της μετάλλαξης; Μα, φυσικά, το ταλέντο.

Διαβάζοντας τη συλλογή του Νίκου Ξένιου, Το άχτι, αυτό που εντοπίζει κανείς πρώτα πρώτα είναι το συγγραφικό ταλέντο. Την ανέση να διηγείται ιστορίες με τρόπο γλαφυρό και ανάγλυφο. Με τρόπο που κρύβει επιμελώς τα λογοτεχνικά του διαβάσματα και προάγει την ιστορία αυτή καθ΄εαυτήν. Η γραφή του ρέουσα, παρασέρνει τον αναγνώστη στο βάθος της κάθε ιστορίας, κάνοντάς τον συμμέτοχο και όχι απλώς παρατηρητή.

Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι διηγήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα σχετικά ομοιόμορφο ύφος. Και αυτό γιατί ο συγγραφέας δεν χάνει την ευκαιρία να πειραματιστεί με τον εξπρεσιονισμό, δίνοντάς μας δυο διηγήματα, τα οποία απαιτούν την αυξημένη προσοχή μας. Τα υπόλοιπα, ασχολούνται με θέματα καθημερινά, προσωπικά, συναισθηματικά και συγχρόνως βαθιά πολιτικά, αλλά χωρίς καταγγελτική διάθεση. Στόχος δεν είναι η απλή καταγραφή του εκάστοτε γεγονότος, αλλά ο εγκλωβισμός του στο άχρονο της λογοτεχνίας. Ο υπάλληλος του σουπερμάρκετ που βρίσκει δηλητηριασμένο και νεκρό έναν άστεγο έξω από την πολυκατοικία του («Πολιτική του καταστήματος»), ο άτυχος θαμώνας της πλατείας Εξαρχείων που δέχεται επίθεση από “αναρχικούς” την ώρα που πίνει τον καφέ του («Η κορνίζα»), ο νεαρός Άμλετ, από την Αρμενία, που δίνει τις εξετάσεις του σχολείου του μέσα στο Αστυνομικό τμήμα («Ο πρίγκηπας»), η νεοδιόριστη καθηγήτρια που ασφυκτιά στο νέο της σχολείο αλλά και στη μακροχρόνια σχέση της («Το άχτι»).

Όλα τα διηγήματα της συλλογής έχουν ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο που παλεύει με τις εμμονές του, τον άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην καθημερινότητά του. Ο συγγραφέας, όπως και κάθε συγγραφέας, είναι παραπάνω από εμφανές ότι αγαπάει πολύ τους ήρωές του. Κάποιους τους θαυμάζει, κάποιους άλλους τους συμπονά, κάποιους τους προστατεύει και τους περιβάλλει με στοργή. Σε όλους έχει δώσει ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα μέρος των βιωμάτων του.

Ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής έχει τίτλο «Ο γιος του Σωτήρη» και είναι η ιστορία ενός σαλεμένου ανθρώπου, ο οποίος, λόγω μιας ανεξήγητης ενέργειάς του σε δημόσιο χώρο συλλαμβάνεται και αφηγείται σε μια ψυχοθεραπεύτρια την ιστορία της ζωής του, για να καταλήξει στο κομβικό εκείνο περιστατικό της παιδικής του ηλικίας. Οι αναφορές στον Οιδίποδα σαφείς, η οποίες μαζί με την έξυπνη δομή του διηγήματος, δημιουργούν μια νοηματική και δραματική κορύφωση ιδιαίτερα επιτυχημένη.

Συνολικά, η συλλογή του Ξένιου είναι μεν φιλόδοξη αλλά δεν χαρακτηρίζεται από «θόρυβο» στη γραφή του. Στοχεύει στον προσεκτικό αναγνώστη, ενώ μπορεί να κερδίσει εύκολα και τον περιστασιακό.

Στα βασικά πλεονεκτήματα του βιβλίου και το εξαιρετικά καλόγουστο εξώφυλλο με σκίτσα της Εύης Τσακνιά.

--------------------------------------------------------------------------




ΣΥΝΤΟΜΗ (ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ...)ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΟΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Νίκος Ξένιος, ΤΟ ΑΧΤΙ

"Συμπαθητικά διηγήματα...


------------------------------------------------------------------------------------


ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ
ΡΟΚΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΗΣ 18/11/2011

Το άχτι της καθημερινότητας


Θέλουν να βγάλουν το Άχτι τους οι ήρωες του Νίκου Ξένιου και μας παρασύρουν μαζί τους, να αναγνωρίσουμε κι εμείς το δικό μας άχτι. Άνθρωποι κοινοί, καθημερινοί, κάποτε και ιδιαίτεροι, παρουσιασμένοι με έναν τρόπο απλό, ρεαλιστικό, κάποτε και σκοτεινό, μας πείθουν απόλυτα για την ύπαρξη και την κίνησή τους μέσα στις ιστορίες. Κυρίως όμως μας πείθουν ότι δεν θα χάσουμε την ώρα μας μαζί τους κι ότι, όσο μείνουμε κοντά τους κάτι καινούργιο, μικρό ή μεγάλο, θα συμβεί μέσα μας.

Η υποκατάσταση των αληθινών σχέσεων από κακέκτυπες απομιμήσεις τους, η απομάκρυνση από την ύπαιθρο και ο αστικός χώρος όπου ο άνθρωπος ασφυκτιά, η πλασματική ανθρώπινη επικοινωνία, η βία της εγκατάλειψης και η αύρα του θανάτου που πλανάται, κάποιο άλυτο οιδιπόδειο κι ένας έρωτας που δεν πραγματώνεται, ο παραλογισμός της εξουσίας, η διπολική προσωπικότητα που συναντούμε καθημερινά και με την οποία συνδέουμε τη ζωή μας, η απελπισία του ανέστιου κι εκπατρισμένου: αυτά είναι τα κυριότερα θέματα που πραγματεύεται η συλλογή. Από τα δεκαέξι διηγήματά της, «Το άχτι» είναι το πιο ρεαλιστικό, μαζί με την «Πολιτική του καταστήματος», ενώ το πρώτο και το τελευταίο διήγημα («Κόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό» και «Θρίαμβος») είναι υπερρεαλιστικής γραφής. Έχοντας κάνει αυστηρή επιλογή από συγγραφική δουλειά πολλών χρόνων, ο Ν. Ξένιος υιοθετεί διαφορετικά στυλιστικά γνωρίσματα και διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές, διατηρώντας σαρκαστικό ύφος σε όλα τα διηγήματα, παλιά και καινούργια. Τα διηγήματα «Ο γιος του Σωτήρη», «Τσοκ γκιουζέλ» και «Έλβις» έχουν δουλευτεί στο πλαίσιο της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής «Γομολάστιχα», που λειτουργεί με οκτώ μέλη εδώ και τρία χρόνια (http://gomolastixa.blogspot.com).


--------------------------------------------------------------------------

Νίκος Ξένιος, ΤΟ ΑΧΤΙ
περιοδικό ΤΟ ΔΙΦΩΝΟ, Νοέμβριος 2011
κριτική από τον Σάββα Σερέτη

"Μικρές ιστορίες, ενδιαφέρουσες,μα όχι επαρκώς πειστικές, των οποίων οι χαρακτήρες στα δρώντα πρόσωπα, στην πλειονότητά τους,δεν είναι πλήρως δομημένοι, ίσως ως κίνητρο στον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά. Ακόμη, παρατηρούνται κάποιες εννοιολογικές ασυνέπειες στη δομή των διηγημάτων, αλλά και αυτό μπορεί να εκληφθεί ως ποιητική αδεία εσκεμμένη υπέρβαση της ακολουθίας αιτίου-αιτιατού. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, τεκμαίρεται η λογοτεχνική επάρκεια του συγγραφέως, οπότε η προσδοκία για το επόμενο, καλύτερο βιβλίο είναι δικαιολογημένη."

--------------------------------------------------------------------------------



✒ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ (ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΗ ΣΠΙΝΟΥ, Kυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΤΗΣ 14-8-2011 )

«ΠΡΩΤΗ ώρα, Ιλιάδα. Το κείμενο γεμάτο κρέατα και κοψίδια που ψήνονται στο στρατόπεδο των Αχαιών. Η τσίκνα βγαίνει από το κείμενο κι απλώνεται στην τάξη. Στα μπροστά θρανία χεράκια υπερκινητικά, στα πίσω όμως απόλυτος λήθαργος. Λοβοτομή, μηδέν αντίδραση. Δυο ζευγάρια ηλίθια μάτια με κοιτούν, κι εγώ χτυπώ το νύχι στο θρανίο. "Πού είσαι παιδί μου;" Ομως καμιά απάντηση, μόνο τα δύο αγελαδίσια μάτια με κοιτούν και το βιβλίο στο θρανίο είναι ανάποδα»...
Μια νεοδιόριστη φιλόλογος στη Θήβα, με προβληματική προσωπική ζωή και σε πλήρη δυσαρμονία με το εργασιακό της περιβάλλον, αγωνίζεται να διαχειριστεί το αίσθημα του ανικανοποίητου που τη διαποτίζει, πεπεισμένη πως κανείς δεν την κατανοεί. Κι είναι το δικό της «Αχτι» που δίνει τον τίτλο στην ομώνυμη συλλογή του Νίκου Ξένιου (εκδ. Φαρφουλάς), πλάι σε δεκαπέντε ακόμη διηγήματα, με ήρωες που επίσης νιώθουν ότι ένα χάος τους χωρίζει απ' τους υπόλοιπους ανθρώπους γύρω τους.
Με μια πρόζα σφιχτή, χωρίς περιττά στολίδια, ο Ξένιος ελίσσεται ανάμεσα σε σχολικές τάξεις, αστυνομικά τμήματα, πολύβοους δρόμους, μικροαστικά διαμερίσματα, στρατόπεδα και φυλακές, δίνοντας φωνή σε κάθε λογής μοναχικούς κι απελπισμένους, σε λαθρομετανάστες και σε βιοπαλαιστές, σε ζευγάρια που θάβουν τα όνειρά τους «μέσα στην κολλώδη καθημερινότητα», σε πλάσματα που ανακαλούν τις ήττες, τους θριάμβους και τους εφιάλτες τους ενώ παλεύουν με τ' αδιέξοδά τους. Και μολονότι το «Αχτι» είναι το πρώτο του, το φλερτ του ίδιου με τη λογοτεχνία κρατάει χρόνια.
Γεννημένος το 1962 στο Χαρτούμ και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ο Ξένιος είναι εκπαιδευτικός -διδάσκει στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου- έχει πίσω του εκτενή αρθρογραφία σε σχέση με το θέατρο, διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Αρχαιολογία», «Οδός Πανός» καθώς και στη συλλογή «Ιστός '95», κ α ι ε ί ν α ι μ έ λ ο ς τ η ς λ έ σ χ η ς δ η μ ι ο υ ρ γ ι κ ή ς γ ρ α φ ή ς « Γ ο μ ο λ ά σ τ ι χ α » που δραστηριοποιείται στο Διαδίκτυο (βλ. gomolastixa.blogspot.com).
Το εκτενέστερο δε διήγημα του βιβλίου του, το σπαρακτικό «Ο γιος του Σωτήρη», με τη συνάντηση ενός σαλεμένου μετανάστη και μιας ευαίσθητης κοινωνικού λειτουργού, είχε διακριθεί στο λογοτεχνικό διαγωνισμό των εκδόσεων Πατάκη «Hotel Οιδίπους»".

Σταυρούλα Παπασπύρου-Π.Σπίνου, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ένθετο "Επτά", 14-8-2011)

----------------------------------------------------------------------




✒Εφημερίδα ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ, 15 Ιουλ, 2011 ,ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΒΛΑΣΤΑΡΑ,

"Οι πρωταγωνιστές των 16 ιστοριών του Νίκου Ξένιου που δημοσιεύτηκαν στη συλλογή διηγημάτων «Το άχτι» (εκδ. Φαρφουλάς) είναι όλοι ήρωες τραγικοί και πληγωμένοι, οι οποίοι προσπαθούν, άλλοι μέσα από το ρομαντισμό, άλλοι μέσα από τη σκληρότητα και την αδιαφορία, να γιατρέψουν τις παλιές και νέες πληγές τους. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται είτε για ανθρώπους που θέλουν να βγάλουν το άχτι τους είτε για ανθρώπους πάνω στους οποίους η ελληνική κοινωνία βγάζει το δικό της άχτι. Ιστορίες καθημερινές, που συμβαίνουν γύρω μας, ίσως και στους δικούς μας γνωστούς και στις δικές μας γνώριμες φάτσες, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τις αφηγήσεις του Νίκου Ξένιου. Νιώθουμε να μας πνίγει το άδικο για τον Αμλετ που δίνει εξετάσεις στη φυλακή, για το γιο του Σωτήρη που δεν έχει όνομα και μιλάει με ποίηση για τη ζωή του, για τον Μέμο Μεϊμαρίδη που δεν παραπονιέται ποτέ και για τη νέα πολιτική του γειτονικού σούπερ μάρκετ που αποφάσισε να ρίχνει τις σκόνες πλυντηρίου πάνω στα πεταμένα κρέατα, έτσι ώστε να μην μπορεί να επωφεληθεί κανείς από αυτά. Ολα τα παραπάνω συνοδεύονται από τη σωστή δόση χιούμορ. Και αν κάποιες στιγμές ο ειρμός χάνεται, αυτό δεν είναι αρκετό για να αφήσει ο αναγνώστης τις ιστορίες στη μέση. Απλώς αναρωτιέται αν αυτό γίνεται συνειδητά ή όχι".

ΛΕΝΑ ΒΛΑΣΤΑΡΑ στις 15 Ιουλ, 2011 στο NOTEBOOK του ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ

-----------------------------------------------------------------------


✒ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΗ (Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ 2ας Αυγούστου 2011)


Δεκαέξι διηγήματα διασταύρωσης των δύο φωνών που μας ανήκουν, αυτής που έχουμε για να μιλάμε και της φωνής που μιλάει μέσα μας και μας οδηγεί είτε στην καταστροφή είτε στη σωτηρία. Ο Νίκος Ξένιος με τα 16 μικρά διηγήματά του περιπλανιέται (και μας παρασέρνει) σε τοπία δύσκολα και σκληρά, αστικά τοπία, όπου κυριαρχούν ο φόβος για το χειρότερο και η αγωνία για το καλύτερο. Ενα παιδί μεταναστών που κάνει τα αδύνατα δυνατά για να περάσει στην Ιατρική, μια γυναίκα της οποίας ο υπαρξιακός θάνατος συνέπεσε με τον θάνατο του Ελβις Πρίσλεϊ, ένας κρυφός ομοφυλόφιλος, ένας περαστικός από την Πλατεία Εξαρχείων που ξυλοκοπείται αδίκως και μια φιλόλογος που δεν αντέχει τη δουλειά της, είναι μερικοί από τους (αντι)ήρωες του πρώτου βιβλίου του.


ΤΑ ΝΕΑ, Τρίτη 2 Αυγούστου 2011


-------------------------------------------------------------------------

✒ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΟ "ΑΧΤΙ" ΤΟΥΣ (Λαμπρινή Κουζέλη, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/07/2011)

Μελαγχολικές ιστορίες καθημερινής τρέλας και ήττας αφηγείται ο Νίκος Ξένιος στο πρώτο του βιβλίο

Μια φιλόλογος σε δημόσιο λύκειο της Θήβας που βαριέται τη ζωή και τη δουλειά της, μια οικογένεια αρμένιων λαθρομεταναστών με ονόματα σαιξπηρικών ηρώων, μια εβραία που σταματά να ζει την ημέρα που πεθαίνει ο Έλβις, ένας μεσήλικος πόντιος βιοπαλαιστής με λατρεία για τη γυναίκα του παράξενα συγκινητική κυκλοφορούν στις σελίδες της συλλογής διηγημάτων το «Αχτι» (Εκδόσεις Φαρφουλάς, σελ. 160, τιμή 12 ευρώ) του Νίκου Ξένιου. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του 49χρονου συγγραφέα, μια συλλογή 16 ιστοριών που παρουσιάζουν όψεις της σύγχρονης ζωής και της σύγχρονης αγωνίας.
Εκείνο που εντυπωσιάζει στην πρώτη ανάγνωση είναι η ωριμότητα της γραφής του. Ο λόγος του είναι σφικτός, η γλώσσα του αποκαθαρμένη από το περιττό, οι διάλογοι ζωντανοί, τα σκηνικά του περιγράφονται με ενάργεια, οι κόσμοι και οι χαρακτήρες που κατασκευάζει λειτουργούν δραματουργικά, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ταιριάζει εξίσου καλά με την τριτοπρόσωπη. Ίσως η εξήγηση είναι ότι ο συγγραφέας ασκείται στη γραφή από τα δεκαεννιά του, όπως είπε στο «Βήμα».
Η συλλογή είναι το απόσταγμα 40 διηγημάτων που βρίσκονταν στα συρτάρια του εδώ και χρόνια. Όταν είδε και απόειδε με το «δύστοκο μυθιστόρημα» που τον απασχολεί την τελευταία πενταετία, αποφάσισε, έπειτα και από την παρότρυνση των φίλων του στην Ομάδα Δημιουργικής Γραφής Γομολάστιχα, να εκδώσει μια επιλογή από αυτά. Είχαν προηγηθεί δημοσιεύσεις στον συλλογικό τόμο «Ιστός '95», στην «Αρχαιολογία», στην «Οδό Πανός», στον «Φαρφουλά» και σε άλλα περιοδικά. Από το απόθεμά του άντεξαν στην κρησάρα του μόνο τέσσερα διηγήματα. Μικρή συγκομιδή, που συμπληρώθηκε με 12 νέες ιστορίες που καλύπτουν ένα ευρύ υφολογικό φάσμα από το εξπρεσιονιστικό «Κόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό» ως το νατουραλιστικών σκηνών «Πολιτική του καταστήματος» και τον αλληγορικό «Θρίαμβο».
Η απόκλιση και η διαφορετικότητα -στη θετική και στην αρνητική εκδοχή τους- αποτελούν κεντρικό συστατικό των περισσότερων ιστοριών: το προικισμένο μεταναστόπουλο που κόντρα σε κάθε προκατάληψη και κάθε πρακτική αντιξοότητα πασχίζει να περάσει στην Ιατρική («Ο πρίγκιπας»), ο κρυφός ομοφυλόφιλος που δεν παραδέχεται την ταυτότητά του και ζει μια μυστική ζωή υποκρινόμενος και εξαπατώντας πίσω από τη βιτρίνα του γάμου και της οικογένειας («Επιπλέον»).
Χώροι εγκλεισμού και εξουσίας, στρατόπεδα, φυλακές, αστυνομικά τμήματα και σχολεία αποτελούν σκηνικά που εξυπηρετούν τις μυθοπλαστικές προθέσεις του συγγραφέα, όπως και ο δρόμος, οι λαϊκές και μικροαστικές γειτονιές της Αθήνας, η κλειστή κάμαρα, το διαδίκτυο, τα απόμερα στέκια των παρακμιακών.
Οι χαρακτήρες του, οικείοι αλλά και ξένοι, είναι οι αντιήρωες της καθημερινής ζωής: άνθρωποι βουβοί, απελπισμένοι, ξεριζωμένοι, μετανάστες, βιοπαλαιστές, αδύναμοι, φοβισμένοι, υποκριτές, ηττημένοι, άνθρωποι που «πεθαίνουν παραμελημένοι μες στο μόχθο». Ζουν σε κοινωνίες όπου δεν τους κατανοούν, σε ετοιμόρροπες σχέσεις που έχουν χάσει το νόημά τους, σε ρήξη με τον εαυτό τους. Περιφέρουν στους δρόμους την ανησυχία, τις εμμονές, τις ψευδαισθήσεις, τις κρυφές επιθυμίες, την ενοχή, τη θλίψη ή την ανία τους.
Μόνοι, με μια υπαρξιακή μοναξιά να τους βαραίνει, κινούνται σαν αόρατοι μέσα στην οχλοβοή της μεγαλούπολης, κλείνονται σε μικρά διαμερίσματα στον Κολωνό, στους Αγίους Αναργύρους, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στα Πετράλωνα, στα Χαυτεία. Ο κόσμος γύρω τους είναι σκληρός και ακατανόητος, τα όνειρα εφιαλτικά. Βρίσκουν καταφύγιο από την αδιαφορία, την αναλγησία, την κοινωνική αδικία και τον παραλογισμό της καθημερινότητας στη μνήμη, στη νοσταλγία ή στη φαντασία. Δεν έχουν την παρηγοριά της επιείκειας ή συμπάθειας, δεν προσφέρουν ελπίδα, τα προβλήματά τους δεν έχουν λύση, έρχονται όμως σε ένα αξιόλογο αφηγηματικό πακέτο που δίνει υποσχέσεις ενδιαφέρουσας συνέχειας.

Νίκος Ξένιος: «Θέλω να απομυθοποιήσω τα πάντα εκτός από την εκπαίδευση»
Η μελαγχολικά σαρκαστική διάθεση που δίνει τον τόνο στις ιστορίες του απορρέει, όπως λέει στο «Βήμα» ο συγγραφέας, από την επιθυμία «να απομυθοποιήσω όλα τα πράγματα που είχα πολύ ψηλά: την πολιτική ζωή, την κουλτούρα, την τρόπο που οι άνθρωποι διεκδικούν τα δικαιώματά τους, όλα εκτός από την εκπαίδευση».Φιλόλογος, εργαζόμενος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση 20 χρόνια, ομολογεί ότι είναι δύσκολο βρει κανείς επαινετικά λόγια για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ως θεσμό και τους εκπαιδευτικούς που λουφάρουν, όπως η αδιάφορη φιλόλογος στο διήγημα που δίνει τον τίτλο της συλλογής: «Πρώτη ώρα, Ιλιάδα. Το κείμενο γεμάτο κρέατα και κοψίφια που ψήνονται στο στρατόπεδο των Αχαιών. Η τσίκνα βγαίνει από το κείμενο κι απλώνεται στην τάξη. Στα μπροστινά θρανία χεράκια υπερκινητικά, στα πίσω όμως απόλυτος λήθαργος. Λοβοτομή. Μηδέν αντίδραση. Δυο ζευγάρια ηλίθια μάτια με κοιτούν κι εγώ χτυπώ το νύχι στο θρανίο: "Πού είσαι παιδί μου;"».Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του όμως, μιλάει με πολύ ενθουσιασμό για τη νέα γενιά, που θεωρεί ότι αδικείται: «Είναι παιδιά σκεπτόμενα και προβληματισμένα, με αμεσότητα και υψηλό βαθμό πρόσληψης». Τους λείπουν όμως τα πνευματικά πρότυπα.Με αντίστοιχο ενθουσιασμό μάς μίλησε για τα παιδιά μεταναστών, που τη ζωή τους παρουσιάζει με ενάργεια στο διήγημα «Ο πρίγκιπας»: «Όταν το σχολείο λειτουργεί ως αγκαλιά θερμή που τα περιθάλπει, τα παιδιά αυτά δείχνουν ενδιαφέρον, θέλουν να γίνουν Έλληνες, με την έννοια της κουλτούρας», υποστηρίζει. Στον δρόμο τα παιδιά αυτά ζουν μια δεύτερη ζωή. Στα δέκα χρόνια που εργάστηκε στο Διαπολιτισμικό Λύκειο δεν γνώρισε ούτε ένα παιδί που να έχει και τους δύο γονείς και να μεγαλώνει σε πλήρη πυρηνική οικογένεια. Ο ένας από τους δύο έλειπε διότι είχε πεθάνει ή γιατί ήταν στη φυλακή ή γιατί αδιαφορούσε, και το παιδί μεγάλωνε στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου.

Στο διήγημά του «Η κορνίζα», ένας πελάτης καφενείου στην πλατεία Εξαρχείων ξυλοκοπείται μέρα μεσημέρι από κάποιους χωρίς λόγο και αφορμή. Μια καθημερινότητα στην οποία τα σουρεαλιστικά στοιχεία πυκνώνουν και μόνη μας άμυνα μένει το χιούμορ. «Σαρκάζω για να αντέξω αυτά που συμβαίνουν», λέει ο Ξένιος, «χωρίς χιούμορ μπορεί να τρελαθείς».


Λαμπρινή Κουζέλη, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/07/2011


-------------------------------------------------------------------------


✒ΤΟ ΑΧΤΙ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΚΡΥΒΟΥΜΕ (Κώστας Μαρίνος, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 10/07/2011)

Τίτλος της συλλογής των 16 διηγημάτων, «Το άχτι», και περιεχόμενό τους, μια διαδρομή σε αστικά τοπία εύκολα αναγνωρίσιμα, αλλά και στους ανθρώπους που τα κατοικούν.
Ο αναγνώστης που θα πιάσει στα χέρια του το τομίδιο με τα διηγήματα του Νίκου Ξένιου θα χαρεί καταρχάς την πολύ φροντισμένη έκδοση από τον οίκο Φαρφουλά.Σαν αστραπές μέσα σε αυτούς τους χώρους, εισβάλλουν εικόνες από μικρά χωριά, με τη φύση αδιάφορη γύρω τους - εικόνες μνήμης μακρινής και ποτέ βίωμα στο τώρα. Όμως οι μνήμες των ηρώων του Νίκου Ξένιου είναι πάντα παρούσες και καθορίζουν τη ζωή τους, καταγράφοντας έτσι τη δύσκολη και, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει, ανολοκλήρωτη διαδικασία ενηλικίωσης. Γράφει στο διήγημα, με τίτλο «Ο γιος τού Σωτήρη»:
«Στην οχλοβοή της μεγαλούπολης, ανάμεσα σε ανθρώπους που περιμένουν στη στάση του λεωφορείου, ο γιος τού Σωτήρη κουτσαίνει μέσα στις μνήμες του και σβήνει το παρόν».
Όμως το παρόν υπάρχει, για τους ήρωες και τις ηρωίδες των ιστοριών του Ξένιου, όταν κυκλοφορούν στους αθηναϊκούς δρόμους ή όταν, κλεισμένοι στα διαμερίσματα των ανώνυμων πολυκατοικιών, ανοίγουν τους υπολογιστές, που γίνονται δίοδοι επικοινωνίας, ανολοκλήρωτης όμως και δομημένης σε γλώσσα που δεν εκφράζει συναισθήματα, αλλά είναι μόνο ψηφιακές αστραπές στις οθόνες.
Ο Νίκος Ξένιος δεν αρνείται ότι στα διηγήματά του υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία ή, όπως λέει, «παράμετροι των ηρώων του» είναι και δικές του. Όμως- και ευτυχώς- οι αφηγήσεις του δεν συντίθενται από επεμβάσεις σε σελίδες ημερολογιακές, τις οποίες συχνά συναντάμε σε πολλά βιβλία που κυκλοφορούν. Αφήνει πίσω το προσωπικό στοιχείο και αποκαλύπτει μικρά και μεγαλύτερα συμβάντα, που όλα κρύβουν έναν καημό βουβό, που σπάνια γίνεται κραυγή.
«Απότομα άρχισε να φυσάει και τυλιχτήκαμε όλοι στα παλτά μας. Ξαναέσκυψαν διάφορες γυναίκες, η μια στο αυτί της αλληνής. Στο πρόσωπο της γυναίκας, καθώς περνούσε ανάμεσά τους, δεν φάνηκε η παραμικρή σύσπαση. Η Μάρθα απόρησε, μέσα στο πένθος της. ‘Ποια ήταν αυτή η γυναίκα;’» γράφει στο διήγημα, με τίτλο «Τσοκ γκιουζέλ», όπου διαφαίνεται και το άλλο στοιχείο που διατρέχει τα διηγήματα του Ξένιου στη συλλογή «Το άχτι»: ο ερωτισμός, είτε ο άγουρος των πρώτων εφηβικών χρόνων είτε ο τραυματισμένος και ίσως και ανείπωτος της ωριμότητας.
Όμως υπάρχει και το πλήθος γύρω από τους ήρωες του Ξένιου. Μετανάστες, παράνομοι και όχι, πρόσωπα που ίσως πέρασαν από τη ζωή του όταν δούλεψε ως καθηγητής σε διαπολιτισμικό σχολείο και γνώρισε από κοντά αυτά τα συνήθως βουβά πρόσωπα που όλοι προσπερνάμε, συχνά με φόβο, όταν τα συναντάμε. Αυτά τα πρόσωπα και ο φόβος τού «άλλου» που κατατρέχει κάθε κάτοικο μιας μεγαλούπολης δημιουργούν το απροσδιόριστο και αθεράπευτο αίσθημα της αγωνίας που διακρίνεται σε πολλά διηγήματά του.
«Ακούει τη σειρήνα ενός νοσοκομειακού. Πέφτει πάνω σε μια ομήγυρη μαύρων με ταραγμένες φωνές και καβγάδες. Ανοίγει, παραμερίζοντας τον κόσμο, να δει. Ξαπλωμένος πάνω στις εφημερίδες του, ο δικός του άστεγος σφαδάζει, βγάζει αφρούς από το στόμα», γράφει στο διήγημα «Πολιτική του καταστήματος».
Ο Νίκος Ξένιος γεννήθηκε στο Χαρτούμ του Σουδάν. Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 7 ετών, έκανε καλές σπουδές, γνώρισε τον κόσμο τού θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως φανερώνουν και οι συχνές αναφορές σε χώρους και έργα θεατρικά ή κινηματογραφικά. Ταξίδεψε και επέστρεψε στην Ελλάδα, και δίνει μέσα στις λίγες σελίδες των 16 διηγημάτων του ένα πορτρέτο της χώρας και των κατοίκων της.
Όσο για «το Άχτι», τον τίτλο που έδωσε στο βιβλίο του, λέει πως, παρόλο που τον θεωρεί «κραυγαλέο», τον επέλεξε επίτηδες, για να δηλώσει με αυτόν τον αυτοσαρκαστικό χαρακτήρα τού βιβλίου, «επειδή πραγματικά εκφράζει μια αποτυχία ενηλικίωσης». Και μάλλον αποτυχία ενηλικίωσης μιας κοινωνίας και όχι μόνο ενός ατόμου."

Κώστας Μαρίνος, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 10/07/2011)

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η συλλογή διηγημάτων της Λέσχης μας!

(.....Μου π*δ*ξ*τε την ιδέα! Σας έφερα εδώ ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους। Γοργόνες που πάνε στο γυναικολόγο, νησιά μικρά όσο ένα πλυντήριο, ψιλικατζήδες μαμάκηδες, πολυκαταστήματα και τραγούδια της Θείας Λένας, τον ίδιο τον Personal Jesus, αιμοσταγείς πιανίστες, ασθμαίνοντες αγγελιοφόρους, αλβανούς απόφοιτους του Ελληνισμού, τον Οιδίποδα να αγναντεύει τον Καιάδα, ανάσες δυσβάσταχτες υπό τους ήχους Ηeavy Μetal, το ρολόι του πατέρα μου, ακόμα και την απόλυτη μέρα. Τι άλλο θέλετε πια για να ‘στε ευχαριστημένοι;)



Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Φασόλια μαυρομάτικα


Την δεύτερη φορά που τον είδε του έβαλε στο χέρι ένα σακουλάκι με μαυρομάτικα φασόλια. «Κάναμε μαύρα μάτια να σε δούμε», του είπε και εξαφανίστηκε στο διάδρομο, ενώ εκείνος αναρωτήθηκε αν είναι στα καλά της. Μετά που το ξανασκέφτηκε όμως, κατέληξε πως του άρεσε αυτό το αλλοπρόσαλο πλησίασμα, μάλιστα άρχισε να το αναπωλεί και να βρίσκει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερα χαρίσματα στην παράξενη κίνησή της.

Μία φορά την είχε δει όλη και όλη και αυτό σε παρέα συναδέλφων. Είχαν ανταλλάξει δυο κουβέντες για την πορεία της εταιρείας και άλλα βαρετά και ασήμαντα και είχαν αφήσει μια υπόσχεση στον αέρα να πάνε σινεμά. Εκείνη το είχε προτείνει, αυτός το είχε αφήσει να πλανάται. Το ξέχασε από τότε, δεν του γέμισε το μάτι πολύ, κάτι υπήρχε στον τρόπο που μιλούσε και στο σώμα της που τον είχε απωθήσει, δεν ήξερε όμως τι.

Τώρα του έκανε παιχνίδια και του πέταγε ατάκες. Την είδε μετά από μέρες στην είσοδο της εταιρείας και της έριξε στο χαλαρό να πάνε μετά τη δουλειά στην απέναντι καφετέρια στην Κηφισίας, «έτσι για καφέ σαν συνάδελφοι», της τόνισε. Εκείνη δέχθηκε με χαρά παιδιού και μάλιστα την πρόσεξε που έφυγε νωρίτερα από το ωράριό τους και ξαναγύρισε λίγο πριν τη λήξη της βάρδιας της φορώντας διαφορετικό φόρεμα απ΄το πρωινό. Τον χάλασε λιγάκι αυτή η κίνησή της, αλλά δεν μπορούσε πάλι να εξηγήσει γιατί.

Κάθισαν σε ένα στρογγυλό σιδερένιο τραπεζάκι που ό,τι ακουμπούσαν πάνω του παρήγαγε ένα εκκωφαντικό τενεκεδένιο θόρυβο. Μετά από λίγο εκείνος προσάρμοσε τις κινήσεις του ακουμπώντας μαλακά τον ζίπο και το ποτήρι του, ενώ εκείνη χειρονομούσε και τα άφηνε όλα να βαράνε στον τζίγκο. Πιο πολύ τον εκνεύρισε το βραχιόλι της που σερνόταν στο τραπέζι σαν βαριά αλυσίδα, του θύμισε γρανάζι μηχανής.

Εκείνη του ανέφερε πως δούλευε για χρόνια στο μαγειρείο του πατέρα της στα Κάτω Πετράλωνα, του είπε πως άρχισε από νωρίς να αναγουλιάζει με τις μυρωδιές του κρέατος και του ψαριού και βρήκε παρηγοριά στα όσπρια.

Έβγαλε μάλιστα και μερικές φακές από την τσέπη της και τις έριξε στο τραπέζι σχηματίζοντας κάτι που επέμενε πως έμοιαζε με άνδρα και γυναίκα.

«Τα όσπρια είναι έξυπνα», συμπλήρωσε «και σκληρόπετσα, θέλουν ώρα να τα βράσεις και θέλουν και νερό από το βράδυ για να τα κάνεις του χεριού σου».

Του είπε ακόμα πως έχει πάντα μαζί της μερικά γιατί μπορούσαν να τις φανουν χρήσιμα: να την βγάλουν για παράδειγμα από την δύσκολη θέση να μαγειρέψει για κάποιον απρόσμενα αλλά και να χρειαστεί να υπερασπίσει τον εαυτό της από κάποιον ανώμαλο, όπως είπε, με γουρλωμένα μάτια: «Γίνονται εργαλείο εγκλήματος αν τα εκσφενδονίσεις στo πρόσωπο»!

Μετά του μίλησε για το ζευγάρι. Υπήρχε ένα ζευγάρι που ερχόταν στο μαγειρείο τους κάθε Πέμπτη. Αυτοί έφτιαχναν είπε πολλά σχέδια από όσπρια και όταν τους είχε ρωτήσει γιατί το έκαναν, της είχαν απαντήσει πως τα όσπρια είναι σπόροι καλοί και κάνουν για πολλά πράγματα. Μετά δεν τους ξαναείδε αλλά έμαθε πως η γυναίκα είχε κάνει μια τεράστια κοιλιά και περπάταγε αγκομαχώντας. Δεν είχε καταλάβει αν περίμενε παιδί ή αν είχε απλά παχύνει πολύ. Εκείνη δεν ήθελε ποτέ να κάνει μια τόσο μεγάλη κοιλιά, είπε ψιθυριστά, ενώ έπιασε και τέντωσε το στομάχι της μέσα από το φαρδύ της φόρεμα. Εντωμεταξύ συμπλήρωσε, έκλεισε το μαγειρείο γιατί πέθανε ο μπαμπάς.

Εκείνος δεν μιλούσε, είχε την περισσότερη ώρα κατεβασμένο το κεφάλι του, είχε κολλήσει στις φακές που ήταν απλωμένες στο τραπέζι και προσπαθούσε να δει αν πραγματικά σχημάτιζαν κάποιο ζευγάρι. Όταν εκείνη τελείωσε την διήγησή της, έβαλε το δαχτυλό του μέσα στο σωρό τις φακές και τον ανακάτεψε. Το μετάνοιωσε που της το χάλασε αλλά ήταν αργά, δεν την κοίταξε για να μην δει το βλέμμα της παρά μόνο της είπε να φύγουν γιατί θα ξαναγύριζε στο γραφείο για κάτι τάχα επείγον.

Την επόμενη μέρα βρήκε στο γραφείο του ένα μικρό ανθισμένο κεσεδάκι γιαουρτιού σαν αυτά που φτιάχνουν τα παιδιά.

Ήταν αφημένο δίπλα από το πληκτρολόγιο με ένα μικρό κίτρινο ποστ-ιτ που έγραφε με καλλιγραφικά μικροσκοπικά γράμματα: Και το πιο παράξενο πράγμα μπορεί να ανθίσει.

Τον κατέλαβε μία αγωνία, τα πόδια του κόπηκαν. Δεν ήταν καθόλου του γούστου του όλα αυτά, ειδικά μάλιστα να τον συζητούν οι συνάδελφοι και να του κάνουν σχόλια για το γλαστράκι από φακές, αυτό έπρεπε να κοπεί αμέσως, μαχαίρι.

Συζήτησε την κατάσταση με ένα συναδελφό που εμπιστευόταν και αυτός του είπε οτι: «οι νόμοι προστατεύουν κάθε εργαζόμενο και υπάρχει και η περίπτωση της σεξουαλικής παρενόχλησης και να σκεφτείς να το αναφέρεις στο Τμήμα Προσωπικού». Στην αρχή εκείνος αναθάρρεψε στην ιδέα, μετά όμως φοβήθηκε οτι θα χρειαζόταν να εξηγήσει πως είχε βρεθεί μαζί της για καφέ, ποιός ξέρει τι σούσουρο θα ξεκινούσε και αν θα πίστευαν πως δεν έχει κάτι μ’αυτήν. Η καλή του φήμη στην εταιρία ήταν πολύ σημαντική γιαυτόν.

Την επομένη δεν την είδε στη θέση της. Έμαθε πως έχει δηλώσει ασθένεια και ανέβηκε στο γραφείο του ευδιάθετος και ελαφρύς. Εκείνη απουσίασε όλη την εβδομάδα και εκείνος αυτή την συγκεκριμένη εβδομάδα υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός σε σημείο που εντυπωσίασε τον προιστάμενό του και τον Γενικό Διευθυντή. Έφερε τις μεγαλύτερες πωλήσεις, έκλεισε δυο σημαντικούς πελάτες και πήρε σχεδόν άριστα στην ετήσια αξιολόγηση.

Στο σπίτι η κοπέλα του εκείνη την ημέρα, είχε κάνει ρεβίθια. Ποτέ δεν συμπαθούσε τα ρεβίθια αλλά δεν ήθελε να την κακοκαρδίσει.

Σκέφτηκε και αυτός πως τα ρεβίθια είναι καλοί σπόροι για να μπορέσει να κατεβάσει δυο-τρείς μεγάλες κουταλιές της σούπας. Η κοπέλα του ευχαριστήθηκε και πήγε να απλώσει την μπουγάδα τους. Ηταν το τελευταίο γεύμα που θα ετοίμαζε η κοπέλα του.

Τις επόμενες μέρες το γραφείο ήταν σε αναμπουμπούλα. Γίνονταν σοβαρές ανακατατάξεις, ομαδικές απολύσεις, συνεχή meetings και παράλληλα με όλα αυτά κάθε τόσο έβρισκε στο γραφείο του κομπολόγια απο χρωματιστά ρεβίθια, μπισκότα με φακές για μάτια και χείλη που χαμογελούσαν, και δυο μαυρομάτικα φασόλια το ένα κολλητά στο άλλο, να κοιτάζονται με τα μεγάλα μαύρα μάτια τους πλάι στον καφέ του.

Έκεινη την εβδομάδα βγήκε και η ανανεωμένη πολιτική της εταιρείας για τις σχέσεις του προσωπικού με τη διοίκηση, η πολιτική προαγωγών, τα bonus και ένα σωρό άλλες διαδικασίες. Κατάλαβε από μισόλογα πως αυτό που θα περνούσε τελικά ήταν αυτό που όριζε η εταιρία υπογείως, παρά τα όσα προάγγελε μέσω εμαιλ και συναντήσεων.

Και σαν να του φάνηκε εκείνη τη βδομάδα πως όλο και περισσότερο κέρδιζε τα χαμόγελα των συναδέλφων του που πλέον δεν του έμοιαζαν με χαμόγελα ειρωνίας αλλά θαυμασμού. Ήρθε και η πολυπόθητη αλλαγή θέσης εργασίας που του’χαν υποσχεθεί και στην γωνία περίμενε η προαγωγή. Ολα τα στοιχεία έδειχναν πως θα την έπαιρνε αυτός που είχε το καταλληλότερο προφίλ, εκείνος όμως δεν είχε ακριβώς το κατάλληλο, κάτι έλειπε.

Ένα πρωί μπήκε σκεφτικός, τα νέα δεν ήταν ευνοικά, κάτι ακουγόταν για έναν συνάδελφό του, ίσως τελικά έπαιρνε τη θέση. Κάθισε στο γραφείο του και ήπιε δυο γουλιές σκέτο καφέ, μαύρο. Ύστερα μάζεψε νευρικά τις σκορπισμένες φακές και τα φασόλια που ξεχύλιζαν από τα συρτάρια και την μολυβοθήκη και κατέβηκε απ΄την έξοδο κινδύνου πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά. Έφτασε στο γραφείο της στον πρώτο όροφο και τα αράδιασε όλα πάνω στο πληκτρολόγιο και τα χαρτιά της. Μετά κοντοστάθηκε, γύρισε πίσω, πήρε δυο μαυρομάτικα φασόλια και τα γύρισε πλάτη με πλάτη να μην κοιτάνε το ένα το άλλο.

Το ίδιο βράδυ την βρήκε να τον περιμένει στο πάρκινγκ της εταιρίας, τρομαγμένος την έχωσε μέσα στο εταιρικό αυτοκίνητο κοιτώντας δεξιά αριστερά και την πήγε στο παρκάκι μερικά στενά πιο κάτω.

Αυτή μυξόκλαιγε και μουρμούραγε για τα φασόλια που του τα έδειχνε στο χέρι της ακριβώς όπως της τα είχε ακουμπήσει, πλάτη με πλάτη.

Εκείνος σκέφτηκε από μέσα του οτι τον καταστρέφει, μαλακισμένη με καταστρέφεις, ούρλιαξε στο κεφάλι του αλλά δεν της το είπε παρά του΄ρθε να της ρίξει ένα σκαμπίλι, όμως κρατήθηκε. Κάθισε σιωπηλός και την άκουγε να του λέει για τα φασόλια που του τα γύρναγε στο χέρι της ανάποδα ώστε να κοιτάζει το ένα το άλλο. Της βούτηξε τότε το σαγόνι και την κόλλησε στον παράθυρο του αμαξιού, της έτριψε το πρόσωπο δυο φορές πάνω κάτω στο τζάμι του αυτοκινήτου και μετά την άρπαξε απ΄το σβέρκο. «Το σταματάς το τσίρκο τί λες»; Της φώναξε φτύνωντας, και αυτή σταμάτησε και έκατσε παγωμένη στη θέση της. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από το πάρκο το αμάξι του διευθυντή του και ο ίδιος τους χαιρέτισε. Έγνευσαν και οι δυο με σφιχτό χαμόγελο.

Την πήγε σπίτι της χωρίς να πούν κουβέντα. Στην πόρτα του σπιτιού της, ένα ισόγειο στα Κάτω Πετράλωνα, αυτός ξεκουμπώσε το παντελόνι του και έσπρωξε το κεφάλι της στον φερμουάρ του. Μετά την χτύπησε μαλακά στην πλάτη όπως θα έκανε σε ένα φίλο και την καληνύχτισε.

Μιά βδομάδα μετά επισημοποίησαν την σχέση τους και εκείνος έγινε προιστάμενος του τομέα του, είναι πολύ ικανοποιημένος με την δουλειά του και παραγωγικός। Δεν έκαναν ποτέ παιδιά και δεν ξανάφαγαν όσπρια.


Γιούλη Αναστασοπούλου.


Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Κλειστό

Του Σοφοκλή Ρόκου




Εγώ δεν είχα πει κουβέντα και δε θα ΄λεγα ποτέ, γιατί ήμουν καλά. Μόνο άνοιγα καμιά φορά μικρές τρύπες στις εφημερίδες για να χαζεύω πέρα τα βουνά. Δεν το ‘χε δει κανείς όμως. Αν δεν ακουγόταν το κλάμα της μικρής, αν είχα προφτάσει να τη βάλω στο βυζί πριν αρχίσει να κλαίει,  κανείς δε θα ‘χε καταλάβει τίποτε και δε θα ‘πρεπε τώρα να δεχτούμε αυτές τις ηλίθιες κυρίες που δεν καταλαβαίνουν αγάπη μου, δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο μας αγαπάς. Είναι κι αυτοί οι συνάδελφοί σου όμως άνθρωποι κακοί και κουτσομπόληδες, ήταν ανάγκη να ανακατευτούν στα οικογενειακά μας και να μας κάνουν άνω κάτω; Λες και τους αφορούσε όλο αυτό. Όταν είδα τα πρόσωπά τους σα σκιές πίσω από τις εφημερίδες τρόμαξα τόσο. Ευχόμουν μέσα μου να μην τα καταφέρουν ν’ ανοίξουν, φοβήθηκα τόσο όταν είδα αυτούς με τις στολές να μας ανοίγουν κι εσύ δεν ήσουν εκεί. Τι μπορούσα να κάνω, δεν μ’ άκουγαν που τους παρακαλούσα να μας αφήσουν στην ησυχία μας, εμείς ήμασταν καλά, δε φοβόμασταν μέσα κει, τίποτα δε μπορούσαμε να πάθουμε, οι κακοί ήταν έξω. Οι καραγκιόζηδες φώναζαν και χειρονομούσαν κι έλεγαν ότι ήταν παράνομο να μας κλειδώνεις στο αυτοκίνητο και να σκεπάζεις τα παράθυρα με εφημερίδες. Τι ‘θέλαν αυτοί, εγώ και το μωρό ήμασταν μια χαρά, ξέραμε ότι το έκανες από αγάπη κι όχι για άλλο λόγο, μας ήθελες μαζί σου όσο δούλευες, δεν ήθελες να μας αφήσεις μόνους, ήσουν σωστός οικογενειάρχης, μας φρόντιζες. Τι ξέρουν όλοι αυτοί από οικογένεια!